Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου: Το Ορφανό Αριστούργημα - 29/3/2017, Εκδόσεις Εύμαρος, Ταύρος

Oι Εκδόσεις Εύμαρος σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Δρόσου «Το ορφανό αριστούργημα» την Τετάρτη 29 Μαρτίου στις 7:30 μ.μ., στον καινούριο χώρο τους, Ελευθερίας 2, στον Ταύρο.


Για το βιβλίου θα μιλήσουν: 
Μαρώ Τριανταφύλλου, συγγραφέας-ιστορικός
Χρήστος Κορολής, εκπαιδευτικός
Πέτρος Κακολύρης, υπεύθυνος των εκδόσεων Εύμαρος
και ο ίδιος ο συγγραφέας. 
Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η συγγραφέας και επιμελήτρια του βιβλίου Θούλη Στάικου.






ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Το "Ορφανό Αριστούργημα" είναι το δεύτερο βιβλίο του Γιώργου Δρόσου και το πρώτο που εκδίδεται με το πραγματικό του όνομα (είχε προηγηθεί η «Ελληνική Ασφυξία», που είχε κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης).

«…Στο σπίτι του Εολανδού συγγραφέα Ίπκες Γκέρεμι, δε βρέθηκαν πολιτικά βιβλία -μόνο μυθιστορήματα και θεατρικά· στους αστυνομικούς, ωστόσο, που τον συνέλαβαν και έπειτα έψαξαν το διαμέρισμά του, αρκούσε απλώς εκείνο το ένα βιβλίο που είχε γράψει τελευταία –η Καμπάνια- ένα βιβλίο που ήταν από μόνο του ικανό να τον καταστήσει ύποπτο»

Το «Ορφανό Αριστούργημα» τοποθετείται στη φανταστική χώρα Εολάνδη, που είναι χτυπημένη από μια πρωτόγνωρη και πολυεπίπεδη κρίση. Εκεί, ο καταξιωμένος συγγραφέας Ίπκες Γκέρεμι συλλαμβάνεται λόγω του σατιρικού του βιβλίου «Η Καμπάνια». Αφήνει πίσω του μια πλειάδα ανέκδοτων πεζών, μεταξύ των οποίων και το κατ’ αυτόν σπουδαιότερο μυθιστόρημα που έγραψε ποτέ, την ‘Άλλη Αισθηματική Αγωγή’. Η ‘Άλλη Αισθηματική Αγωγή’ είναι ένα κείμενο που δεν αξίζει να μείνει στην αφάνεια – ποιος, όμως, θα μπορούσε να είναι ο τρόπος να φτάσει στο κοινό, τώρα που ο συγγραφέας του έχει καταστεί
persona non grata;


«Το ορφανό αριστούργημα» είναι μια συναρπαστική νουβέλα που μιλά με τρόπο καίριο για τον κοινωνικό ρόλο του συγγραφέα, για την πολιτική, για τη φήμη, αλλά και για τον έρωτα – όλα αυτά σε μια εποχή τόσο παράξενη και τόσο ταραγμένη.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ελεγείες των Εξαρχείων - για την περίπτωση του Χρήστου Δ. Τσατσαρώνη

Πηγαίνουμε συχνά με την Α. σε μια καφετέρια στο κέντρο, καφετέρια στην οποία, μεταξύ άλλων, ετοιμάζουμε - με πολύ αργούς ρυθμούς, από δική μου υπαιτιότητα – ένα ας-πούμε-πρότζεκτ (περισσότερα επ’ αυτού σε μελλοντικό ποστ). Εκεί, στην πρόχειρη βιβλιοθήκη που έχουν στήσει οι μαγαζάτορες, βρήκα αφημένο ένα βιβλιαράκι περίπου σαν αυτό που έχω βάλει μπρος κι εγώ: έναν μικρό τόμο με ποιήματα, με χάρτινο εξώφυλλο, αυτοέκδοση κάποιου κυρίου με το όνομα Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης.
    Δεν είναι πρωτότυπο για έλληνες ποιητές να «σκαρώνουν» τέτοια τομίδια (αν δεν κάνω λάθος, ήταν μια πρακτική προσφιλής ακόμα και στον Καβάφη ή τον Νίκο Παναγιωτόπουλο). Ειδικά στις μέρες μας, μέσα σε όλη αυτή την οικονομική δυσπραγία από τη μία και από την άλλη τον συνεχιζόμενο σνομπισμό κάποιων εκδοτικών απέναντι και σε ό,τι δεν ακολουθεί την (ποιητική ή όποια άλλη) νόρμα και σε «πένες» που δεν αντιστοιχούν σε κάποιο «καθιερωμένο» όνομα, δεν είναι καθόλου παράξενο για έναν άνθρωπο που καταπιάνεται με το γράψιμο να ακολουθεί αυτή την οδό. Και ίσως, εκτός αυτών, να υπάρχει και η ακόλουθη, πολύ απλή εξήγηση: να μη θες καν να μπεις στο όλο εκδοτικό «πανηγυράκι» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
       Από τη μία σε βάζουν σε σκέψη τα παραπάνω, από την άλλη λες «ευτυχώς που υπάρχουν (έστω) και οι αυτοεκδόσεις», γιατί έτσι πετυχαίνεις στο διάβα σου κάποιες λογοτεχνικές φωνές που σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα σου γίνονταν γνωστές και οι οποίες είναι πραγματικά άξιες προσοχής. Δεν υπονοώ πως όλοι όσοι κάνουν αυτοεκδόσεις είναι αδικημένες μεγαλοφυΐες ούτε πως όλοι όσοι εκδίδουν δια της καθιερωμένης οδού είναι ανάξιοι και υπερτιμημένοι, ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις από τους μεν που, κατά το κοινώς λεγόμενο, έχουν όντως κάτι να πουν, και σε επίπεδο φόρμας και σε επίπεδο περιεχομένου (και περιπτώσεις από τους δε που, ε, δεν…).
       Ο Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, λοιπόν· γεννημένος το 1968, όπως αναφέρει ο ίδιος στο σύντομο βιογραφικό αυτής της αυτοέκδοσης, «ισόβιος» κάτοικος των Εξαρχείων (συνοικίας που παίζει αρκετά βαρύνοντα ρόλο στο εν λόγω πόνημα), παρουσιάζει την επαγγελματική και καλλιτεχνική του δραστηριότητα με ένα μόνιμο πνεύμα αυτοσαρκασμού: κι όμως, οι δημοσιεύσεις του είναι πολλές – χωρίς να αφορούν μόνο τη λογοτεχνία-, σε μεγάλες εφημερίδες, στο ενδιαφέρον περιοδικό «Φαρφουλάς» και αλλού, όπως πολλά φαίνονται να είναι και τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του.
     Στο δια ταύτα, το πρώτο πράγμα που διακρίνεις στα ανά χείρας ποιήματα είναι μια σχεδόν διαρκής κατήφεια και θλίψη, η οποία, ωστόσο, δεν παίρνει πάντα στα σοβαρά τον εαυτό της. Κάποια ποιήματα (π.χ. Rigor Mortis, 120 κιλά, Θλιβεία, Ο Δόκτωρ Χάνεται κ.ά.) δεν δείχνουν να καταλήγουν πουθενά. Είναι γραμμικά και επίπεδα μέσα στη μαυρίλα τους. Δεν έχουν κάποια κορύφωση, κάποιο φινάλε, κάποια ανατροπή, κάποιο punchline, κάποιο επιμύθιο. Αυτοαναλώνονται στη σκοτεινότητά τους. Αν έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα ή αν κρύβουν στον πυρήνα τους κάποιο αστείο, εγώ προσωπικά δεν είμαι σε θέση να το πιάσω.
      Ωστόσο, προχωρώντας πέρα από αυτό το στοιχείο, ανακαλύπτεις κείμενα που και χιούμορ έχουν, και ενδιαφέρουσα εικονοπλασία και συμβολισμούς, και ανατροπές και ένα ελαφρύ πολιτικό στοιχείο. 
     Ξεχώρισα, μεταξύ άλλων, το «Σ’ αυτή τη γιορτή», το οποίο έχει μεν μια προφανή ίσως κατάληξη, αλλά η κατάληξη αυτή γίνεται με πολύ ενδιαφέροντα τεχνικά τρόπο – ο οποίος έχει να κάνει με την ομοιοκαταληξία του τελευταίου διστίχου. Ξεχώρισα επίσης το ποίημα «Ο Σπόγγος», το οποίο είναι μια αλληγορία για τους ανθρώπους τους οποίους οι γύρω τους επιφορτίζουν με το ρόλο του τέρατος, έστω κι αν δεν διαθέτουν στην πραγματικότητα οτιδήποτε το τερατώδες, αλλά θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει σαν μια αλληγορία για τον συγγραφέα ή ακόμα και για τον ψυχοθεραπευτή, δύο τύπους ανθρώπων που επίσης σφουγγίζουν τη δυστυχία (ή την ευτυχία) των γύρω τους και τη μετουσιώνουν (ή, έστω, προσπαθούν) σε κάτι άλλο. Τεχνικά, το ποίημα «Το άδειο κατάστημα» ακολουθεί μεν την οδό της κατήφειας που περιγράφηκε παραπάνω, ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Χ.Δ.Τ. αφήνει ανολοκλήρωτη την τελευταία φράση, όχι μόνο αποφεύγει να επαναληφθεί αλλά δίνει και το ελεύθερο στον αναγνώστη να φανταστεί ό,τι ο ίδιος επιθυμεί σχετικά με αυτόν τον λειψό παραλληλισμό. «Τα γυαλιτάκια» και «Οι φακές» χρησιμοποιούν τα σύμβολά τους με πολύ ωραίο τρόπο και θα μπορούσαν και τα δύο να γίνουν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια (κι αυτό, εν προκειμένω, είναι κάτι σαφώς θετικό). Το «Χάσμα γενεών» είναι ένα πολύπλευρα πολιτικό ποίημα, ενώ η «Χημειοθεραπεία» είναι αφοπλιστικά απλή και αφοπλιστικά ειλικρινής. Το «Χώνεται» είναι στημένο πάνω σε μια εξαιρετική (όσο και εφιαλτική) παρομοίωση, ενώ το τελευταίο ποίημα, τα «Ψωμιά» είναι γεμάτο από εξαιρετικά δοσμένες εικόνες της σύγχρονης Αθήνας.
     Γενικά, έχουμε να κάνουμε με έναν ευφυή άνθρωπο, ευαίσθητο και εξαιρετικά παρατηρητικό, με οξεία λεξιπλαστική ικανότητα και χιούμορ, ο οποίος αξίζει πολύ περισσότερη προσοχή από αυτή που λαμβάνει. Γενικά, υπάρχει στη λογοτεχνική σκηνή αυτής εδώ της χώρας, ένα παράλληλο ποιητικό ποτάμι, που είναι κατά καιρούς και κατά περιπτώσεις πολύ πιο ενδιαφέρον και πολύ πιο ευρηματικό από το mainstream (pun intended),  που πλασάρεται ως σπουδαίο.


            

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Φτηνή ποπ για καταστασιακούς (The KLF - Πώς να κάνετε μια νούμερο ένα επιτυχία)

Το 1988, οι Timelords (Bill Drummond και Jimmy Cauty, παλιότερα The Justified Ancients of Mu Mu ή απλώς The JAMs, μετέπειτα The KLF), εκτός από τις προσωπικές τους επιτυχίες ή αποτυχίες, είχαν καταφέρει ως δίδυμο να παρακάμψουν κάμποσους από τους πάγιους υποτίθεται κανόνες της μουσικής βιομηχανίας, να κάνουν μπάχαλο το Top Of The Pops, να εξοργίσουν κάμποσους παλιότερους pop stars, αλλά και να κυκλοφορήσουν δύο αρκετά επιτυχημένους δίσκους μακράς διαρκείας και, κυρίως, ένα σινγκλ που ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών charts.



Ωστόσο, προτού προχωρήσουν στο επόμενο μουσικό/δισκογραφικό τους βήμα, οι δύο καλλιτέχνες αποφάσισαν να γράψουν –μεταξύ σοβαρού και αστείου- ένα εγχειρίδιο με οδηγίες σχετικά με το μπορεί κάποιος να κάνει το ίδιο: να βρεθεί, δηλαδή στο Νούμερο Ένα των βρετανικών charts. Το βιβλίο, με τίτλο “The Manual (How to have a number one the easy way)” κυκλοφόρησε το 1988 και το 2012 μεταφράστηκε επιτέλους στα ελληνικά, και εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Τοποβόρος (με τον μάλλον ατυχή τίτλο «Πώς να κάνετε μια νούμερο ένα επιτυχία»).

Οι Drummond και Cauty δείχνουν πάνω απ’ όλα να κατανοούν τον εφήμερο χαρακτήρα όχι μόνο της pop μουσικής και των κανόνων της βιομηχανίας που έχει στηθεί γύρω απ’ αυτήν αλλά και του ίδιου του κειμένου τους και των πραγμάτων που αυτό περιγράφει:

«… ένα βιβλίο που θα είναι τελείως παράκαιρο μέσα σε δώδεκα μήνες. Ένα παλιομοδίτικο κειμήλιο. Θα είναι χρήσιμο μόνο ως μικρό τεκμήριο κοινωνικής ιστορίας που καταγράφει τις φιλοδοξίες μιας συγκεκριμένης τάξης της βρετανικής κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τίποτα παραπάνω απ’ όσα θα μπορούσε να σας πει μια διαφήμιση σ’ ένα κυριακάτικο ένθετο. Είναι προφανές πως πολύ σύντομα οι Ιάπωνες θα διαθέτουν την κατάλληλη τεχνολογία και θα έχουν ρίξει το κόστος σε τέτοιο βαθμό που ο οποιοσδήποτε θα μπορεί να κάνει τα πάντα από το σπίτι του.» (σελ. 100)

Κι όμως, παρότι πολλά πράγματα σχετικά με τη μουσική βιομηχανία και τη διαδικασία ηχογράφησης και διακίνησης μουσικών έργων έχουν αλλάξει, το βιβλίο παραμένει αρκούντως επίκαιρο και ενδιαφέρον.

Οι δύο Timelords (στην ανά χείρας μετάφραση έχουν καταχωρηθεί ως The KLF, το όνομα που θα υιοθετούσαν αργότερα και με το οποίο είναι και πιο γνωστοί) ξεδιπλώνουν τη «μέθοδό» τους με ακρίβεια, κυριολεξία και οξυδέρκεια. Δείχνονται κυνικοί απέναντι στον κυνισμό της μουσικής βιομηχανίας. Αναδεικνύουν πόσο επίπλαστος και προκάτ είναι ο κόσμος του mainstream. Αποδομούν την έννοια του ταλέντου, διαιωνίζοντας το πνεύμα του πανκ: μπορείς να κάνεις τα πάντα – δεν χρειάζεσαι ούτε υπεράνθρωπες, βιρτουοζικές ικανότητες ούτε τη στήριξη κάποιου οικονομικού γίγαντα. Χρειάζονται μόνο κότσια. Οι δύο συγγραφείς δεν παραλείπουν να τονίζουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου την αξία του να μπορείς να μπλοφάρεις και να μην κολλάς όταν οι δήθεν επαΐοντες σου λένε «αυτό δεν μπορεί να γίνει». Παράλληλα, κάνουν επίτηδες και συνειδητά κάμποσες διαδικασίες (ακόμα και ηχογράφησης) να φαίνονται βαρετές, κενές νοήματος και ψυχρές.

Μέσα σε όλο αυτό την παράθεση οδηγιών, οι δύο συγγραφείς παραθέτουν, όχι με επιδεικτική διάθεση, ένα πλήθος γνώσεων πάνω στην ιστορία και την κοινωνιολογία της popular μουσικής, της διαδικασίας ηχογράφησης, της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που είχε προκαλέσει κάμποσα προβλήματα στους ίδιους), και του τρόπου που λειτουργούσε και θα λειτουργεί στο μέλλον η μουσική βιομηχανία. Διαβάστε, για παράδειγμα, το παρακάτω απόσπασμα, που στις μέρες μας φαίνεται σχεδόν κοινότοπο (ή έστω ότι περιγράφει κάτι το αρκετά συνηθισμένο), αλλά στους αναγνώστες του τότε ίσως φαινόταν σαν επιστημονική φαντασία:

«Καθώς ολοένα και περισσότεροι δημιουργοί αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως έχουν τη δυνατότητα να παράγουν δίσκους μόνοι τους και να τους διαχειρίζονται όπως αυτοί θέλουν, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τα πνευματικά δικαιώματα και συνεπώς ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, το να υποθηκεύσεις την ψυχή σου και τα παράγωγά της για μια αιωνιότητα (ή τουλάχιστον για πενήντα χρόνια από τη μέρα που θα πεθάνεις) αντί να σκέφτεσαι το τώρα μοιάζει χαζό. Δεν έχει να κάνει με ιδεολογία, πρόκειται περί απλής, ξεκάθαρης επιχειρηματικής λογικής» (σελ. 39). 

Σε κάθε περίπτωση, μέσα σε όλα αυτά που περιγράφουν, οι Drummond και Cauty, δεν παραλείπουν συχνά-πυκνά να υπενθυμίζουν στον αναγνώστη πως την επίτευξη του στόχου (του Νούμερο Ένα) ακολουθούν πάρα πολλές φορές τα χρέη, ο αλκοολισμός, η απογοήτευση, η επιστροφή στην αφάνεια.

Το βιβλίο ως σύλληψη και μόνο είναι ένα συμπλήρωμα της σιτουασιονιστικής προσέγγισης των δύο συγγραφέων στη μουσική (και αργότερα στην κοινή καριέρα τους, στον κόσμο των εικαστικών), αν και, μέσα σε όλα, το κείμενο αυτό καθεαυτό καταρρίπτει τις ίδιες τους τις καταστασιακές πρακτικές αναφορικά με το μάρκετινγκ των δίσκων τους, πρακτικές που, κατά την παραδοχή του διδύμου, γίνονταν από ένα σημείο όλο και πιο εξωφρενικές.

Εν κατακλείδει, πρόκειται για ένα βιβλίο τόσο καλογραμμένο και ενδιαφέρον που μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί μέσα σε μια μέρα (ειδικά αν είσαι μουσικόφιλος). Η μόνη αρνητική επισήμανση που έχω προσωπικά να κάνω είναι η κακή φιλολογική επιμέλεια όσον αφορά τα ονόματα κάποιων ξένων καλλιτεχνών (βλ. Morissey αντί για Morrissey, Chakka Khan αντί για Chaka Khan – πριν από το όνομα της οποίας οι μεταφραστές έχουν τοποθετήσει αρσενικό άρθρο-, Aitkin αντί για Aitken, Sweets αντί για The Sweet)


Εκδόσεις Τοποβόρος, 2012, μτφρ. «Λοιποί»

(τέτοιες και άλλες ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ)

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Η λάθος λίστα - για το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι

Υπάρχει κάτι το βαθιά ρατσιστικό στο να λες πως κάποιος δεν μπορεί να γράψει για κάτι που δεν έζησε ο ίδιος, κάτι που κείται πέρα από τα βιώματά του, τις καταβολές του, την κοινωνική του τάξη (και, βέβαια, υπάρχει αντίστοιχα κάτι το απύθμενα βλακώδες στο να αρνείσαι να γράψεις οτιδήποτε άλλο από αυτά που έζησες).
      Στο καινούριο του βιβλίο –και πρώτο του μυθιστόρημα- ο Μόρισι πέφτει θύμα αυτού ακριβώς του ρατσισμού: έχοντας από τριακονταετίας δηλώσει πως απέχει από το σεξ, κάνει το κατά τους πάντα πρόθυμους επικριτές του το «λάθος» να συμπεριλάβει στο εν λόγω πόνημα κάμποσες ερωτικές σκηνές. Ωστόσο, οι σκηνές αυτές – παρότι δεν στερούνται ελαττωμάτων – δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα του βιβλίου.
        Το “List of the Lost” (Penguin, 2015) αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας σκυταλοδρόμων (σπορ με το οποίο είχε ασχοληθεί και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εφηβεία του), φοιτητών αμερικανικού  κολλεγίου, που τα έχουν όλα – αλλά όχι για πάντα. Οι πρώτες δέκα περίπου σελίδες κυλούν ανούσια, σε μια συνεχή προσπάθεια του Μόρισι να πει κάτι περισπούδαστο και βαθιά λυρικό, ενώ στην ουσία δεν λέει τίποτα για τους τέσσερις νεαρούς ούτε για τους ανθρώπους γύρω τους. Η ιστορία δεν ξεκινά παρά μετά την εμφάνιση της Eliza, της κοπέλας του πρωταγωνιστή Ezra, και απογειώνεται (όσο απογειώνεται) από το συμβάν στο δάσος και μετά. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος ανάμεσα στην απόφασή του να αφηγηθεί την ιστορία και τη ροπή του αφενός προς την αμπελοφιλοσοφία και τη μεγαλοστομία και αφετέρου στα (συχνά αχρείαστα) ευφυολογήματα και λογοπαίγνια – κι όλα αυτά με έναν λόγο που είναι ανούσια μακροπερίοδος και βαρύς. Ο Μόρισι είναι υπερβολικά επικριτικός απέναντι στους χαρακτήρες του και προσπαθεί συνεχώς να καθοδηγήσει τους αναγνώστες του προς συγκεκριμένα συμπεράσματα – είτε σχετικά με την πλοκή είτε σχετικά με τον κόσμο γενικά.
        Η γνώση των αγγλικών που διαθέτει ο Μόρισι είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη, όπως είναι και η ικανότητά του να τη χρησιμοποιεί και να παίζει μαζί της όπως αυτός θέλει, αλλά εδώ λειτουργεί σαν τροχοπέδη, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται παραπάνω, αλλά και γιατί έχει επιλέξει να τοποθετήσει την ιστορία του στις ΗΠΑ. Οι ήρωές του μιλάνε με μια γλώσσα βρετανικότερη των βρετανών – ειδικά ο μονόλογος του αστέγου, της Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και του κοσμήτορα Άϊζακ, αλλά και το ομαδικό παραλήρημα των τριών από τους τέσσερις σκυταλοδρόμους στο μπαρ, λίγο πριν το τέλος, δείχνουν βγαλμένοι από μυθιστόρημα της Τζορτζ Έλιοτ, με αυτήν την τέλεια, ποιητικότατη σύνταξη και την αψεγάδιαστη, περίτεχνη χρήση του λεξιλογίου.
         Τέλος, ο αναγνώστης διαβάζει κάτι παραπάνω από εκατό σελίδες χωρίς να μάθει ποτέ σε βάθος και σε ουσία τους χαρακτήρες του βιβλίου – πέρα από τον προπονητή της ομάδας, τον κύριο Ριμς – ενώ τα γεγονότα που εξιστορούνται, ειδικά μετά το συμβάν στο δάσος, συνδέονται μεν σε φιλοσοφικό επίπεδο αλλά όχι σε δραματουργικό. Ειδικά το κομμάτι που αφορά στην Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και το γιο της μοιάζει βγαλμένο από το πουθενά.
          Βέβαια, επειδή έχουμε να κάνουμε με έναν μάστορα του λόγου – γραπτού και προφορικού – το βιβλίο δεν στερείται αρετών. Έτσι, η ανάλυση του υποβάθρου του Ριμς είναι υποδειγματική, κάποιοι διάλογοι μεταξύ του Ezra και της Eliza είναι γεμάτοι ενδιαφέρον, σπιρτάδα και ουσιαστική τρυφερότητα, ο τρόπος που εξιστορείται το συμβάν στο δάσος και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας «μεταφέρει» τους ήρωές του από εκεί στο μπαρ είναι αποδεικτικά μεγάλης αφηγηματικής δεινότητας. Το γλυκόπικρο φινάλε είναι και αυτό συγκινητικό και καλοδουλεμένο. Η δε ευθύτητα με την οποία ο συγγραφέας αγγίζει κάποια θέματα που δεν έχουν να κάνουν με την πλοκή (αλλά προκύπτουν από αυτή), όπως το θέμα της βιαιότητας απέναντι στα ζώα ή της δικαιοσύνης που δείχνει φτιαγμένη ώστε να βοηθά τους πλουσίους ή της υποκρισίας των κατεχόντων εξουσία που ξεσπαθώνουν δημοσίως κατά της ομοφυλοφιλίας αλλά πίσω από κλειστές πόρτες ερωτοτροπούν με άτομα του ιδίου φύλου (επίκαιρο) ή οι περιπτώσεις πολιτικών όπως η Θάτσερ ή ο Ρίγκαν είναι αν μη τι άλλο αξιοθαύμαστη.
        Και, βέβαια, υπάρχουν και κάτι αποσπάσματα σαν αυτό, που, παρότι γράφτηκε για την Αμερική του 1970, βρίσκει τέλεια εφαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης:

«Έχεις παρακολουθήσει ποτέ τις ειδήσεις στην τηλεόραση με όλη την προπαγάνδα της τακτικής του εκφοβισμού; Κάθε ρεπορτάζ έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να σε τρομάξει, να σε απωθήσει μέσω του φόβου, να σε κάνει να νοιώσεις μικρός, εν εγρηγόρσει αλλά αβοήθητος, και μετά – μπαμ! – ‘και τώρα έχουμε τα αθλητικά νέα’, λες και αυτό υποτίθεται πως θα αντισταθμίσει όλα τα σκατά που συμβαίνουν στον κόσμο».

(Σελ. 83. Η –πρόχειρη- μετάφραση δική μου)


Με το φόβο να φανώ συγκαταβατικός (όχι ότι θα το μάθαινε ποτέ ή ότι θα τον ένοιαζε) απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει με το παραπάνω το στίγμα του όχι μόνο στις καρδιές, κατά το κοινώς λεγόμενο, εκατομμυρίων ακροατών ανά τον κόσμο αλλά και την ίδια την ιστορία της στιχουργικής, ολοκληρώνω αυτό το κείμενο λέγοντας πως, σε αντίθεση προς τα τραγούδια του αλλά και την εξαιρετικά καλογραμμένη (με εξαίρεση τις τριάντα περίπου τελευταίες σελίδες) αυτοβιογραφία του, το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι είναι ένα βιβλίο στο οποίο οι αδυναμίες υπερτερούν των αρετών, αλλά το οποίο δείχνει πως ο συγγραφέας του μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα και στον τομέα της πεζογραφίας. 

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Ανώνυμου, Kakorizikh - a tale of love gone sour

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

"125 sms βρέθηκαν αποθηκευμένα στον φάκελο ενός τηλεφώνου νόκια που αγοράστηκε από κατάστημα στην πλατεία Κάνιγγος. Τα μηνύματα, τα οποία συντάχτηκαν την περίοδο Σεπτεμβρίου 2005-Σεπτεμβρίου 2006, προορίζονταν όλα για την ίδια γυναίκα. Έχουν γραφτεί σπασμωδικά σε ακατάστατες ώρες και επαναλαμβάνουν εμμονικά το ίδιο ακριβώς παράπονο."

Τα sms που συνθέτουν αυτό το βιβλίο είναι σχεδόν αποκλειστικά προσβλητικά - ενίοτε και χυδαία. Παραλλαγές στο ίδιο θέμα, παραλλαγές βαρετές από ένα σημείο και μετά. Προς το τέλος μόνο του βιβλίου παρατηρούμε καναδυό μηνύματα στα οποία ο συγγραφέας (εντός ή εκτός εισαγωγικών) απευθύνεται στην πρώην σύντροφό του με στοργή αλλά και μερικά ακόμα στα οποία φαίνεται να στρέφεται προς κάποιον τρίτο, άγνωστο, αντικειμενικό παραλήπτη/αναγνώστη. Πέραν τούτων, η όλη υπόθεση μπορεί να ιδωθεί: 

-Σαν ένα κείμενο πλούσιο σε γλωσσολογικά ευρήματα.  

-Σαν πιθανό αντικείμενο ψυχολογικής μελέτης.

-Σαν ένα μνημείο πικρόχολης καψούρας. 

-Σαν ένα μνημείο αντρικού κομπλεξισμού. 

-Σαν ένα κείμενο με θέμα τις ερωτικές σχέσεις αλλά και με παράλληλες φιλοσοφικές/θεολογικές αναζητήσεις. 

-Σαν ένα αστείο που βαραίνει -και ζημιώνει- τον αποστολέα και όχι την παραλήπτρια. 

-Σαν μία άσκηση πάνω στην εμμονή και την τάση προς επαναληπτικότητα που αυτή κουβαλά. 

-Σαν ένα απλό παράδοξο. 

-Σαν όλα τα παραπάνω και τίποτα από αυτά. Το βιβλίο είναι πρωτότυπο, σίγουρα, αλλά δεν ξέρω αν θα το πρότεινα σε κάποιον για οποιονδήποτε άλλο λόγο πέρα από το γλωσσολογικό, ψυχολογικό και κοινωνιολογικό του ενδιαφέρον. Ίσως, βέβαια, αυτό και μόνο να είναι αρκετό. 

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Για το "Εξώφυλλο δέρμα του χρόνου", του Πάνου Οικονόμου

Μετά λύπης ομολογώ πως την περίπτωση του Πάνου Οικονόμου (δάσκαλου, ραδιοφωνικού παραγωγού, ενεργού πολίτη – με την ουσιαστική, την ακόμα άφθαρτη έννοια του όρου – και, φυσικά, ποιητή) δεν την αντιλήφθηκα παρά όταν εκείνος είχε φύγει πια από τη ζωή. Τον έμαθα χάρη στα παιδιά από τους Tango With Lions, που υπήρξαν φίλοι του και αναγνώστες του και, έτσι, τον περασμένο Σεπτέμβρη, έφτασε στα χέρια μου ένα αντίτυπο της ποιητικής του σύνθεσης «Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου».
      Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά με την περίπτωση του εν λόγω βιβλίου είναι, φυσικά, ο τρόπος με τον οποίον έχουν τυπωθεί οι λέξεις πάνω στο χαρτί – διάσπαρτες και όχι πάντα η μία κάτω από την άλλη. Με αυτόν τον τρόπο αντανακλάται από τη μία το συναισθηματικό ταξίδι, με όλα του τα σκαμπανεβάσματα, του πρωταγωνιστή-αφηγητή του ποιητικού κειμένου, και από την άλλη καλεί – παρασύρει – τον αναγνώστη σε μια βίωση –και όχι απλά ανάγνωση- του κειμένου.
      Ενός κειμένου που, πέρα από την προαναφερθείσα τυπογραφική ιδιαιτερότητα, είναι από μόνο του αξιόλογο, ενίοτε δε ιδιαίτερα καλογραμμένο και μεστό. Έχουμε να κάνουμε με μια ποιητική σύνθεση στην ουσία αυτοβιογραφική – η αυτοβιογραφία ως καταγραφή της φθοράς. Μία αλλόκοτη, μη γραμμική (όπως η εκτύπωση) εξιστόρηση στην οποία τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μεταξύ ρεαλισμού και συμβολισμού αλληλεπικαλύπτονται με τρόπο ευρηματικότατο, καίριο και, εν τέλει, πολύ όμορφο – μία ποιητική σύνθεση όπου το προσωπικό, το πηγάζον από το υποσυνείδητο, μπλέκεται ζωντανά, ευφάνταστα, πολύχρωμα, με την νεοελληνική ιστορία, την αρχαιοελληνική και ιουδαϊκή μυθολογία αλλά και, ενίοτε, τη μαζική κουλτούρα.
    Η ζωή του Πάνου Οικονόμου υπήρξε σύντομη – ωστόσο, μιλώντας με ανθρώπους που τον γνώρισαν και διαβάζοντας για αυτόν έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως άφησε βαθύ το αποτύπωμα στους φίλους, τους συνεργάτες και τους μαθητές του – για εμάς τους υπόλοιπους, που δεν τον γνωρίσαμε, υπάρχει αυτό εδώ το ποιητικό κείμενο, που, αν και δεν είναι αριστουργηματικό, αποδεικνύει πάντως το ταλέντο, την ευαισθησία και την ιδιαιτερότητα της γραφής του δημιουργού του.

Το βιβλίο διατίθεται εδώ

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Αν οι τοίχοι είχαν φωνή - για "Το Κτίριο" της Πένυς Φυλακτάκη

Ένα από τα κύρια προβλήματα με το ελληνικό καλλιτεχνικό γίγνεσθαι είναι πως έχουμε μάθει να επιβραβεύουμε τις αγνές προθέσεις περισσότερο από το τελικό αποτέλεσμα. Μια καλή ιδέα δεν αρκεί – αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσο ήταν επιτυχής η πραγματοποίησή της. Το βιβλίο της Πένυς Φυλακτάκη, «Το Κτίριο» (θεατρικός μονόλογος που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις Εκδόσεις Δίγαμμα) έχει ως αφετηρία του μια σπουδαία αρχική σύλληψη: πρόκειται για την αυτοβιογραφία ενός κτηρίου. Αυτή η εξαιρετική ιδέα, που θα μπορούσε να αναπτυχθεί με πλείστους όσους τρόπους, αποτυπώνεται στο χαρτί από τη Φυλακτάκη με διακριτική, φαινομενικά μικρή μαεστρία. Αν δεν συνέβαινε αυτό, το βιβλίο θα ήταν ανάξιο της προσοχής οποιουδήποτε. Ως έχει, πρόκειται για ένα μονόλογο σύντομο, κι όμως γλαφυρό, γεμάτο πλούσιες εικόνες, γεμάτο ευφυή λεκτικά παιχνίδια, και γεμάτο ευαισθησία, παρότι ο αφηγητής-πρωταγωνιστής είναι ένα ντουβάρι. Το φινάλε, βέβαια, είναι κάπως προβλέψιμο, αλλά κατανοητό. Όσο για την τυπογραφική επιμέλεια του ανά χείρας τόμου, αυτή είναι πολύ ξεχωριστή, και τραβάει με περισσή ευκολία το μάτι του αναγνώστη – δεδομένων των προαναφερθέντων, βέβαια, δεν πρόκειται για ένα φθηνό τέχνασμα, καθώς ο αναγνώστης «παγιδεύεται» τελικά σε ένα κείμενο μεστό. Συνολικά, έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ιδιαίτερη λογοτεχνική, εικαστική και εκτυπωτική προσπάθεια. 

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για τον Ρέιμοντ Κάρβερ

Είναι άσκοπο να αναλύσει κανείς εκ νέου την ανθρωπογεωγραφία (αν αυτός είναι ο σωστός όρος) των κειμένων του Ρέιμοντ Κάρβερ. Είναι κι αυτή φυσικά μια σημαντική πτυχή της τέχνης του – αλλά πιο σημαντική είναι η ίδια η τεχνική του. Το θέμα με τον Κάρβερ είναι το εξής: όλα τα διηγήματά του που περιέχονται στον υπό εξέταση τόμο (Για τι πράγμα μιλάμε, όταν μιλάμε για αγάπη – Μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης, Εκδόσεις Απόπειρα, 1993) ανοίγουν με ένα αριστοτεχνικά αξιομνημόνευτο τρόπο. Και όλα τους κλείνουν με έναν τρόπο άλλοτε άχαρο, άλλοτε υπερβολικά αόριστο, άλλοτε απλώς διφορούμενο.
    Αλλά το θέμα είναι τι συμβαίνει ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Πόσα διακυβεύονται, πόσα διακινδυνεύονται, πόσα μένουν ανείπωτα, πόσα βαραίνουν τους ήρωες – και, βέβαια, πόσα όντως συμβαίνουν, πόσα όντως λέγονται, πόσες μικρές ή μεγάλες τραγωδίες. Αν η πραγματική ζωή δεν προσφέρει πάντοτε λύσεις, αλλά συχνότατα μόνο μια διαρκή γεύση πικρίας ή απογοήτευσης ή απορίας, γιατί να το προσφέρουν αυτά – ή οποιαδήποτε άλλα διηγήματα;
    Υπάρχουν σε αυτά εδώ τα κείμενα φράσεις που σε καρφώνουν στον τοίχο, άλλοτε με τη βαθιά ανθρωπιά τους, άλλοτε με τη μαυρίλα τους, άλλοτε με το παράλογο ή τη βαναυσότητα που εκφράζουν. Και, μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που νομίζεις πως κάτι άλλο έχει κατά νου ο συγγραφέας: «Πέφτω στα γόνατα και ικετεύω. Κι όμως σκέφτομαι τη Χουανίτα». «Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες τις σημαντικές αποφάσεις μας τις πήραμε πίνοντας» (Εξοχικό περίπτερο). «Είδε ένα αμάξι να σταματάει και μια γυναίκα με μακρύ παλτό να μπαίνει μέσα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν αυτή η γυναίκα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως έφευγε μακριά από δω, για κάποιο άλλο μέρος» (η μητέρα ενός χτυπημένου από αμάξι μαθητή, στο διήγημα Το Μπάνιο). «Είμαι εκεί μέσα, τα μάτια ανοιχτά, το πρόσωπο προς τα κάτω, κοιτάζοντας τα μούσκλια στο νερό, νεκρή». «Ο Στιούαρτ πιστεύει πως μ’ άφησε να κοιμάμαι σήμερα το πρωί» (Τόσο πολύ νερό κοντά στο σπίτι). Και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής.
     Όσο για τις περιγραφές του Κάρβερ – μιας και περί τεχνικής ο λόγος -, αυτές είναι λιτές, σχεδόν αντιλογοτεχνικές, αλλά καίριες παρόλα αυτά, περιγραφές που βρίσκεις μόνο στην αμερικανική πρόζα. Δεν υπάρχει καλλωπισμός, δεν υπάρχει γλαφυρότητα. Υπάρχει μόνο το αντικείμενο, το περιβάλλον, η κατάσταση και ο πιο ευθύς και ακριβής τρόπος για να τα περιγράψεις.
     Γενικά, το «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη» είναι ένα βιβλίο λιτό, μελαγχολικό, ενίοτε ανατριχιαστικό. Δεν είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που (όπως ο υποφαινόμενος) αγαπούν τις αφηγήσεις που καταλήγουν κάπου, έστω και σ’ ένα τέλος διφορούμενο. Αλλά, φυσικά, δεν είναι ολότελα αβάσιμο το κλισέ που θέλει το ίδιο το ταξίδι να είναι πιο σημαντικό από τον προορισμό.


Και λίγα λόγια για τον μεταφραστή: Πριν από δέκα χρόνια, είχα παρευρεθεί σε μια εκδήλωση-παρουσίαση της ελληνικής μετάφρασης των απομνημονευμάτων του Μπομπ Ντύλαν. Για το βιβλίο μίλησαν η μία εκ των δύο μεταφραστριών, η Χίλντα Παπαδημητρίου, βαθιά γνώστης και του ίδιου του βιβλίου (προφανώς) και του έργου του Ντύλαν γενικότερα, ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας Χρήστος Μιχαηλίδης (ο οποίος περιορίστηκε στην περίοδο μέχρι το The Times They Are A-Changin’) κι ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος είχε να πει, εκτός των άλλων, πως οι βασικές επιρροές του Ντύλαν ήταν η ιρλανδική μουσική και η μουσική των Εβραίων της Οδησσού – συγκεκριμένα της Οδησσού, άλλο που π.χ. λίγο πριν είχαμε παρακολουθήσει, κοινό και ομιλητές, τον Ντύλαν, στο κλασσικό ντοκιμαντέρ του D.A. Pennebaker, να ερμηνεύει όχι ένα, αλλά δύο country τραγούδια του Χανκ Γουίλιαμς.

     Αλλά υπήρχε κι ένας τέταρτος ομιλητής, ένας μάλλον ντροπαλός άνθρωπος, με λόγο, όμως, μεστό και συγκροτημένο, που έδειχνε να γνωρίζει σε βάθος το έργο του τιμωμένου προσώπου και που μίλησε επί της ουσίας, και για μουσική και για γράψιμο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Γιάννης Τζώρτζης, που, εκτός από μεταφραστής κάμποσων διηγημάτων του Κάρβερ, εκτός από λογοτέχνης ο ίδιος, είναι κι ο άνθρωπος που έχει γράψει το πλέον αξιόλογο ελληνικό βιβλίο με θέμα τον κατεξοχήν τραγουδιστή-τραγουδοποιό, το «Μπομπ Ντύλαν – Ένα όχημα». Η τέχνη της μετάφρασης, η ελληνική λογοτεχνία κι η ελληνική μουσικολογία (με την ευρύτερη έννοια) χρειάζονται περισσότερους ανθρώπους σαν αυτόν. 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Ένα ψηφιακό κείμενο για ένα Ψηφιακό Νάρκισσο

«Αφηγηματικό τέμπο», «οικονομία του λόγου», «λοξή ματιά στην πραγματικότητα»: μερικά από τα πράγματα που επικαλούνται οι (έλληνες, κυρίως) κριτικοί προκειμένου να εκθειάσουν ένα λογοτέχνη. Και το ίδιο το γράψιμο; Η ίδια η ικανότητα να εκφράζεσαι στο χαρτί, να φτιάχνεις προτάσεις όμορφες, άρτιες, γλωσσικά και νοηματικά πλούσιες που να δένουν αρμονικά η μία με την άλλη και να συνθέτουν μια αφήγηση πυκνή και με συνοχή; Δεν μετράει καθόλου; Ή μήπως θεωρείται τόσο δεδομένη που δεν χρειάζεται να την αναφέρουμε καν;
            Ούτε δεδομένη είναι, ούτε μπορεί να εντοπιστεί σε τόσα πολλά βιβλία. Δεν είναι και τόσοι πολλοί οι έλληνες λογοτέχνες που το κατορθώνουν αυτό το τόσο στοιχειώδες πράγμα και οι έλληνες κριτικοί που το παρατηρούν. Το έχω γράψει και αλλού, πως πραγματικός συγγραφέας είναι πάνω από όλα αυτός που ξέρει να φτιάχνει μια ωραία πρόταση. Αυτός που έχει κατακτήσει καταρχήν τη μορφή. Γι’ αυτό οι περιπτώσεις ελλήνων συγγραφέων με πραγματική τεχνική θα έπρεπε να ξεχωρίζουν και να τυγχάνουν της προσοχής που τους αξίζει.
            Ο Γιώργος Λαμπράκος είναι ένας από αυτούς. Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων του «Ψηφιακός Νάρκισσος» (εγώ, προσωπικά, ερχόμουν για πρώτη φορά αντιμέτωπος με κείμενά του), αυτό που καταλαβαίνεις πριν από όλα είναι πως ο άνθρωπος αυτός ξέρει να γράφει. Η γραφή του είναι συγκροτημένη, με συνοχή, πυκνή και οξυδερκής. Μετά έρχονται όλα τα άλλα.
            Και το ευτυχές είναι πως «όλα τα άλλα» είναι επίσης αξιόλογα και αξιοπρόσεκτα. Οι ιστορίες της εν λόγω συλλογής βρίθουν ευρηματικότητας και «λοξής ματιάς στην πραγματικότητα» αλλά και φιλοσοφικών, λογοτεχνικών, μυθολογικών και επιστημονικών αναφορών (σίγουρα, δεν του έκανε κακό του συγγραφέα ότι βγάζει το ψωμί του μεταφράζοντας κυρίως επιστημονικά και φιλοσοφικά βιβλία). Ο Λαμπράκος έχει όχι μόνο γνώση αλλά και έντονη φαντασία.
            Πιο συγκεκριμένα, το «Α.Γ.Υ.Α. οικογένεια», η δεύτερη ιστορία του εν λόγω τόμου, είναι στην ουσία πολλά διηγήματα σε ένα, δοσμένα με χιούμορ και τεχνική. Η ιστορία του Σπύρου από μόνη της θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο πικρία αλλά και σασπένς.
            Η «φάρμα της Εδέμ», πέραν του ότι πρέπει να είναι από τα πρώτα διηγήματα στην ελληνική λογοτεχνία που ασχολούνται με το μετα-χρήμα, είναι επίσης μια ανάγνωση του μύθου του Κάιν και του Άβελ για την ψηφιακή εποχή.
            «Ο κυβερνητικός», πέραν των πλείστων όσων λογοτεχνικών (ποιητικών) αναφορών, είναι η κατεξοχήν απόδειξη και του χιούμορ του συγγραφέα και της υψηλής του τεχνικής ως προς αυτό που ανέφερα στις δύο πρώτες παραγράφους.
            «Ο Ψηφιακός Νάρκισσος» είναι ένα ενδιαφέρον διήγημα για την ψηφιακή απομόνωση - κλισέ αυτό το θέμα, πλέον, αλλά δοσμένο εν προκειμένω με ευρηματικότητα και, προφανώς, με μια πολύ ωραία αντιστοίχιση με τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ναρκίσσου. Θα μπορούσε, όμως, να αναπτυχτεί ακόμα περισσότερο.
            Στο “Eros Anikate Mahan”, το ενδιαφέρον, πέραν από την τριπλή αφήγηση, είναι η ικανότητα που δείχνει ο Λαμπράκος να μιμηθεί ένα στυλ που προσιδιάζει στα αισθηματικά μυθιστορήματα, χωρίς να μειώνει το συγκεκριμένο είδος (παρα)λογοτεχνίας και χωρίς και ο ίδιος να δείχνει γελοίος ή υπερόπτης. Η ικανότητά του να μιμείται άλλα στυλ και φωνές φαίνεται επίσης στο διήγημα «Η Εκκλησία του Δικτύου» - όπου παρουσιάζεται μια συζήτηση σε ένα διαδικτυακό φόρουμ, στην οποία συζήτηση μετέχουν γύρω στα είκοσι πρόσωπα, και στο οποίο το ξεχωριστό στυλ γραφής και οι διαφορετικές θεωρητικές και αισθητικές καταβολές του κάθε συμμετέχοντος αποδίδονται με μαεστρία- και στο πάρτι, όπου όλη η αφήγηση γίνεται σε ένα εντελώς διαφορετικό λογοτεχνικό ύφος.
            Η «Βιοφιλία» είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά είναι επίσης ένας φιλοσοφικός και επιστημονικός διάλογος, στον οποίο ο συγγραφέας δεν κάνει επίδειξη γνώσεων, αλλά ενσωματώνει τα διαβάσματά του με ένα λειτουργικό και ενδιαφέροντα τρόπο.

            Ίσως μόνο το εναρκτήριο διήγημα – «Η Μηχανή Ντεκάρτ» - και ο «Θανατοδιακόπτης» να μην είναι τόσο αισθητικά και τεχνικά άρτια, αλλά αυτό, τελικά, δεν αφαιρεί τίποτα από την αξία της όλης συλλογής. Ένα πραγματικά ενδιαφέρον βιβλίο. 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Girl In A Band της Kim Gordon

Ποιος είναι ο λόγος που μας ελκύουν τόσο τα απομνημονεύματα και οι (αυτό)βιογραφίες διασήμων ανθρώπων; Πέρα από το θαυμασμό μας, πέρα από την περιέργειά μας να τους «μάθουμε καλύτερα», πέρα από την επιθυμία να ταξιδέψουμε νοερά σε μια εποχή που δεν ζήσαμε – ή τη ζήσαμε υπό ένα άλλο πρίσμα - πιστεύω πως ένας σημαντικός παράγοντας είναι να αντλήσουμε κάτι σαν κουράγιο, να ταυτιστούμε με την ιστορία του φτωχού, άσημου αλλά κοπιάζοντος καλλιτέχνη (πρόχειρη μετάφραση του struggling artist) που στο τέλος τα καταφέρνει.
            Το καινούριο βιβλίο της Kim Gordon, των Sonic Youth (βιβλίο που σωστά πλασάρεται ως ένας τόμος απομνημονευμάτων και όχι ως αυτοβιογραφία), προσφέρει απλόχερα όλα τα παραπάνω. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο το παρουσιάζουν εκείνα τα κεφάλαια ακριβώς που μιλούν για την παιδική της ηλικία και την εφηβεία της στην Καλιφόρνια (αλλά και τη Χαβάη και το Χονγκ Κονγκ), τη σχέση της με τους γονείς της και κυρίως με τον αδερφό της, τον Κέλλερ, που εκτός του ότι διαμόρφωσε τα μουσικά της γούστα, υπήρξε μια καταλυτική παρουσία, λόγω της πληθωρικής, χαρισματικής του περσόνας, αλλά και λόγω της λεκτικής βιαιότητας που επεδείκνυε απέναντι στη μετέπειτα μπασίστρια (τελικά, αποδείχτηκε πως ήταν σχιζοφρενής). Η Γκόρντον μιλά γι’ αυτόν άλλοτε με δυσφορία, άλλοτε με θαυμασμό και άλλοτε με τρυφερότητα και παραδέχεται, μέσες-άκρες, πως διαμόρφωσε όχι μόνο την προσωπικότητά της αλλά και τον τρόπο που έβλεπε τις σχέσεις (ειδικά με τους άντρες). Πέρα από τον Κέλλερ, σε αυτά τα πρώτα κεφάλαια παρελαύνουν μια σειρά από σημαντικούς καλλιτέχνες και ανθρώπους της τέχνης, κι εκείνοι στο ξεκίνημά τους (ο Ντάνι Έλφμαν, ο Νταν Γκρέιαμ, ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ, ο Μάικ Κέλλυ και ο περιβόητος γκαλερίστας Λάρι Γκαγκόζιαν) κι εκείνοι όχι απόλυτα σίγουροι για το τι θέλουν και πώς θα το επιτύχουν.
            Μετά, η αφήγηση μεταφέρεται στη Νέα Υόρκη, με τις προσπάθειες της αφηγήτριας-πρωταγωνίστριας να εισχωρήσει στον κόσμο της τέχνης, με τις συναυλίες No Wave συγκροτημάτων, με τις τρεις δουλειές που έπρεπε να κάνει ταυτόχρονα, με τις μεγάλες αφραγκιές, με το σχηματισμό τελικά ενός γυναικείου συγκροτήματος για τις ανάγκες μιας καλλιτεχνικής περφόρμανς και, κυρίως, με την είσοδο στη ζωή της ενός ψηλού τύπου με «χείλια σαν του Μικ Τζάγκερ και ξερακιανά χέρια και πόδια, τα οποία δεν ήξερε τι να τα κάνει».
            Κι εκεί που περιμένεις η αφήγηση να απογειωθεί, η Γκόρντον υιοθετεί ένα ασυνήθιστο αφηγηματικό μοτίβο. Τα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου της αντλούν τον τίτλο τους από ένα συγκεκριμένο τραγούδι καθενός από τους δίσκους των Sonic Youth. Από εδώ και πέρα δεν διαβάζουμε πολλά για τη σχέση της με τον Thurston Moore ή τους υπόλοιπους μουσικούς, αλλά περισσότερο για τη δημιουργική διαδικασία, τα ερεθίσματα πίσω από καθένα από αυτά τραγούδια. Εκεί που η συγγραφέας αποκτά εξομολογητική διάθεση είναι όταν μιλά για τον Kurt Cobain και την κόρη της, την Κόκο. Κατά τα άλλα, κρατά για τον εαυτό της όσα θεωρεί πως δεν πρέπει να αποκαλύψει.
            Μέσα σε όλα, βέβαια, παραδίδει πολύ οξυδερκείς παρατηρήσεις για τη μουσική βιομηχανία και κυρίως τη θέση της γυναίκας σε αυτή. Παράδειγμα, το εντυπωσιακό απόσπασμα που ακολουθεί:

«Όταν ακούς παλιούς R’n’B, οι γυναίκες σε αυτούς τραγουδούσαν με έναν άγριο, παίρνω-κεφάλια τρόπο. Γενικά, δεν επιτρέπεται στις γυναίκες να «παίρνουν κεφάλια». Είναι αυτός ο φημισμένος διαχωρισμός ανάμεσα στην τέχνη και τη χειροτεχνία. Η τέχνη, και η αγριότητα και το να σπρώχνεις τα όρια είναι ένα πράγμα για άντρες. Η χειροτεχνία και ο αυτοέλεγχος και το γυάλισμα είναι για τις γυναίκες. Πολιτισμικά δεν επιτρέπουμε στις γυναίκες να είναι όσο ελεύθερες θα ήθελαν, γιατί αυτό είναι τρομακτικό. Είτε σνομπάρουμε αυτές τις γυναίκες είτε τις βγάζουμε τρελές. Οι γυναίκες τραγουδίστριες που σπρώχνουν πολύ και σκληρά έχουν την τάση να μην κρατούν πολύ. Είναι δόντια που βγαίνουν, αστραπές, κομήτες: η Τζάνις Τζόπλιν, η Μπίλι Χόλιντεϊ. Αλλά το να είσαι γυναίκα που σπρώχνει τα όρια σημαίνει πως βγάζεις επίσης προς τα έξω λιγότερο επιθυμητές πτυχές του εαυτού σου. Άλλωστε, προσδοκούμε από τις γυναίκες να κρατήσουν ενωμένο τον κόσμο, όχι να τον συντρίψουν. Γι’ αυτό η Kathleen Hanna των Bikini Kill είναι τόσο σπουδαία. Ο όρος «Girl Power» επινοήθηκε από το κίνημα των Riot Grrl του οποίου ηγήθηκε η Καθλίν τη δεκαετία του ενενήντα. Girl Power: μια φράση που αργότερα θα καπηλεύονταν οι Spice Girls, ένα συγκρότημα που φτιάχτηκε από άντρες, με την κάθε Spice Girl να έχει μαρκαριστεί με μια διαφορετική προσωπικότητα, γυαλισμένη και στυλιζαρισμένη ώστε να πουληθεί σαν ένας ψεύτικος γυναικείος τύπος. Η Κόκο ήταν ένα από τα λίγα παιδιά στην παιδική χαρά που δεν τις είχε ακουστά, κι αυτό από μόνο του είναι Girl Power, το να λες δηλαδή όχι στο γυναικείο marketing.»

Αλλά το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Thurston. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αφηγείται την τελευταία συναυλία των Sonic Youth στη Βραζιλία, με όλη την υποβόσκουσα ένταση και ψυχρότητα ανάμεσα στο ζευγάρι «που όλοι πίστευαν πως ήταν χρυσό και φυσιολογικό και αιώνια συμπαγές, που έδινε στους νεότερους μουσικούς την ελπίδα πως θα επιβίωναν τον τρελό ροκ εν ρολ κόσμο» και το οποίο ήταν πλέον «ένα κλισέ αποτυχημένων σχέσεων της μέσης ηλικίας». Τα τελευταία περιγράφουν την εισβολή στη ζωή τους μιας άλλης γυναίκας, την παράλληλη σχέση, τα ψέματα και τις αποκαλύψεις, όλα αυτά που όπως λέει η ίδια η Γκόρντον μοιάζουν με κινηματογραφικό κλισέ αλλά δεν είναι.


Εν γένει το βιβλίο σου αφήνει την εντύπωση πως είναι πολύ προσεγμένο γλωσσικά, πως είναι γεμάτο λεπτομέρειες και πως είναι ειλικρινές – πως αποκαλύπτει, εν τέλει, μόνο όσα θέλει η συγγραφέας του να αποκαλύψει. Δεν είναι, όμως, το βιβλίο που θα σου αλλάξει τη ζωή. Προτείνεται μάλλον σε φαν των Sonic Youth. 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Κρίσις, του Αρκάδιου Λευκού

Με το να γράψεις ένα μυθιστόρημα για κάτι τόσο συγκεκριμένο χρονικά όσο μια περίοδος οικονομικής κρίσης, διατρέχεις τον κίνδυνο να χαρακτηριστείς, όπως θα έλεγε ένας αγγλοσάξονας, one trick pony. Είναι, όμως, ένα βιβλίο που μιλά για μια τέτοια περίοδο κάτι που αφορά μόνο τους ανθρώπους που τη ζήσανε; Θα τολμήσω να απαντήσω όχι, εφόσον το αίτημα για κοινωνική ισότητα και για αλληλεγγύη, είναι μεν διαχρονικό, αλλά γίνεται ακόμα πιο έντονο σε ακριβώς τέτοιες περιόδους.
            Ο Σταύρος, ο αφηγητής και πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος «Κρίσις», νοιώθει να ασφυκτιά μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής ύφεσης (τη δεκαετία του 1930) – βγάζει ψίχουλα, ζει με δανεικά και με βερεσέ από τον μπακάλη, το ένα και μόνο σακάκι του πάει να λιώσει, το ίδιο και τα παπούτσια του. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα που δεν τον θέλει πια, ακριβώς λόγω της φτώχειας του. Κάποτε, στο παρελθόν, υπήρξε ιδεολόγος, ήθελε κι εκείνος «να αλλάξει τον κόσμο», αλλά πλέον βλέπει αυτό το όραμα σαν μια κουτή ψευδαίσθηση. Τώρα, θέλει απλώς να ζήσει σαν άνθρωπος, να χαρεί τα χρόνια που του αναλογούν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, αλλά βλέπει πως, έτσι άδικα που είναι δομημένη η ανθρώπινη κοινωνία, αυτό δεν είναι εφικτό για όλους. Ωστόσο, παράλληλα με τα παράπονα που απευθύνει στον φανταστικό ακροατή/συνομιλητή του, προσπαθεί να σκαρφιστεί διάφορες λύσεις, άλλες ρεαλιστικές, άλλες καθαρά αιθεροβάμονες, προκειμένου να βγει από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει.
            Με μια αφηγηματική δεινότητα σπάνια, και με μια γλώσσα που ως επί το πλείστον είναι οικεία στον σύγχρονο αναγνώστη (δεν λαϊκίζει, δηλαδή, όσο άλλα λογοτεχνικά κείμενα της εποχής, σε μια προσπάθεια να πιάσει, υποτίθεται το τότε γλωσσικό ιδίωμα), ο Αρκάδιος Λευκός παρουσιάζει με αποπνικτική ακρίβεια έναν ήρωα και μια εποχή τόσο μακρινή κι όμως τόσο κοντινή σε εμάς, τους ανθρώπους που ζούνε την κρίση των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Μερικά αποσπάσματα φαίνονται να είναι γραμμένα χτες, σήμερα, αύριο: «Αν είναι το στόμα σου πικρό, αν είναι το μάτι σου θολό, αν θες να σκεφτείς ήρεμα και δεν θέλει το μυαλό σου, αν θες να πάρεις ανάσα βαθιά και δεν ανοίγουν τα πλεμόνια σου, αν νιώθεις στενό το στήθος σου, βαρύ το κεφάλι σου, το κορμί σου βαρύ, βαριά τη ζωή σου, αν σε κρατά με νύχια γαμψά μια στενοχώρια αβάσταχτη και ώρες-ώρες λυγίζουν τα γόνατά σου και σαλεύει το λογικό σου και νιώθεις πως χάνεσαι και πως τίποτα δεν μπορεί να σε γλυτώσει, ε, τότες υποφέρεις αλήθεια από την… κρίση!»

            Η λύση που βρίσκει τελικά ο Σταύρος προκειμένου να βγει από το τέλμα του, η οριστική του απόφαση να αλλάξει τη ζωή του, έρχεται με έναν κάπως ακραίο τρόπο και θυμίζει λίγο τον ευγενή άγριο του Ρουσώ, ωστόσο είναι όλο το υπόλοιπο κείμενο που έχει αξία, πρώτον γιατί είναι πάντα σημαντικό για τον αναγνώστη να ανακαλύπτει πως και άλλοι ένοιωσαν τα πράγματα που ένοιωσε κι εκείνος, στη δική του ή σε παλιότερες εποχές (αυτός είναι, πολύ απλά, ένας από τους λόγους που διαβάζουμε βιβλία), και δεύτερον, γιατί αυτό το λογοτεχνικό κείμενο, περισσότερο από οποιοδήποτε έχω διαβάσει εγώ προσωπικά, αποκαλύπτει πόσο απάνθρωπα δομημένο είναι το σύστημα στο οποίο ζούμε.  

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Με αφορμή το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Δεν ξέρω αν αυτό με τοποθετεί στη μειοψηφία ή την πλειοψηφία (οι απόψεις, σε συζητήσεις που έχω κάνει κατά καιρούς με φίλους και γνωστούς, διίστανται), αλλά είμαι από τους ανθρώπους που έχουν σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των βιβλίων της, από το αν μπορεί κάποιος να την εντάξει στην chick lit, από το ότι δεν έχει τοποθετηθεί πολιτικά σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, διαθέτει, πολύ απλά, μια από τις καλύτερες πένες των τελευταίων είκοσι ετών, τουλάχιστον. Ίσως για αυτό ακριβώς να την υποτιμούν κάποιοι. Γιατί, όπως γράφει και η ίδια στο τελευταίο της βιβλίο, τη «Γυναίκα του Θεού», «Πώς να πιστέψεις μια γυναίκα που δεν γράφει με ενθουσιασμό και φιλαρέσκεια; Μια γυναίκα που απλώς γράφει;» Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Μιχαλοπούλου. Ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως φύλου) που έχει προ πολλού απαλλαγεί και από τις φιοριτούρες και από αυτή την – επίπλαστη, ως επί το πλείστον – (μετα)προφορικότητα που τόσο ταλανίζει τη νεοελληνική λογοτεχνία και απλώς γράφει, μεστά, μεθοδικά, με ακρίβεια και με ουσιαστική αφηγηματική δεινότητα. (Παρεμπιπτόντως, αυτά είναι δύο πράγματα που δεν καταλαβαίνουν πολλοί Έλληνες κριτικοί: πρώτον ότι ο καλός συγγραφέας δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των βιβλίων του, από την ευρηματικότητα των συλλήψεών του, αλλά, πάνω από όλα, από τη μορφή – για να το θέσω απλοϊκά, καλός συγγραφέας είναι πρώτα και κύρια αυτός που ξέρει να γράφει ωραίες, μεστές, καίριες προτάσεις. Δεύτερον, ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων συγγραφέων που δεν τα καταφέρνει ακριβώς σε αυτό).
       Των παραπάνω δοθέντων, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσες προσδοκίες είχα από το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου. Ξεκινώντας, ωστόσο, την ανάγνωσή του, με κυρίευσε η απογοήτευση. Ποια η χρησιμότητα ενός βιβλίου που περιγράφει επί εκατό και βάλε σελίδες – με πολύ ωραίο τρόπο, βέβαια – τη ζωή ενός ζευγαριού, έστω κι αν ο άντρας του ζευγαριού αυτού είναι ο Θεός; Παρά τις πλούσιες θεολογικές, φιλοσοφικές και λογοτεχνικές αναφορές στις πρώτες εκατό και κάτι σελίδες, είναι προφανές πως η συγγραφέας δεν αποσκοπεί να θίξει – πόσο μάλλον να προσφέρει τη λύση σε – ζητήματα  θεολογικά και υπαρξιακά (άλλωστε, αυτά είναι καταδικασμένα να μείνουν αναπάντητα). Υπάρχει, ωστόσο, ο διαρκής υπαινιγμός πως το ζευγάρι θα πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στη γη και πως στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα συμβεί κάτι το συνταρακτικό. Κάνεις υπομονή, λοιπόν, και συνεχίζεις να διαβάζεις. Ωστόσο, τίποτα το συνταρακτικό δεν συμβαίνει. Κι όμως, συνεχίζεις να διαβάζεις, διότι αυτό που αρχίζει να διεισδύει στον πυρήνα του βιβλίου είναι κάτι άλλο, εξίσου ενδιαφέρον: όχι η θεολογία, αλλά η λογοτεχνία. Σου δημιουργείται η εντύπωση πως η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι πως η λογοτεχνία είναι πιο σημαντική από τον πραγματικό κόσμο και πως ο λογοτέχνης είναι πιο ουσιαστικός δημιουργός από την οντότητα που, τέλος πάντων, έφτιαξε τον κόσμο. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μιχαλοπούλου προχωρά και πέρα από αυτό. Καταλήγει να μιλά για τη ματαιότητα της ίδιας της λογοτεχνίας και παράλληλα, για την ανάγκη και των συγγραφέων και των αναγνωστών να επιστρέφουν σε αυτή, για το ότι οι λογοτέχνες και οι ήρωές τους είναι παγιδευμένοι στα βιβλία τους.

Μην περιμένετε, λοιπόν, ένα θεολογικό βιβλίο. Περιμένετε, όμως, να διαβάσετε ένα περίτεχνο, ένα «ύπουλα» στημένο βιβλίο για τη φύση και την αξία της λογοτεχνίας, έναν τόμο που τελικά σου αφήνει μια γλυκιά γεύση. Δεν πρόκειται για το αριστούργημα της Μιχαλοπούλου (αυτό, μέχρι στιγμής, είναι μάλλον το «Πώς να κρυφτείς») αλλά είναι, σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική κυκλοφορία. 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει, του Γιάννη Τσίρμπα

Συζητάμε εδώ και καιρό με έναν φίλο για μια συγκεκριμένη χρησιμότητα των βιβλίων, πέρα από όλες τις άλλες: την ικανότητά τους να καταγράφουν και να διατηρούν για τις μελλοντικές γενιές τη γλώσσα αυτής εδώ. Τα βιβλία που γράφονται σήμερα οφείλουν να καταγράψουν τα προβλήματα, τις παθογένειες και τις ελπίδες της των ανθρώπων που ζουν στο επώδυνο εδώ και τώρα, αλλά με τη γλώσσα ακριβώς που μιλούν οι άνθρωποι αυτοί. Το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου («Κάτι θα γίνει, θα δεις») είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Το "Μάρτυς μου ο Θεός" του Μάκη Τσίτα επίσης. Προσθέστε τώρα στη λίστα και το "Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει" του Γιάννη Τσίρμπα. 
            Το βιβλίο του Τσίρμπα είναι σημαντικό όχι μόνο γιατί αποκαλύπτει σε όλο της το μέγεθος τη βαθιά και ευρεία εξάπλωση του ρατσισμού στην ελληνική κοινωνία στα χρόνια της κρίσης (αλλά και προ αυτής), αλλά κυρίως επειδή το κάνει αυτό με μια γλώσσα ζωντανή, ρέουσα, δυναμική. Το συγγραφικό ύφος του Τσίρμπα χαρακτηρίζεται από μια παλλόμενη, βαθιά ουσιαστική προφορικότητα, προφορικότητα αυθεντική, όχι σαν εκείνη που βλέπουμε σε ροζ και ψευτο-ιστορικά μυθιστορήματα. Ο συγγραφέας δείχνει πως έχει δουλέψει πάνω από όλα το λεκτικό κομμάτι του βιβλίου του, με συνέπεια και προσοχή, αν και, φυσικά, οι ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό είναι ως επί το πλείστον συγκλονιστικές, άλλες στην απλότητά τους κι άλλες στην περιπλοκότητά τους.
            Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει είναι ένα αξιόλογο συγγραφικό ντεμπούτο, που δεν υπόσχεται απλώς πολλά, αλλά είναι από μόνο του πολύτιμο, ένα βιβλίο που θα συζητιέται για καιρό.   


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ανθρωποφύλακες, του Περικλή Κοροβέση

Η φράση «πιο επίκαιρο από ποτέ» είναι από τις πιο πολυφορεμένες των τελευταίων ετών, σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και η πιο απλή και λιτή ερωτική ιστορία να διαφημίζεται ως μια αλληγορία για την κρίση ή σαν ένας οδηγός εξόδου από αυτήν. Πόσα όμως από τα βιβλία που επανεκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια ή από τα θεατρικά και μουσικά έργα που επανεκτελούνται στο πλαίσιο της οικονομικής, πολιτισμικής και ηθικής κρίσης αξίζουν όντως τον χαρακτηρισμό του επίκαιρου; Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά που να τον αξίζουν περισσότερο από το πρώτο βιβλίο που έγραψε ποτέ ο Περικλής Κοροβέσης και που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.
            Οι «Ανθρωποφύλακες» είναι, ως γνωστόν, το χρονικό της σύλληψης του Κοροβέση, τον πρώτο χρόνο της χούντας, και των βασανιστηρίων που υπέστη, πρώτα στην Ασφάλεια και έπειτα στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Και γιατί είναι επίκαιρη μια τέτοια ιστορία; Για τον απλούστατο λόγο ότι, όσο προχωρά ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας, τόσο πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας τι προηγήθηκε και τι μπορεί να συμβεί ξανά. Το βιβλίο αυτό πρέπει να το διαβάσουν πρώτα και κύρια όλοι όσοι λένε, ελαφρά τη καρδία, πως στα χρόνια της δικτατορίας όλα ήταν μέλι-γάλα, πως κανείς δεν υπέφερε, πως είχαν όλοι την ησυχία τους, και περιδιαβαίνοντας τούτο τον εφιάλτη, τον τόσο αληθινό, ίσως καταλάβουν πόσο κινδυνεύουν ακόμα και οι ίδιοι από τις πολιτικές που (υπο)στηρίζουν.  
            Ο Κοροβέσης γράφει λιτά, χωρίς πολλές φιοριτούρες, με μια ακρίβεια και μια οικονομία λόγου αξιοζήλευτη, που παραπέμπει σε αμερικανούς συγγραφείς άλλων λογοτεχνικών ειδών (στον Τζακ Λόντον, για παράδειγμα, ή στους δύο μεγάλους Ρέιμοντ, τον Κάρβερ και τον Τσάντλερ). Δεν προσπαθεί να κάνει μελό την αφήγησή του, η δύναμη, ωστόσο, της πένας του είναι αρκετή για να προσδώσει ένα πολύ ειδικό, πολύ έντιμο βάρος στις περιγραφές του.  

            Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. 

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Ένα απόσπασμα από την Ελληνική Ασφυξία

Για τη Νίνα, το πιο γλυκό όνειρο, η ιδεατή κατάσταση ήταν αυτή της ασφάλειας. Η ανάγκη της να νοιώθει ασφαλής ήταν πάντοτε ισχυρή, αλλά μετά τα εννιά της χρόνια πήρε μιαν άλλη διάσταση· έγινε το υπέρτατο αγαθό. Στα εννιά της χρόνια η Νίνα έχασε την οικογένειά της. Συνέβη σ’ ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο στην Ιταλία. Το ταξίδι είχε ενθουσιάσει το κορίτσι και τον αδερφό του, τον Ιάσονα. Είχαν βγει κι άλλη φορά πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, όμως, αυτή ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν στην Ιταλία, και, μάλιστα, οδικώς. Η αρχιτεκτονική και τα ρούχα, η μουσικότητα της γλώσσας, η μεσογειακή ομορφιά του τοπίου και των ανθρώπων, όλα αυτά είχαν ενθουσιάσει την εννιάχρονη δεσποινίδα Σιμοπούλου. Ήταν, όμως, και κάτι άλλο: ήταν η θέα του πατέρα της στο τιμόνι και της μητέρας της δίπλα σε αυτόν. Αυτή η εικόνα της γεννούσε μια υπέροχη αίσθηση ζεστασιάς, την έκανε να νοιώθει πλήρης κι ευτυχισμένη. Κι αυτό χάθηκε σε μια στιγμή. Είχαν φύγει από τη Βενετία και κατευθύνονταν στη Φλωρεντία. Συζητούσαν για το αν θα σταματούσαν στην Μπολόνια. Κάποια στιγμή η Νίνα αποκοιμήθηκε στη δική της πλευρά του πίσω καθίσματος. Ξύπνησε μέσα στα συντρίμμια, νοιώθοντας ένα ξένο χέρι να προσπαθεί να την τραβήξει έξω. Γύρω της, άνθρωποι μιλούσαν σε μια ακατανόητη γλώσσα. Τελικά την τράβηξαν έξω και το κορίτσι κατάλαβε τι είχε συμβεί. Μια νταλίκα είχε πέσει πάνω στο αμάξι τους. Οι δικοί της είχαν γλυτώσει, όμως, έτσι; Έτσι; Ένας πυροσβέστης, ψηλός και ξανθός, έφερε τα χέρια του στους ώμους της και την ρώτησε κάτι στην αστεία, ακαταλαβίστικη γλώσσα του. «Je suis Grecque» του φώναξε η μικρή και τίναξε τα χέρια του μακριά. Άρχισε να φωνάζει τον πατέρα της και τη μητέρα της, τον μικρό της αδερφό. Νόμισε πως είδε τον πατέρα της κι έτρεξε κοντά του, μόνο και μόνο για να καταλάβει πως ήταν κάποιος άλλος. Ο άγνωστος της χαμογέλασε και ανασήκωσε τους ώμους. Η Νίνα βάλθηκε να τρέχει ξανά γύρω-γύρω από τα κατεστραμμένα αμάξια, ψάχνοντας και φωνάζοντας, με τα δάκρυα πια να ξεχειλίζουν. Καταλάβαινε πια, αλλά δεν σταμάτησε να ελπίζει. Τελικά, ένοιωσε και πάλι κάποιον να την αρπάζει. Ήταν μια αστυνομικίνα· όμορφη και με γλυκό χαμόγελο, της είπε κάτι που περιείχε τις λέξεις μάμα και πάπα. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σημείο όπου ήταν σταματημένα δύο ασθενοφόρα. Ένας νοσοκόμος περιποιήθηκε τις πληγές του κοριτσιού, και την ίδια στιγμή η συμπαθητική αστυνομικίνα γονάτισε δίπλα της και άρχισε να της μιλάει σε έναν τόνο μητρικό. Η Νίνα δεν ήταν ηλίθια, αλλά δεν ήθελε να καταλάβει. Την έπιασαν τα κλάματα, την έπιασαν για τα καλά. Έκανε να σηκωθεί και να φύγει, αλλά ο νοσοκόμος την εμπόδισε. Το κορίτσι άρχισε να ουρλιάζει. Η αστυνομικίνα έκανε νόημα σε έναν άλλο νοσοκόμο, που έφερε με τη σειρά τρία φορεία: σε καθένα από αυτά κειτόταν παραμορφωμένο, γεμάτο αίματα, νεκρό ένα από τα μέλη της οικογένειάς της. Ένα πελώριο, ασυγκράτητο κύμα απόγνωσης έπνιξε το μικρό κορίτσι. Ένοιωσε πια τόσο μόνη που κόντευε να τρελαθεί. Σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε ακόμα και να κινείται. Απόμεινε εκεί με τα μάτια της ορθάνοιχτα, να αναπνέει από το στόμα. Ένοιωσε κάποιον να την αγκαλιάζει, αλλά δεν την ένοιαξε. Τέλος η ζεστασιά.
Την πήγαν στην Μπολόνια, στο νοσοκομείο. Την έβαλαν σε ένα μονόκλινο δωμάτιο στο ισόγειο του κτηρίου και την ανάγκασαν να πάρει ένα χάπι. Η Νίνα προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά τελικά το κατάπιε. Έπειτα της σέρβιραν φαγητό. Τα μακαρόνια τους δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ελληνικά, και η Νίνα δεν έφαγε πολύ.
Η αστυνομικίνα έμεινε δίπλα της. Συνέχισε να της χαμογελάει γλυκά, αλλά η Νίνα δεν μπορούσε και δεν ήθελε να δώσει σημασία. Κάποια στιγμή πέρασε ένας γιατρός. Ήταν ψηλός και φαλακρός κι έδειχνε κάπως κουτός. Της μίλησε σε μια άγνωστη στο κορίτσι γλώσσα. Η Νίνα μάντεψε πως ήταν αγγλικά, αλλά δεν την ενδιέφερε. Την απασχολούσε μόνο πως θα συνέχιζε τη ζωή της. Δεν είχε πια γονείς. Θα την έστελναν στο ορφανοτροφείο. Θα έτρωγε μισές μερίδες, θα της έπαιρναν τις κούκλες της και τα βιβλία της, θα της έκοβαν το αρμόνιο. Θα τη χτυπούσαν συνέχεια και θα την έβαζαν τιμωρία. Η ζωή της θα μετατρεπόταν σε ένα ατέλειωτο μαρτύριο. Πόσα χρόνια θα της έπαιρνε να μάθει ιταλικά;
Δεν ήταν αλήθεια, ε; Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παύει να υπάρχει έτσι, από την μία στιγμή στην άλλη. Ο πατέρας της ήταν δυνατός, ήταν ζωντανός, σε λίγο θα ερχόταν να την πάρει. Ήταν απλώς ένα από τα αστεία του Ιάσονα, όπως όταν της έκρυβε τις κούκλες ή όπως όταν της έλεγε πως ο Πέτρος δεν είναι ξάδερφός της. Ο Πέτρος. Δεν θα ξανάβλεπε τον Πέτρο. Δεν θα ξανάβλεπε τον Στέλιο και τον θείο Παντελή. Άρχισε να κλαίει, όχι για τον πατέρα της αλλά για το θείο της. Είχε χάσει πια τα πάντα, είχε χάσει τον ίδιο της τον εαυτό. Ποτέ ξανά δε θα ένοιωθε ασφαλής.
Αμέσως μετά την έπιασαν οι τύψεις· που είχε αποκοιμηθεί· που δεν τους είχε χαιρετήσει· που δεν είχε πεθάνει μαζί τους. Αναρωτήθηκε πώς πεθαίνει κάποιος, πώς θα μπορούσε να βάλει τέρμα στη ζωή της. Αναρωτήθηκε πώς να είναι ο Παράδεισος. Φαντάστηκε τους αγγέλους να κατεβαίνουν στη γη, να παίρνουν από το χέρι τους δικούς της κι όλοι μαζί να πετάνε προς τον ουρανό. Θα τους υποδέχονταν τόσο γλυκά, τόσο τρυφερά, με χαμόγελα φωτεινά, και θα τους έδιναν φτερά. Θα έστελναν τον πατέρα της πίσω στη γη, για να τη φυλάει για πάντα.
Κι αν αυτό δεν γινόταν; Ο Πέτρος έλεγε πως δεν υπάρχει Παράδεισος. Ο εξυπνάκιας. Άρα θα έμενε μόνη της για πάντα, απροστάτευτη, αδύναμη, μικρή.
Ο γιατρός συνέχιζε να μιλάει, αλλά η Νίνα δεν τον καταλάβαινε. Στο σχολείο της τής μάθαιναν μόνο γαλλικά. Γύρισε στην αστυνομικίνα και είπε: «Français». Η γυναίκα δεν κατάλαβε. Ζήτησε από τη Νίνα να επαναλάβει. Η Νίνα επανέλαβε και τότε η άλλη συνειδητοποίησε τι εννοούσε το κορίτσι. Εξήγησε στον γιατρό, που ανασήκωσε τους ώμους του και πήρε μια ηλίθια έκφραση απορίας και άγνοιας. Τελικά, είπε κάτι που η Νίνα δεν το κατάλαβε κι έπειτα έφυγε, άπραγος κι ακόμα πιο ανόητος.
Πέρασε κάνα μισάωρο. Η αστυνομικίνα προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα στο κορίτσι. «Io, Angela», είπε κι έφερε τα χέρια της στο στέρνο της. «Tu?» έκανε μετά δείχνοντας τη συνομιλήτριά της. Η Νίνα, που κατέβαλλε προσπάθεια να μείνει ήρεμη και ένοιωθε λίγο ζαλισμένη, είπε το δικό της όνομα. Παρατήρησε την αστυνομικίνα. Είχε κατσαρά μαλλιά που ασφυκτιούσαν κάτω από το πηλίκιό της, κατάλευκη επιδερμίδα, μύτη ελαφρώς μυτερή αλλά και γοητευτική, ελαφρώς μυτερό πηγούνι και έξυπνα μελιά μάτια. Ήταν μια από τις πιο όμορφες γυναίκες που είχε δει ποτέ της η Νίνα. Με τη  μητέρα της και τη θεία της τη Μαρία συνήθιζαν να κουτσομπολεύουν τους άλλους, να γελάνε με την ασχήμια τους. Γι’ αυτήν δεν θα είχαν να πουν τίποτα. Ήταν ένας άγγελος.
Οι δυο τους συνέχισαν αυτή τη δύσκολη προσπάθεια συνεννόησης. Η Άντζελα έδωσε το πηλίκιό της στο κορίτσι και χαμογέλασε βλέποντάς τη να το φοράει. Η Νίνα κούρνιασε στο πλευρό της. «Μαμά», ψιθύρισε, και ίσως η άλλη να την άκουσε.
Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένας αλλόκοτος κύριος. Ήταν κοντός, με χοντρά γυαλιά και φαλάκρα την οποία προσπαθούσε φέρνοντας τα μαλλιά του από το πλάι στην κορυφή του κεφαλιού του. Φορούσε καπαρντίνα και καρώ παντελόνι. Η μύτη του ήταν μεγάλη και τα χείλη του υγρά και σαρκώδη. «Καλημέρα», είπε, στα ιταλικά κι έπειτα στα γαλλικά. Πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένο το κορίτσι και βάλθηκε να του μιλάει στη γλώσσα του Μιτεράν. Ό,τι του έλεγε η Νίνα, τα μετέφραζε στα ιταλικά στην Άντζελα. Η Νίνα τον ενημέρωσε πως ήταν Ελληνίδα, πως ζούσε στην Αθήνα και πως είχε έρθει στην Ιταλία για διακοπές με την οικογένειά της. Έκανε να του εξηγήσει ποια μέρη είχαν επισκεφθεί, αλλά ο άντρας τη διέκοψε. Τη ρώτησε αν υπήρχε κάποιος στην Ελλάδα που θα μπορούσαν να τον ειδοποιήσουν. Άρα υπήρχε ελπίδα. Η Νίνα δεν θα έμενε για πάντα στην Ιταλία. Δεν θα κατέληγε στο ιταλικό ορφανοτροφείο. Το πρόσωπό της έλαμψε, καθώς μιλούσε στον ξένο για τον θείο της τον Παντελή. Ο άντρας τής ζήτησε το τηλέφωνό του κι εκείνη, που το θυμόταν απ’ έξω γιατί έπαιρνε να μιλάει είτε με τη θεία της είτε με τον Πέτρο, του το έδωσε. «Χρειάζεσαι κάτι άλλο;», τη ρώτησε μετά εκείνος. «Όχι», είπε το κορίτσι, χαμογελώντας για πρώτη φορά μετά από ώρες. Ο άγνωστος έφυγε. Χαρούμενη, η Νίνα αγκάλιασε ξανά την Άντζελα. Κι έπειτα την έπιασαν πάλι τα κλάματα.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της αστυνομικίνας, αλλά όταν ξύπνησε δεν τη βρήκε εκεί. Δεν ήταν πάντως μόνη της. Στο δωμάτιο υπήρχαν δύο άντρες. Ένας καραμπινιέρο, σχετικά ψηλός, με μουστάκι και μεγάλη κοιλιά, κι ένας γκριζομάλλης νεαρός, με φίνο κοστούμι και γυαλιά μυωπίας. Αυτός μίλησε στη Νίνα, όταν την είδε να ξυπνά. «Γεια σου, Αντωνία», της είπε, στα ελληνικά. «Με λένε Παύλο. Είμαι από το προξενείο. Πώς νοιώθεις;» Η Νίνα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Πήγε να βάλει τα κλάματα, αλλά συγκρατήθηκε. «Θέλω τον θείο μου», είπε τελικά. Ο Παύλος πλησίασε κι έφερε το χέρι του στον ώμο της. «Ο θείος σου έχει ειδοποιηθεί και θα είναι εδώ μέσα στο επόμενο εικοσιτετράωρο. Στο μεταξύ θα μείνω εγώ κοντά σου για ό,τι χρειαστείς.» Η Νίνα αδιαφόρησε. «Πού είναι η Άντζελα;» είπε μετά από μερικές στιγμές σιωπής που στον Παύλο φάνηκαν αιώνες. Ο νεαρός τη ρώτησε ποιαν εννοούσε και το κορίτσι του εξήγησε. «Α», έκανε εκείνος. Στράφηκε στον καραμπινιέρο και τον ρώτησε κάτι στα ιταλικά. Ο αστυνομικός τού απάντησε με ένα ύφος τόσο σοβαρό, που υπό άλλες συνθήκες η Νίνα θα είχε λυθεί στα γέλια, κι έπειτα ο Παύλος στράφηκε ξανά προς το κορίτσι εξηγώντας του πως η Άντζελα είχε γυρίσει σπίτι της. Η Νίνα έμπηξε τα κλάματα: «Θέλω την Άντζελα», βάλθηκε να φωνάζει, γρονθοκοπώντας ταυτόχρονα το στρώμα του κρεβατιού. Ο καραμπινιέρο πήρε μια κωμική έκφραση απορίας. Ο Παύλος φάνηκε πιο ψύχραιμος και πιο έτοιμος. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, άρπαξε το κορίτσι από τα μπράτσα και είπε: «Προσπάθησε να ηρεμήσεις! Η Άντζελα δεν είναι εδώ, αλλά δεν είσαι μόνη σου!» Η Νίνα ηρέμησε, αλλά τελικά του είπε: «Και πού ξέρεις εσύ αν νοιώθω μόνη μου;» Ο Παύλος δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, αλλά παράλληλα καταλάβαινε πως το κορίτσι θα έκανε κάμποση ώρα να ξαναχάσει την ψυχραιμία του. Ξεφύσηξε και σηκώθηκε ξανά όρθιος. Μειδίασε προς τον αστυνομικό, που στεκόταν προσοχή, λες και φύλαγε το προεδρικό μέγαρο. Έπειτα γύρισε και πάλι προς τη Νίνα. «Έμαθα, μιλάς γαλλικά», της είπε, αλλά το κορίτσι παρέμεινε μουτρωμένο. Βάλθηκε να της μιλά στα γαλλικά, και κάποια στιγμή εκείνη του απάντησε. Συνέχισαν να μιλάνε, ώσπου στο δωμάτιο μπήκε μια κυρία, σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με πιάτα γεμάτα φαγητό. Ο καραμπινιέρο προσάρμοσε το κομοδίνο της Νίνας πάνω από το κρεβάτι της κι άφησε τη νεοφερμένη να σερβίρει το φαγητό. Η γυναίκα ακούμπησε το πιάτο στο έπιπλο, με ένα χαμόγελο κατανόησης στα χείλη, κι έφυγε. Το φαγητό ήταν κοτόπουλο με πουρέ πατάτας. Η Νίνα το καταβρόχθισε. Ο Παύλος την παρακολούθησε με ένα πατρικό χαμόγελο στα χείλη. Ωστόσο, μόλις το κορίτσι σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο και τον είδε να της χαμογελά έτσι, έμπηξε και πάλι τα κλάματα. Η ανάμνηση του πατέρα της να της χαμογελά με έναν παρόμοιο τρόπο και η συνειδητοποίηση πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ, χαμογελαστό ή σκυθρωπό, την κατέθλιψε. Οι δύο άντρες δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή, ανασηκώνοντας τους ώμους, κι έπειτα ο Παύλος κάθισε ξανά στην άκρη του κρεβατιού κι αγκάλιασε το κορίτσι. Εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του, αλλά η ωραία μυρωδιά του και η αίσθηση του ακριβού υφάσματος στο μάγουλό της τής θύμισαν απλώς τον πατέρα της. Τον έδιωξε μακριά και του γύρισε την πλάτη. Κουλουριάστηκε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού και συνέχισε να κλαίει μέχρι που την πήρε ο ύπνος.
Η νύχτα ήταν γεμάτη εφιάλτες. Η Νίνα έβλεπε στο όνειρό της αυτό που δεν είχε δει στην πραγματικότητα: τον θάνατο των δικών της ανθρώπων. Άλλες φορές έβλεπε πως ο πατέρας της είχε επιζήσει, αλλά μόλις έκανε να τον αγγίξει, ο Παύλος τον τραβούσε μακριά, τον πέταγε στο κενό κι έπειτα άπλωνε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει. Είχε βγάλει τα γυαλιά του και το πρόσωπό του έλαμπε με ένα χαμόγελο διαβολικό. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως το κορίτσι ξυπνούσε και έβλεπε τον άντρα εκεί, ξαπλωμένο στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, να λαγοκοιμάται. Η Νίνα γύριζε πλευρό και προσπαθούσε να κοιμηθεί ξανά, αλλά μετά από λίγο ξυπνούσε, αναστατωμένη από έναν νέο εφιάλτη. Τελικά, όταν πια ξημέρωνε η νέα μέρα, μπόρεσε να κοιμηθεί για δύο συνεχόμενες ώρες, αλλά ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και κουραστικός. Ξυπνώντας, αντίκρυσε έναν άλλο καραμπινιέρο να στέκεται κοντά στο κρεβάτι της. Ήταν νεαρός, μετρίου αναστήματος, με καστανόξανθα μαλλιά και ευγενικό, καθαρό βλέμμα στα πράσινά του μάτια. Της χαμογέλασε στοργικά και η Νίνα αναθάρρησε. Γύρισε αμέσως προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού, ελπίζοντας πως και στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο θα είχε συντελεστεί μια παρόμοια αλλαγή, αλλά τελικά αντίκρυσε και πάλι τον Παύλο, να την κοιτά με ένα βλέμμα σχεδόν μελαγχολικό. 
«Καλημέρα», της είπε, «κοιμήθηκες καλά;» Η Νίνα ψέλλισε ένα ναι, κι έπειτα σηκώθηκε όρθια. Πήγε στην τουαλέτα. Βγαίνοντας πάλι έξω, την περίμενε μια έκπληξη. Η Άντζελα στεκόταν μπροστά της, ντυμένη με ένα λουλουδάτο φόρεμα και με τα πυκνά της μαλλιά αφημένα ελεύθερα. Έμοιαζε πιο όμορφη από χτες και η Νίνα δεν δίστασε να χωθεί στην αγκαλιά της. Η Ιταλίδα ζήτησε από τον Παύλο την άδεια να πάρει το κορίτσι μια βόλτα στην αυλή του νοσοκομείου. Ο διπλωμάτης συμφώνησε μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων, και η αστυνομικίνα έδωσε το πάλλευκο χέρι της στο κορίτσι.
Βγήκαν έξω. Η αυλή ήταν μεγάλη και πνιγμένη στο πράσινο. Ο δρόμος που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου και το πίσω πάρκινγκ περνούσε σαν άκακο, ασφαλτωμένο φίδι μέσα από μεγάλες νησίδες με γρασίδι, δέντρα και θάμνους, όπου ηρεμούσαν οι επισκέπτες και οι ασθενείς, καθισμένοι στα ξύλινα παγκάκια. Η Άντζελα πήρε από το χέρι τη Νίνα και μαζί διέσχισαν τον δρόμο. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και προσπάθησαν να κουβεντιάσουν. Χάρη στη συγγένεια των ιταλικών και των γαλλικών, η συνεννόησή τους ήταν πιο εύκολη απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Όταν, για παράδειγμα, η χαριτωμένη αστυνομικίνα ρώτησε το κορίτσι «Hai dormito bene?», η Νίνα κατάλαβε ότι τη ρωτούσε αν είχε κοιμηθεί καλά. Απάντησε si και προσπάθησε να διώξει μακριά τους εφιάλτες του χτες. Κοίταξε μακριά, στην πύλη του νοσοκομείου, περιμένοντας να επιστρέψει ο πατέρας της. Εκείνη τη στιγμή, ένα περιπολικό μπήκε μέσα και σταμάτησε μπροστά από την είσοδο του κεντρικού κτηρίου. Η μικρή το παρακολούθησε με το βλέμμα της. Η πίσω πόρτα του αμαξιού άνοιξε και βγήκε έξω μια ξανθιά γυναίκα, μάλλον βορειοευρωπαία, κι ένας ψηλός, αδύνατος άντρας, με αραιά μαλλιά και μουστάκι. Η Νίνα περιεργάστηκε τον νεοφερμένο και τον αναγνώρισε αμέσως. «Πατερούλη», ψιθύρισε, και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. «Πατερούλη», φώναξε πιο δυνατά καθώς έφτανε κοντά του. «Πατερούλη», είπε ξανά και χώθηκε στην αγκαλιά του. Το γεγονός πως εμφανίστηκε μπροστά της ο Παντελής, ακριβώς τη στιγμή που ονειρευόταν τον νεκρό της πατέρα ήταν –στο παιδικό της μυαλό, που επιπλέον το είχε ταράξει ένα τόσο μεγάλο σοκ– κάτι παραπάνω από μια απλή σύμπτωση. Ήταν ένας οιωνός, ένα σημάδι από ψηλά πως ο αντικαταστάτης είχε βρεθεί.
Ο Παντελής είχε πληροφορηθεί για το δυστύχημα το προηγούμενο απόγευμα. Δεν δίστασε στιγμή. Έπρεπε να φύγει αμέσως για την Ιταλία – μόνο που χρειαζόταν κάποιον που να μπορεί να συνεννοείται. Αμέσως πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε δύο εισιτήρια, το ένα για τον εαυτό του και το άλλο για τη Σάρλοτ, την αγγλίδα γυναίκα του αδερφού του, με την οποία δεν πολυσυμπαθιόντουσαν, ή για τον Πέτρο, που μίλαγε ήδη αρκετά καλά αγγλικά. Έπειτα κάλεσε το σπίτι του αδερφού του και ζήτησε από τη νύφη του να έρθει μαζί του στην Ιταλία. Εκείνη αρνήθηκε, μέχρι που ο Παντελής κατάλαβε πως έπρεπε να της εξηγήσει τον λόγο που της ζητούσε μια τόσο ακραία χάρη. Έφυγαν για την Ιταλία τα ξημερώματα της επόμενης μέρας κι έφτασαν στην Μπολόνια λίγο μετά τις οχτώ το πρωί. Κατευθύνθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση κι εκεί ο αρχηγός, ένας κοντός αλλά εύσωμος αξιωματικός με πυκνά γκρίζα μαλλιά και παχύ μουστάκι, τους παραχώρησε ένα περιπολικό για να τους μεταφέρει στο νοσοκομείο όπου βρισκόταν η Νίνα. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Παντελής ένοιωθε έναν κόμπο στο στομάχι του, αλλά καταλάβαινε πως έπρεπε να μείνει ψύχραιμος για χάρη της ανιψιάς της γυναίκας του. Στο αεροπλάνο, έφτασε ακόμα και στο σημείο να απλώσει το χέρι του και να πιάσει εκείνο της μισητής του Σάρλοτ, που δέχτηκε απρόθυμα αυτή τη σιωπηλή έκκληση για παρηγοριά. Δεν κοιτάχτηκαν, δεν χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, μόνο έμειναν εκεί, να κρατιούνται σαν ζευγάρι από εύθραυστο συνοικέσιο. Στη διάρκεια της πτήσης συνάντησαν κενά αέρος, κι ο Παντελής, που ταξίδευε για πρώτη φορά με αεροπλάνο, τρόμαξε, αλλά υποσχέθηκε στον εαυτό του να μείνει ζωντανός προκειμένου να σωθεί η Νίνα. Μόνο όταν έφτασαν στο νοσοκομείο και είδε το κορίτσι να τρέχει προς το μέρος του, μπόρεσε να ηρεμήσει ο άντρας της Μαρίας. Το ότι τον αποκάλεσε πατερούλη του φάνηκε παράξενο και γλυκό, αλλά συγχρόνως τον έκανε να καταλάβει πως οι ευθύνες του θα ήταν πλέον πολύ μεγαλύτερες από το να φροντίσει απλώς για την ασφαλή μεταφορά της Νίνας από την Ιταλία πίσω στην πατρίδα.
Γύρισαν στην Ελλάδα την επομένη. Ο Παντελής είχε γίνει πια ο ήρωας της Νίνας. Σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης είχε γραπωθεί από το μπράτσο του. Είχε το βλέμμα της κολλημένο πάνω του και ρουφούσε κάθε λέξη που της απηύθυνε. Το κορίτσι ένοιωθε πως η εύνοια και η αγάπη του θείου της δεν ήταν κάτι δεδομένο και πως έπρεπε να τα κερδίζει κάθε φορά από την αρχή, να τα ανανεώνει κάθε λεπτό που περνούσε. Ο άντρας από την πλευρά του ήθελε να σιγουρεύεται συνέχεια πως η ανιψιά του ένοιωθε ασφαλής, πως είχαν τεθεί οι βάσεις για να ξαναρχίσει από την αρχή τη ζωή της. Πρόσεχε συνέχεια να μην πει το λάθος πράγμα και φρόντιζε κάθε τόσο να την κάνει να χαμογελά. Είχε ξεχάσει ακόμα και την αντιπαθητική παρουσία της νύφης του, που, έτσι κι αλλιώς είχε πιάσει κουβέντα με μια Γερμανίδα στο απέναντι κάθισμα. Φτάνοντας στην Αθήνα έφερε τη Νίνα σπίτι τους κι εκεί την υποδέχτηκαν με απαράμιλλη θέρμη τα δύο ξαδέρφια της. Την αγκάλιασαν χωρίς να της πουν τίποτα, ούτε καν συλλυπητήρια, αλλά η σιωπή τους τής αρκούσε. Έπειτα ο Στέλιος την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο καινούριο της δωμάτιο, που μέχρι εκείνη την ημέρα ανήκε στον αδερφό του. Η Νίνα έπρεπε να μπει στο δωμάτιο του Πέτρου προκειμένου να ξανανοιώσει τη ζεστασιά και την ασφάλεια που ένοιωθε στο δικό της σπίτι ή στο αμάξι του πατέρα της, καθώς διέσχιζαν την Ιταλία. Η Μαρία της ανακοίνωσε πως αυτό θα ήταν τώρα το δωμάτιό της – αν και ήξερε πως κατά πάσα πιθανότητα το κορίτσι θα το αναλάμβανε ο θείος του πατέρα της, που ζούσε στο Παρίσι.
Το πρώτο βράδυ κύλησε ευχάριστα. Έφαγαν όλοι μαζί και τα δύο αγόρια κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να κάνουν την ξαδέρφη τους να γελάσει. Έπειτα πήγαν στο αρμονιάκι του Πέτρου και κάθισαν και οι τρεις τους προσπαθώντας να παίξουν. Ο Πέτρος δεν τσίνησε για τα λάθη που έκαναν οι άλλοι δύο· τους άφησε να κάνουν ό,τι ήθελαν. Αφού η Νίνα βρισκόταν στο απυρόβλητο, εκεί έπρεπε να τοποθετηθεί, τουλάχιστον για ένα βράδυ, και ο Στέλιος, που πολλές φορές φάνταζε καθυστερημένος κι ενοχλητικός στα μάτια του αδερφού του. Έπειτα έπλυναν και οι τρεις μαζί τα δόντια τους κι έπεσαν για ύπνο, η Νίνα στο δωμάτιο του Πέτρου και τα ξαδέρφια της στο δωμάτιο που μέχρι την προηγουμένη αναλογούσε αποκλειστικά στον Στέλιο.
         Η Νίνα έπεσε στο κρεβάτι προσπαθώντας να σκεφτεί τη ζωή της από εδώ και πέρα, με την οικογένεια των Αγριπιώτηδων. Αποκοιμήθηκε μετά από λίγο. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα, όταν ξύπνησε στριγκλίζοντας. Είχε δει στον ύπνο της πως ο Παύλος, ο υπάλληλος του προξενείου, είχε εμφανιστεί στο καινούριο σπίτι της και μαζί με τον μουστακαλή καραμπινιέρο την είχαν πάρει με τη βία πίσω στην Ιταλία. Φώναξε τον Παντελή, χρησιμοποιώντας πρώτα τη λέξη «θείε» κι έπειτα τη λέξη «πατερούλη». Ο Παντελής έτρεξε ανάστατος στο δωμάτιό της. Άναψε το φως και την είδε ανακαθισμένη στο κρεβάτι με ένα έντρομο βλέμμα στα όμορφά της μάτια. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;», τη ρώτησε, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της, κι εκείνη του εξήγησε τον εφιάλτη που είχε δει. «Δεν πειράζει», της είπε, «πάει, πέρασε. Κλείσε τα ματάκια σου και θα σε πάρει ξανά ο ύπνος». Μα η Νίνα δεν πειθόταν τόσο εύκολα. Του ζήτησε να ξαπλώσει μαζί της στο κρεβάτι κι εκείνος αναγκάστηκε να υπακούσει. Έβγαλε της παντόφλες του και έγειρε στην άκρη του κρεβατιού. Ένοιωσε το χέρι της ανιψιάς του να τον αγκαλιάζει. «Εντάξει τώρα;», τη ρώτησε, και η μόνη απάντηση που πήρε, μετά από ένα «μμμ» αγαλλίασης, ήταν η παράξενη λέξη «ασφαλειούλα».