Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ελεγείες των Εξαρχείων - για την περίπτωση του Χρήστου Δ. Τσατσαρώνη

Πηγαίνουμε συχνά με την Α. σε μια καφετέρια στο κέντρο, καφετέρια στην οποία, μεταξύ άλλων, ετοιμάζουμε - με πολύ αργούς ρυθμούς, από δική μου υπαιτιότητα – ένα ας-πούμε-πρότζεκτ (περισσότερα επ’ αυτού σε μελλοντικό ποστ). Εκεί, στην πρόχειρη βιβλιοθήκη που έχουν στήσει οι μαγαζάτορες, βρήκα αφημένο ένα βιβλιαράκι περίπου σαν αυτό που έχω βάλει μπρος κι εγώ: έναν μικρό τόμο με ποιήματα, με χάρτινο εξώφυλλο, αυτοέκδοση κάποιου κυρίου με το όνομα Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης.
    Δεν είναι πρωτότυπο για έλληνες ποιητές να «σκαρώνουν» τέτοια τομίδια (αν δεν κάνω λάθος, ήταν μια πρακτική προσφιλής ακόμα και στον Καβάφη ή τον Νίκο Παναγιωτόπουλο). Ειδικά στις μέρες μας, μέσα σε όλη αυτή την οικονομική δυσπραγία από τη μία και από την άλλη τον συνεχιζόμενο σνομπισμό κάποιων εκδοτικών απέναντι και σε ό,τι δεν ακολουθεί την (ποιητική ή όποια άλλη) νόρμα και σε «πένες» που δεν αντιστοιχούν σε κάποιο «καθιερωμένο» όνομα, δεν είναι καθόλου παράξενο για έναν άνθρωπο που καταπιάνεται με το γράψιμο να ακολουθεί αυτή την οδό. Και ίσως, εκτός αυτών, να υπάρχει και η ακόλουθη, πολύ απλή εξήγηση: να μη θες καν να μπεις στο όλο εκδοτικό «πανηγυράκι» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
       Από τη μία σε βάζουν σε σκέψη τα παραπάνω, από την άλλη λες «ευτυχώς που υπάρχουν (έστω) και οι αυτοεκδόσεις», γιατί έτσι πετυχαίνεις στο διάβα σου κάποιες λογοτεχνικές φωνές που σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα σου γίνονταν γνωστές και οι οποίες είναι πραγματικά άξιες προσοχής. Δεν υπονοώ πως όλοι όσοι κάνουν αυτοεκδόσεις είναι αδικημένες μεγαλοφυΐες ούτε πως όλοι όσοι εκδίδουν δια της καθιερωμένης οδού είναι ανάξιοι και υπερτιμημένοι, ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις από τους μεν που, κατά το κοινώς λεγόμενο, έχουν όντως κάτι να πουν, και σε επίπεδο φόρμας και σε επίπεδο περιεχομένου (και περιπτώσεις από τους δε που, ε, δεν…).
       Ο Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, λοιπόν· γεννημένος το 1968, όπως αναφέρει ο ίδιος στο σύντομο βιογραφικό αυτής της αυτοέκδοσης, «ισόβιος» κάτοικος των Εξαρχείων (συνοικίας που παίζει αρκετά βαρύνοντα ρόλο στο εν λόγω πόνημα), παρουσιάζει την επαγγελματική και καλλιτεχνική του δραστηριότητα με ένα μόνιμο πνεύμα αυτοσαρκασμού: κι όμως, οι δημοσιεύσεις του είναι πολλές – χωρίς να αφορούν μόνο τη λογοτεχνία-, σε μεγάλες εφημερίδες, στο ενδιαφέρον περιοδικό «Φαρφουλάς» και αλλού, όπως πολλά φαίνονται να είναι και τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του.
     Στο δια ταύτα, το πρώτο πράγμα που διακρίνεις στα ανά χείρας ποιήματα είναι μια σχεδόν διαρκής κατήφεια και θλίψη, η οποία, ωστόσο, δεν παίρνει πάντα στα σοβαρά τον εαυτό της. Κάποια ποιήματα (π.χ. Rigor Mortis, 120 κιλά, Θλιβεία, Ο Δόκτωρ Χάνεται κ.ά.) δεν δείχνουν να καταλήγουν πουθενά. Είναι γραμμικά και επίπεδα μέσα στη μαυρίλα τους. Δεν έχουν κάποια κορύφωση, κάποιο φινάλε, κάποια ανατροπή, κάποιο punchline, κάποιο επιμύθιο. Αυτοαναλώνονται στη σκοτεινότητά τους. Αν έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα ή αν κρύβουν στον πυρήνα τους κάποιο αστείο, εγώ προσωπικά δεν είμαι σε θέση να το πιάσω.
      Ωστόσο, προχωρώντας πέρα από αυτό το στοιχείο, ανακαλύπτεις κείμενα που και χιούμορ έχουν, και ενδιαφέρουσα εικονοπλασία και συμβολισμούς, και ανατροπές και ένα ελαφρύ πολιτικό στοιχείο. 
     Ξεχώρισα, μεταξύ άλλων, το «Σ’ αυτή τη γιορτή», το οποίο έχει μεν μια προφανή ίσως κατάληξη, αλλά η κατάληξη αυτή γίνεται με πολύ ενδιαφέροντα τεχνικά τρόπο – ο οποίος έχει να κάνει με την ομοιοκαταληξία του τελευταίου διστίχου. Ξεχώρισα επίσης το ποίημα «Ο Σπόγγος», το οποίο είναι μια αλληγορία για τους ανθρώπους τους οποίους οι γύρω τους επιφορτίζουν με το ρόλο του τέρατος, έστω κι αν δεν διαθέτουν στην πραγματικότητα οτιδήποτε το τερατώδες, αλλά θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει σαν μια αλληγορία για τον συγγραφέα ή ακόμα και για τον ψυχοθεραπευτή, δύο τύπους ανθρώπων που επίσης σφουγγίζουν τη δυστυχία (ή την ευτυχία) των γύρω τους και τη μετουσιώνουν (ή, έστω, προσπαθούν) σε κάτι άλλο. Τεχνικά, το ποίημα «Το άδειο κατάστημα» ακολουθεί μεν την οδό της κατήφειας που περιγράφηκε παραπάνω, ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Χ.Δ.Τ. αφήνει ανολοκλήρωτη την τελευταία φράση, όχι μόνο αποφεύγει να επαναληφθεί αλλά δίνει και το ελεύθερο στον αναγνώστη να φανταστεί ό,τι ο ίδιος επιθυμεί σχετικά με αυτόν τον λειψό παραλληλισμό. «Τα γυαλιτάκια» και «Οι φακές» χρησιμοποιούν τα σύμβολά τους με πολύ ωραίο τρόπο και θα μπορούσαν και τα δύο να γίνουν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια (κι αυτό, εν προκειμένω, είναι κάτι σαφώς θετικό). Το «Χάσμα γενεών» είναι ένα πολύπλευρα πολιτικό ποίημα, ενώ η «Χημειοθεραπεία» είναι αφοπλιστικά απλή και αφοπλιστικά ειλικρινής. Το «Χώνεται» είναι στημένο πάνω σε μια εξαιρετική (όσο και εφιαλτική) παρομοίωση, ενώ το τελευταίο ποίημα, τα «Ψωμιά» είναι γεμάτο από εξαιρετικά δοσμένες εικόνες της σύγχρονης Αθήνας.
     Γενικά, έχουμε να κάνουμε με έναν ευφυή άνθρωπο, ευαίσθητο και εξαιρετικά παρατηρητικό, με οξεία λεξιπλαστική ικανότητα και χιούμορ, ο οποίος αξίζει πολύ περισσότερη προσοχή από αυτή που λαμβάνει. Γενικά, υπάρχει στη λογοτεχνική σκηνή αυτής εδώ της χώρας, ένα παράλληλο ποιητικό ποτάμι, που είναι κατά καιρούς και κατά περιπτώσεις πολύ πιο ενδιαφέρον και πολύ πιο ευρηματικό από το mainstream (pun intended),  που πλασάρεται ως σπουδαίο.


            

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Η λάθος λίστα - για το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι

Υπάρχει κάτι το βαθιά ρατσιστικό στο να λες πως κάποιος δεν μπορεί να γράψει για κάτι που δεν έζησε ο ίδιος, κάτι που κείται πέρα από τα βιώματά του, τις καταβολές του, την κοινωνική του τάξη (και, βέβαια, υπάρχει αντίστοιχα κάτι το απύθμενα βλακώδες στο να αρνείσαι να γράψεις οτιδήποτε άλλο από αυτά που έζησες).
      Στο καινούριο του βιβλίο –και πρώτο του μυθιστόρημα- ο Μόρισι πέφτει θύμα αυτού ακριβώς του ρατσισμού: έχοντας από τριακονταετίας δηλώσει πως απέχει από το σεξ, κάνει το κατά τους πάντα πρόθυμους επικριτές του το «λάθος» να συμπεριλάβει στο εν λόγω πόνημα κάμποσες ερωτικές σκηνές. Ωστόσο, οι σκηνές αυτές – παρότι δεν στερούνται ελαττωμάτων – δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα του βιβλίου.
        Το “List of the Lost” (Penguin, 2015) αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας σκυταλοδρόμων (σπορ με το οποίο είχε ασχοληθεί και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εφηβεία του), φοιτητών αμερικανικού  κολλεγίου, που τα έχουν όλα – αλλά όχι για πάντα. Οι πρώτες δέκα περίπου σελίδες κυλούν ανούσια, σε μια συνεχή προσπάθεια του Μόρισι να πει κάτι περισπούδαστο και βαθιά λυρικό, ενώ στην ουσία δεν λέει τίποτα για τους τέσσερις νεαρούς ούτε για τους ανθρώπους γύρω τους. Η ιστορία δεν ξεκινά παρά μετά την εμφάνιση της Eliza, της κοπέλας του πρωταγωνιστή Ezra, και απογειώνεται (όσο απογειώνεται) από το συμβάν στο δάσος και μετά. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος ανάμεσα στην απόφασή του να αφηγηθεί την ιστορία και τη ροπή του αφενός προς την αμπελοφιλοσοφία και τη μεγαλοστομία και αφετέρου στα (συχνά αχρείαστα) ευφυολογήματα και λογοπαίγνια – κι όλα αυτά με έναν λόγο που είναι ανούσια μακροπερίοδος και βαρύς. Ο Μόρισι είναι υπερβολικά επικριτικός απέναντι στους χαρακτήρες του και προσπαθεί συνεχώς να καθοδηγήσει τους αναγνώστες του προς συγκεκριμένα συμπεράσματα – είτε σχετικά με την πλοκή είτε σχετικά με τον κόσμο γενικά.
        Η γνώση των αγγλικών που διαθέτει ο Μόρισι είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη, όπως είναι και η ικανότητά του να τη χρησιμοποιεί και να παίζει μαζί της όπως αυτός θέλει, αλλά εδώ λειτουργεί σαν τροχοπέδη, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται παραπάνω, αλλά και γιατί έχει επιλέξει να τοποθετήσει την ιστορία του στις ΗΠΑ. Οι ήρωές του μιλάνε με μια γλώσσα βρετανικότερη των βρετανών – ειδικά ο μονόλογος του αστέγου, της Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και του κοσμήτορα Άϊζακ, αλλά και το ομαδικό παραλήρημα των τριών από τους τέσσερις σκυταλοδρόμους στο μπαρ, λίγο πριν το τέλος, δείχνουν βγαλμένοι από μυθιστόρημα της Τζορτζ Έλιοτ, με αυτήν την τέλεια, ποιητικότατη σύνταξη και την αψεγάδιαστη, περίτεχνη χρήση του λεξιλογίου.
         Τέλος, ο αναγνώστης διαβάζει κάτι παραπάνω από εκατό σελίδες χωρίς να μάθει ποτέ σε βάθος και σε ουσία τους χαρακτήρες του βιβλίου – πέρα από τον προπονητή της ομάδας, τον κύριο Ριμς – ενώ τα γεγονότα που εξιστορούνται, ειδικά μετά το συμβάν στο δάσος, συνδέονται μεν σε φιλοσοφικό επίπεδο αλλά όχι σε δραματουργικό. Ειδικά το κομμάτι που αφορά στην Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και το γιο της μοιάζει βγαλμένο από το πουθενά.
          Βέβαια, επειδή έχουμε να κάνουμε με έναν μάστορα του λόγου – γραπτού και προφορικού – το βιβλίο δεν στερείται αρετών. Έτσι, η ανάλυση του υποβάθρου του Ριμς είναι υποδειγματική, κάποιοι διάλογοι μεταξύ του Ezra και της Eliza είναι γεμάτοι ενδιαφέρον, σπιρτάδα και ουσιαστική τρυφερότητα, ο τρόπος που εξιστορείται το συμβάν στο δάσος και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας «μεταφέρει» τους ήρωές του από εκεί στο μπαρ είναι αποδεικτικά μεγάλης αφηγηματικής δεινότητας. Το γλυκόπικρο φινάλε είναι και αυτό συγκινητικό και καλοδουλεμένο. Η δε ευθύτητα με την οποία ο συγγραφέας αγγίζει κάποια θέματα που δεν έχουν να κάνουν με την πλοκή (αλλά προκύπτουν από αυτή), όπως το θέμα της βιαιότητας απέναντι στα ζώα ή της δικαιοσύνης που δείχνει φτιαγμένη ώστε να βοηθά τους πλουσίους ή της υποκρισίας των κατεχόντων εξουσία που ξεσπαθώνουν δημοσίως κατά της ομοφυλοφιλίας αλλά πίσω από κλειστές πόρτες ερωτοτροπούν με άτομα του ιδίου φύλου (επίκαιρο) ή οι περιπτώσεις πολιτικών όπως η Θάτσερ ή ο Ρίγκαν είναι αν μη τι άλλο αξιοθαύμαστη.
        Και, βέβαια, υπάρχουν και κάτι αποσπάσματα σαν αυτό, που, παρότι γράφτηκε για την Αμερική του 1970, βρίσκει τέλεια εφαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης:

«Έχεις παρακολουθήσει ποτέ τις ειδήσεις στην τηλεόραση με όλη την προπαγάνδα της τακτικής του εκφοβισμού; Κάθε ρεπορτάζ έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να σε τρομάξει, να σε απωθήσει μέσω του φόβου, να σε κάνει να νοιώσεις μικρός, εν εγρηγόρσει αλλά αβοήθητος, και μετά – μπαμ! – ‘και τώρα έχουμε τα αθλητικά νέα’, λες και αυτό υποτίθεται πως θα αντισταθμίσει όλα τα σκατά που συμβαίνουν στον κόσμο».

(Σελ. 83. Η –πρόχειρη- μετάφραση δική μου)


Με το φόβο να φανώ συγκαταβατικός (όχι ότι θα το μάθαινε ποτέ ή ότι θα τον ένοιαζε) απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει με το παραπάνω το στίγμα του όχι μόνο στις καρδιές, κατά το κοινώς λεγόμενο, εκατομμυρίων ακροατών ανά τον κόσμο αλλά και την ίδια την ιστορία της στιχουργικής, ολοκληρώνω αυτό το κείμενο λέγοντας πως, σε αντίθεση προς τα τραγούδια του αλλά και την εξαιρετικά καλογραμμένη (με εξαίρεση τις τριάντα περίπου τελευταίες σελίδες) αυτοβιογραφία του, το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι είναι ένα βιβλίο στο οποίο οι αδυναμίες υπερτερούν των αρετών, αλλά το οποίο δείχνει πως ο συγγραφέας του μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα και στον τομέα της πεζογραφίας. 

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Ανώνυμου, Kakorizikh - a tale of love gone sour

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

"125 sms βρέθηκαν αποθηκευμένα στον φάκελο ενός τηλεφώνου νόκια που αγοράστηκε από κατάστημα στην πλατεία Κάνιγγος. Τα μηνύματα, τα οποία συντάχτηκαν την περίοδο Σεπτεμβρίου 2005-Σεπτεμβρίου 2006, προορίζονταν όλα για την ίδια γυναίκα. Έχουν γραφτεί σπασμωδικά σε ακατάστατες ώρες και επαναλαμβάνουν εμμονικά το ίδιο ακριβώς παράπονο."

Τα sms που συνθέτουν αυτό το βιβλίο είναι σχεδόν αποκλειστικά προσβλητικά - ενίοτε και χυδαία. Παραλλαγές στο ίδιο θέμα, παραλλαγές βαρετές από ένα σημείο και μετά. Προς το τέλος μόνο του βιβλίου παρατηρούμε καναδυό μηνύματα στα οποία ο συγγραφέας (εντός ή εκτός εισαγωγικών) απευθύνεται στην πρώην σύντροφό του με στοργή αλλά και μερικά ακόμα στα οποία φαίνεται να στρέφεται προς κάποιον τρίτο, άγνωστο, αντικειμενικό παραλήπτη/αναγνώστη. Πέραν τούτων, η όλη υπόθεση μπορεί να ιδωθεί: 

-Σαν ένα κείμενο πλούσιο σε γλωσσολογικά ευρήματα.  

-Σαν πιθανό αντικείμενο ψυχολογικής μελέτης.

-Σαν ένα μνημείο πικρόχολης καψούρας. 

-Σαν ένα μνημείο αντρικού κομπλεξισμού. 

-Σαν ένα κείμενο με θέμα τις ερωτικές σχέσεις αλλά και με παράλληλες φιλοσοφικές/θεολογικές αναζητήσεις. 

-Σαν ένα αστείο που βαραίνει -και ζημιώνει- τον αποστολέα και όχι την παραλήπτρια. 

-Σαν μία άσκηση πάνω στην εμμονή και την τάση προς επαναληπτικότητα που αυτή κουβαλά. 

-Σαν ένα απλό παράδοξο. 

-Σαν όλα τα παραπάνω και τίποτα από αυτά. Το βιβλίο είναι πρωτότυπο, σίγουρα, αλλά δεν ξέρω αν θα το πρότεινα σε κάποιον για οποιονδήποτε άλλο λόγο πέρα από το γλωσσολογικό, ψυχολογικό και κοινωνιολογικό του ενδιαφέρον. Ίσως, βέβαια, αυτό και μόνο να είναι αρκετό. 

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Για το "Εξώφυλλο δέρμα του χρόνου", του Πάνου Οικονόμου

Μετά λύπης ομολογώ πως την περίπτωση του Πάνου Οικονόμου (δάσκαλου, ραδιοφωνικού παραγωγού, ενεργού πολίτη – με την ουσιαστική, την ακόμα άφθαρτη έννοια του όρου – και, φυσικά, ποιητή) δεν την αντιλήφθηκα παρά όταν εκείνος είχε φύγει πια από τη ζωή. Τον έμαθα χάρη στα παιδιά από τους Tango With Lions, που υπήρξαν φίλοι του και αναγνώστες του και, έτσι, τον περασμένο Σεπτέμβρη, έφτασε στα χέρια μου ένα αντίτυπο της ποιητικής του σύνθεσης «Το εξώφυλλο δέρμα του χρόνου».
      Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά με την περίπτωση του εν λόγω βιβλίου είναι, φυσικά, ο τρόπος με τον οποίον έχουν τυπωθεί οι λέξεις πάνω στο χαρτί – διάσπαρτες και όχι πάντα η μία κάτω από την άλλη. Με αυτόν τον τρόπο αντανακλάται από τη μία το συναισθηματικό ταξίδι, με όλα του τα σκαμπανεβάσματα, του πρωταγωνιστή-αφηγητή του ποιητικού κειμένου, και από την άλλη καλεί – παρασύρει – τον αναγνώστη σε μια βίωση –και όχι απλά ανάγνωση- του κειμένου.
      Ενός κειμένου που, πέρα από την προαναφερθείσα τυπογραφική ιδιαιτερότητα, είναι από μόνο του αξιόλογο, ενίοτε δε ιδιαίτερα καλογραμμένο και μεστό. Έχουμε να κάνουμε με μια ποιητική σύνθεση στην ουσία αυτοβιογραφική – η αυτοβιογραφία ως καταγραφή της φθοράς. Μία αλλόκοτη, μη γραμμική (όπως η εκτύπωση) εξιστόρηση στην οποία τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μεταξύ ρεαλισμού και συμβολισμού αλληλεπικαλύπτονται με τρόπο ευρηματικότατο, καίριο και, εν τέλει, πολύ όμορφο – μία ποιητική σύνθεση όπου το προσωπικό, το πηγάζον από το υποσυνείδητο, μπλέκεται ζωντανά, ευφάνταστα, πολύχρωμα, με την νεοελληνική ιστορία, την αρχαιοελληνική και ιουδαϊκή μυθολογία αλλά και, ενίοτε, τη μαζική κουλτούρα.
    Η ζωή του Πάνου Οικονόμου υπήρξε σύντομη – ωστόσο, μιλώντας με ανθρώπους που τον γνώρισαν και διαβάζοντας για αυτόν έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως άφησε βαθύ το αποτύπωμα στους φίλους, τους συνεργάτες και τους μαθητές του – για εμάς τους υπόλοιπους, που δεν τον γνωρίσαμε, υπάρχει αυτό εδώ το ποιητικό κείμενο, που, αν και δεν είναι αριστουργηματικό, αποδεικνύει πάντως το ταλέντο, την ευαισθησία και την ιδιαιτερότητα της γραφής του δημιουργού του.

Το βιβλίο διατίθεται εδώ

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Ένα cautionary tale από το 1941

Στη «Σκακιστική Νουβέλα» (εκδ. Άγρα, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου) του Στέφαν Τσβάιχ – όπως και σε όλα τα έργα μυθοπλασίας που έχουν σαν αφορμή τους ένα τόσο εξειδικευμένο θέμα – το σκάκι χρησιμοποιείται απλά ως εφαλτήριο από το συγγραφέα προκειμένου να μιλήσει για την ανθρώπινη κατάσταση, για ένα ζήτημα πολύ πιο ευρύ και πολύ πιο καίριο από τα 64 τετράγωνα της σκακιέρας.

Η ιστορία ξεκινά πολύ απλά κι όμως πολύ εύστοχα, χωρίς πολλές φιοριτούρες και χωρίς καμία απολύτως παρέκκλιση από το διαφαινόμενο ως θέμα του βιβλίου. Ο αναγνώστης παραπλανάται πως ο πρωταγωνιστής της «Σκακιστικής Νουβέλας» θα είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής Μίρκο Τσέντοβιτς, ένας άνθρωπος που δεν δείχνει να έχει καμίαν άλλη θετική ιδιότητα και κανένα άλλο ενδιαφέρον πέρα από την απαράμιλλη ικανότητά του στο σκάκι. Καθώς, όμως, η ιστορία εξελίσσεται και στο κάδρο μπαίνει ο μυστηριώδης, ιδιόρρυθμος Δόκτωρ Μπ., γίνεται αντιληπτό πως το ζήτημα που εξετάζει το βιβλίο είναι πολύ πιο σημαντικό από μια απλή (ή και περίπλοκη) παρτίδα σκάκι. Ουσιαστικά, το αντικείμενο του βιβλίου είναι η εμμονή, η ψύχωση, η πάλη του ανθρώπου απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό – αλλά δεν πρόκειται απλά για την εξέταση μιας παθογένειας. Διότι η ψυχική νόσος του Δόκτορος Μπ. δεν είναι εγγενής. Είναι κάτι που έχει επιβληθεί έξωθεν, από το απάνθρωπο χιτλερικό καθεστώς που επικρατούσε στη Γερμανία και την Αυστρία κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930 (κι έπειτα επεκτάθηκε και σε άλλα σημεία του πλανήτη, για να καταρρεύσει, ευτυχώς, μερικά χρόνια αργότερα), μέσα από μια πολύ ιδιότυπη μέθοδο βασανισμού, προάγγελο των λευκών κελιών. Το βιβλίο μιλά για την κτηνωδία του φασισμού και του ναζισμού, και είναι γι’ αυτό ιδιαίτερα επίκαιρο, ειδικά σε τούτην εδώ τη γωνιά του πλανήτη.


Όσο καλογραμμένη κι αν ήταν η «Σκακιστική Νουβέλα», όσο συναρπαστική κι αν ήταν η εξέλιξη της παρτίδας που περιγράφεται εντός της, δεν θα είχε καμιάν αξία χωρίς την οικουμενικότητα του μηνύματός της, χωρίς την αγωνία του συγγραφέα να αναδείξει ένα μείζον πρόβλημα, μια σκοτεινή πτυχή της ανθρώπινης φύσης και ιστορίας, που έχει βγει και πάλι στην επιφάνεια. 




Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Δύο διαφορετικά ιερά τέρατα και ισάριθμοι τερατώδεις ήρωές τους

(Δύο βιβλία που διάβασα πρόσφατα, εν μέσω των απογοητευτικών πολιτικών εξελίξεων, μετά τον θρίαμβο του Όχι.)

Θυμάμαι ένα συμφοιτητή μου, στα τέλη της προ-προηγούμενης δεκαετίας, να μου μιλά για ενθουσιασμό (ενθουσιασμό που συνήθως επεφύλασσε μόνο σε ταινίες που του άρεσαν, εξ ου και η μετέπειτα απολύτως λογική εξέλιξή του σε έναν από τους καλύτερους σινεκριτικούς της γενιάς μας) για μια ιστορία που είχε διαβάσει πρόσφατα – μία ιστορία του Κάφκα, που ξεκινά με την εντελώς ανεξήγητη και εν μία νυκτί μεταμόρφωση ενός ταπεινού υπαλλήλου σε κατσαρίδα. Πέρασαν χρόνια από τότε, και παρόλο που εγώ ο ίδιος δεν βρέθηκα αντιμέτωπος με το ίδιο το κείμενο, βρέθηκα αντιμέτωπος με άλλα κείμενα του σπουδαίου Τσέχου, καθώς και με πλείστες όσες αναφορές στο βάσανο του Γκρέγκορ Σάμσα, στην ποπ κουλτούρα, σε συζητήσεις, σε εξυπνακίστικα ή όντως έξυπνα τουίτ και status update στο facebook.
Μέχρι που, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, σε ένα φιλικό σπίτι, ανακάλυψα ένα αντίτυπο της Μεταμόρφωσης, από εκείνα που έδιναν μερικά χρόνια πριν οι εφημερίδες (σε μετάφραση του Βασίλη Τομανά). Πήρα το θάρρος να το δανειστώ και το διάβασα σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα.
Το να πω πως ο Κάφκα είναι σπουδαίος συγγραφέας και η εν λόγω ιστορία συναρπαστική είναι περιττό. Το θέμα είναι γιατί συμβαίνουν όλα αυτά: δεν είναι απλώς η εντυπωσιακή αρχική σύλληψη ή ο πρωτοποριακός χαρακτήρας του κειμένου. Το ζήτημα με τη Μεταμόρφωση του Κάφκα είναι πως η τεχνική αρτιότητα, η μεστότητα και η γλαφυρότητα της περιγραφής, καθώς και η παράλληλη προς την αφήγηση της συμφοράς που βρίσκει τον Γκρέγκορ Σάμσα παράθεση μιας πλειάδας (άκρως ενδιαφερόντων και γεμάτων χαρακτήρα) πραγματολογικών στοιχείων που αφορούν τη ζωή της υπόλοιπης οικογένειάς του (αλλά και σχεδόν όλων των άλλων προσώπων που παρελαύνουν σε αυτή) είναι που κάνουν την ιστορία τόσο αληθοφανή (παρότι είναι παντελώς απίθανη) αλλά και που «αιχμαλωτίζουν» τον αναγνώστη και τον «κλειδώνουν» σε αυτόν τον προθάλαμο του καφκικού σύμπαντος. Ο συγγραφέας σε βάζει μέσα σε αυτό το σπίτ, μέσα σε αυτές τις ζωές, μέσα σε αυτή την εποχή (παρά τη διαχρονικότητα, εν τέλει, της ιστορίας που αφηγείται). Μετά έρχονται όλα τα άλλα, τα σπουδαία θέματα που θίγει εδώ και αλλού ο σπουδαίος αυτός, παραγνωρισμένος στην εποχή του λογοτέχνης: το παράλογο της ύπαρξης, η αποσύνδεση του νου από το κορμί, η εμπειρία του τερατώδους, η σπαρακτική απομόνωση.
Ο Κάφκα δεν είναι σπουδαίος μόνο για το σύμπαν που έστησε, αλλά για το πόσο καλά δόμησε το σύμπαν αυτό, πόσο γοητευτικά σε τραβά εντός του, πόσο απλά σου ανοίγει την πόρτα στον εφιάλτη της ύπαρξης των ηρώων του που ήταν, εν τέλει, ο εφιάλτης και της δικής του ύπαρξης και που είναι ίσως και της δικής σου.



Στη νουβέλα «Ένα πολύ πρωτότυπο Δείπνο» (Gutenberg, 2015, μτφρ. Κωνσταντίνος Αρμάος) ο Φερνάντο Πεσόα, υπό το νεανικό ψευδώνυμο Alexander Search, επίσης πρωτοπόρος, επίσης ανανεωτής και ανατροπέας, εξετάζει το γκροτέσκο και την αποκτήνωση από μια άλλη σκοπιά, σαφώς πιο πιθανοφανή και γι’ αυτό πιο τρομακτική.  Ο Χερ Πρόζιτ, πρόεδρος της Γαστρονομικής Κοινότητας του Βερολίνου, προσκαλεί τους συναδέλφους του σε ένα δείπνο όμοιο του οποίου, σύμφωνα με τον οποίο, δεν έχει ξαναγίνει. Σε τι έγκειται αυτή η πρωτοτυπία κανείς τους δεν μπορεί να καταλάβει, ακόμα και μετά το πέρας του επίμαχου δείπνου. Η τελική αποκάλυψη του Πρόζιτ, θα ξυπνήσει στους συνδαιτυμόνες του ένα πρωτόγνωρο σοκ. Αλλά μέχρι να γίνουν όλα αυτά και μέχρι το πρωτότυπο δείπνο να φτάσει στην αναπόφευκτη κορύφωσή του, ο Πεσόα θα διηγηθεί την όλη ιστορία και θα σκιαγραφήσει το χαρακτήρα του Πρόζιτ με τόση μαεστρία που αφήνει τον αναγνώστη έκθαμβο, κάνοντας έτσι την ιστορία του ακόμα πιο σοκαριστική και πιο αξιομνημόνευτη. 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Αν οι τοίχοι είχαν φωνή - για "Το Κτίριο" της Πένυς Φυλακτάκη

Ένα από τα κύρια προβλήματα με το ελληνικό καλλιτεχνικό γίγνεσθαι είναι πως έχουμε μάθει να επιβραβεύουμε τις αγνές προθέσεις περισσότερο από το τελικό αποτέλεσμα. Μια καλή ιδέα δεν αρκεί – αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσο ήταν επιτυχής η πραγματοποίησή της. Το βιβλίο της Πένυς Φυλακτάκη, «Το Κτίριο» (θεατρικός μονόλογος που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις Εκδόσεις Δίγαμμα) έχει ως αφετηρία του μια σπουδαία αρχική σύλληψη: πρόκειται για την αυτοβιογραφία ενός κτηρίου. Αυτή η εξαιρετική ιδέα, που θα μπορούσε να αναπτυχθεί με πλείστους όσους τρόπους, αποτυπώνεται στο χαρτί από τη Φυλακτάκη με διακριτική, φαινομενικά μικρή μαεστρία. Αν δεν συνέβαινε αυτό, το βιβλίο θα ήταν ανάξιο της προσοχής οποιουδήποτε. Ως έχει, πρόκειται για ένα μονόλογο σύντομο, κι όμως γλαφυρό, γεμάτο πλούσιες εικόνες, γεμάτο ευφυή λεκτικά παιχνίδια, και γεμάτο ευαισθησία, παρότι ο αφηγητής-πρωταγωνιστής είναι ένα ντουβάρι. Το φινάλε, βέβαια, είναι κάπως προβλέψιμο, αλλά κατανοητό. Όσο για την τυπογραφική επιμέλεια του ανά χείρας τόμου, αυτή είναι πολύ ξεχωριστή, και τραβάει με περισσή ευκολία το μάτι του αναγνώστη – δεδομένων των προαναφερθέντων, βέβαια, δεν πρόκειται για ένα φθηνό τέχνασμα, καθώς ο αναγνώστης «παγιδεύεται» τελικά σε ένα κείμενο μεστό. Συνολικά, έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ιδιαίτερη λογοτεχνική, εικαστική και εκτυπωτική προσπάθεια. 

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για τον Ρέιμοντ Κάρβερ

Είναι άσκοπο να αναλύσει κανείς εκ νέου την ανθρωπογεωγραφία (αν αυτός είναι ο σωστός όρος) των κειμένων του Ρέιμοντ Κάρβερ. Είναι κι αυτή φυσικά μια σημαντική πτυχή της τέχνης του – αλλά πιο σημαντική είναι η ίδια η τεχνική του. Το θέμα με τον Κάρβερ είναι το εξής: όλα τα διηγήματά του που περιέχονται στον υπό εξέταση τόμο (Για τι πράγμα μιλάμε, όταν μιλάμε για αγάπη – Μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης, Εκδόσεις Απόπειρα, 1993) ανοίγουν με ένα αριστοτεχνικά αξιομνημόνευτο τρόπο. Και όλα τους κλείνουν με έναν τρόπο άλλοτε άχαρο, άλλοτε υπερβολικά αόριστο, άλλοτε απλώς διφορούμενο.
    Αλλά το θέμα είναι τι συμβαίνει ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Πόσα διακυβεύονται, πόσα διακινδυνεύονται, πόσα μένουν ανείπωτα, πόσα βαραίνουν τους ήρωες – και, βέβαια, πόσα όντως συμβαίνουν, πόσα όντως λέγονται, πόσες μικρές ή μεγάλες τραγωδίες. Αν η πραγματική ζωή δεν προσφέρει πάντοτε λύσεις, αλλά συχνότατα μόνο μια διαρκή γεύση πικρίας ή απογοήτευσης ή απορίας, γιατί να το προσφέρουν αυτά – ή οποιαδήποτε άλλα διηγήματα;
    Υπάρχουν σε αυτά εδώ τα κείμενα φράσεις που σε καρφώνουν στον τοίχο, άλλοτε με τη βαθιά ανθρωπιά τους, άλλοτε με τη μαυρίλα τους, άλλοτε με το παράλογο ή τη βαναυσότητα που εκφράζουν. Και, μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που νομίζεις πως κάτι άλλο έχει κατά νου ο συγγραφέας: «Πέφτω στα γόνατα και ικετεύω. Κι όμως σκέφτομαι τη Χουανίτα». «Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες τις σημαντικές αποφάσεις μας τις πήραμε πίνοντας» (Εξοχικό περίπτερο). «Είδε ένα αμάξι να σταματάει και μια γυναίκα με μακρύ παλτό να μπαίνει μέσα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν αυτή η γυναίκα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως έφευγε μακριά από δω, για κάποιο άλλο μέρος» (η μητέρα ενός χτυπημένου από αμάξι μαθητή, στο διήγημα Το Μπάνιο). «Είμαι εκεί μέσα, τα μάτια ανοιχτά, το πρόσωπο προς τα κάτω, κοιτάζοντας τα μούσκλια στο νερό, νεκρή». «Ο Στιούαρτ πιστεύει πως μ’ άφησε να κοιμάμαι σήμερα το πρωί» (Τόσο πολύ νερό κοντά στο σπίτι). Και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής.
     Όσο για τις περιγραφές του Κάρβερ – μιας και περί τεχνικής ο λόγος -, αυτές είναι λιτές, σχεδόν αντιλογοτεχνικές, αλλά καίριες παρόλα αυτά, περιγραφές που βρίσκεις μόνο στην αμερικανική πρόζα. Δεν υπάρχει καλλωπισμός, δεν υπάρχει γλαφυρότητα. Υπάρχει μόνο το αντικείμενο, το περιβάλλον, η κατάσταση και ο πιο ευθύς και ακριβής τρόπος για να τα περιγράψεις.
     Γενικά, το «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη» είναι ένα βιβλίο λιτό, μελαγχολικό, ενίοτε ανατριχιαστικό. Δεν είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που (όπως ο υποφαινόμενος) αγαπούν τις αφηγήσεις που καταλήγουν κάπου, έστω και σ’ ένα τέλος διφορούμενο. Αλλά, φυσικά, δεν είναι ολότελα αβάσιμο το κλισέ που θέλει το ίδιο το ταξίδι να είναι πιο σημαντικό από τον προορισμό.


Και λίγα λόγια για τον μεταφραστή: Πριν από δέκα χρόνια, είχα παρευρεθεί σε μια εκδήλωση-παρουσίαση της ελληνικής μετάφρασης των απομνημονευμάτων του Μπομπ Ντύλαν. Για το βιβλίο μίλησαν η μία εκ των δύο μεταφραστριών, η Χίλντα Παπαδημητρίου, βαθιά γνώστης και του ίδιου του βιβλίου (προφανώς) και του έργου του Ντύλαν γενικότερα, ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας Χρήστος Μιχαηλίδης (ο οποίος περιορίστηκε στην περίοδο μέχρι το The Times They Are A-Changin’) κι ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος είχε να πει, εκτός των άλλων, πως οι βασικές επιρροές του Ντύλαν ήταν η ιρλανδική μουσική και η μουσική των Εβραίων της Οδησσού – συγκεκριμένα της Οδησσού, άλλο που π.χ. λίγο πριν είχαμε παρακολουθήσει, κοινό και ομιλητές, τον Ντύλαν, στο κλασσικό ντοκιμαντέρ του D.A. Pennebaker, να ερμηνεύει όχι ένα, αλλά δύο country τραγούδια του Χανκ Γουίλιαμς.

     Αλλά υπήρχε κι ένας τέταρτος ομιλητής, ένας μάλλον ντροπαλός άνθρωπος, με λόγο, όμως, μεστό και συγκροτημένο, που έδειχνε να γνωρίζει σε βάθος το έργο του τιμωμένου προσώπου και που μίλησε επί της ουσίας, και για μουσική και για γράψιμο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Γιάννης Τζώρτζης, που, εκτός από μεταφραστής κάμποσων διηγημάτων του Κάρβερ, εκτός από λογοτέχνης ο ίδιος, είναι κι ο άνθρωπος που έχει γράψει το πλέον αξιόλογο ελληνικό βιβλίο με θέμα τον κατεξοχήν τραγουδιστή-τραγουδοποιό, το «Μπομπ Ντύλαν – Ένα όχημα». Η τέχνη της μετάφρασης, η ελληνική λογοτεχνία κι η ελληνική μουσικολογία (με την ευρύτερη έννοια) χρειάζονται περισσότερους ανθρώπους σαν αυτόν. 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Κρίσις, του Αρκάδιου Λευκού

Με το να γράψεις ένα μυθιστόρημα για κάτι τόσο συγκεκριμένο χρονικά όσο μια περίοδος οικονομικής κρίσης, διατρέχεις τον κίνδυνο να χαρακτηριστείς, όπως θα έλεγε ένας αγγλοσάξονας, one trick pony. Είναι, όμως, ένα βιβλίο που μιλά για μια τέτοια περίοδο κάτι που αφορά μόνο τους ανθρώπους που τη ζήσανε; Θα τολμήσω να απαντήσω όχι, εφόσον το αίτημα για κοινωνική ισότητα και για αλληλεγγύη, είναι μεν διαχρονικό, αλλά γίνεται ακόμα πιο έντονο σε ακριβώς τέτοιες περιόδους.
            Ο Σταύρος, ο αφηγητής και πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος «Κρίσις», νοιώθει να ασφυκτιά μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής ύφεσης (τη δεκαετία του 1930) – βγάζει ψίχουλα, ζει με δανεικά και με βερεσέ από τον μπακάλη, το ένα και μόνο σακάκι του πάει να λιώσει, το ίδιο και τα παπούτσια του. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα που δεν τον θέλει πια, ακριβώς λόγω της φτώχειας του. Κάποτε, στο παρελθόν, υπήρξε ιδεολόγος, ήθελε κι εκείνος «να αλλάξει τον κόσμο», αλλά πλέον βλέπει αυτό το όραμα σαν μια κουτή ψευδαίσθηση. Τώρα, θέλει απλώς να ζήσει σαν άνθρωπος, να χαρεί τα χρόνια που του αναλογούν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, αλλά βλέπει πως, έτσι άδικα που είναι δομημένη η ανθρώπινη κοινωνία, αυτό δεν είναι εφικτό για όλους. Ωστόσο, παράλληλα με τα παράπονα που απευθύνει στον φανταστικό ακροατή/συνομιλητή του, προσπαθεί να σκαρφιστεί διάφορες λύσεις, άλλες ρεαλιστικές, άλλες καθαρά αιθεροβάμονες, προκειμένου να βγει από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει.
            Με μια αφηγηματική δεινότητα σπάνια, και με μια γλώσσα που ως επί το πλείστον είναι οικεία στον σύγχρονο αναγνώστη (δεν λαϊκίζει, δηλαδή, όσο άλλα λογοτεχνικά κείμενα της εποχής, σε μια προσπάθεια να πιάσει, υποτίθεται το τότε γλωσσικό ιδίωμα), ο Αρκάδιος Λευκός παρουσιάζει με αποπνικτική ακρίβεια έναν ήρωα και μια εποχή τόσο μακρινή κι όμως τόσο κοντινή σε εμάς, τους ανθρώπους που ζούνε την κρίση των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Μερικά αποσπάσματα φαίνονται να είναι γραμμένα χτες, σήμερα, αύριο: «Αν είναι το στόμα σου πικρό, αν είναι το μάτι σου θολό, αν θες να σκεφτείς ήρεμα και δεν θέλει το μυαλό σου, αν θες να πάρεις ανάσα βαθιά και δεν ανοίγουν τα πλεμόνια σου, αν νιώθεις στενό το στήθος σου, βαρύ το κεφάλι σου, το κορμί σου βαρύ, βαριά τη ζωή σου, αν σε κρατά με νύχια γαμψά μια στενοχώρια αβάσταχτη και ώρες-ώρες λυγίζουν τα γόνατά σου και σαλεύει το λογικό σου και νιώθεις πως χάνεσαι και πως τίποτα δεν μπορεί να σε γλυτώσει, ε, τότες υποφέρεις αλήθεια από την… κρίση!»

            Η λύση που βρίσκει τελικά ο Σταύρος προκειμένου να βγει από το τέλμα του, η οριστική του απόφαση να αλλάξει τη ζωή του, έρχεται με έναν κάπως ακραίο τρόπο και θυμίζει λίγο τον ευγενή άγριο του Ρουσώ, ωστόσο είναι όλο το υπόλοιπο κείμενο που έχει αξία, πρώτον γιατί είναι πάντα σημαντικό για τον αναγνώστη να ανακαλύπτει πως και άλλοι ένοιωσαν τα πράγματα που ένοιωσε κι εκείνος, στη δική του ή σε παλιότερες εποχές (αυτός είναι, πολύ απλά, ένας από τους λόγους που διαβάζουμε βιβλία), και δεύτερον, γιατί αυτό το λογοτεχνικό κείμενο, περισσότερο από οποιοδήποτε έχω διαβάσει εγώ προσωπικά, αποκαλύπτει πόσο απάνθρωπα δομημένο είναι το σύστημα στο οποίο ζούμε.  

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Με αφορμή το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Δεν ξέρω αν αυτό με τοποθετεί στη μειοψηφία ή την πλειοψηφία (οι απόψεις, σε συζητήσεις που έχω κάνει κατά καιρούς με φίλους και γνωστούς, διίστανται), αλλά είμαι από τους ανθρώπους που έχουν σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των βιβλίων της, από το αν μπορεί κάποιος να την εντάξει στην chick lit, από το ότι δεν έχει τοποθετηθεί πολιτικά σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, διαθέτει, πολύ απλά, μια από τις καλύτερες πένες των τελευταίων είκοσι ετών, τουλάχιστον. Ίσως για αυτό ακριβώς να την υποτιμούν κάποιοι. Γιατί, όπως γράφει και η ίδια στο τελευταίο της βιβλίο, τη «Γυναίκα του Θεού», «Πώς να πιστέψεις μια γυναίκα που δεν γράφει με ενθουσιασμό και φιλαρέσκεια; Μια γυναίκα που απλώς γράφει;» Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Μιχαλοπούλου. Ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως φύλου) που έχει προ πολλού απαλλαγεί και από τις φιοριτούρες και από αυτή την – επίπλαστη, ως επί το πλείστον – (μετα)προφορικότητα που τόσο ταλανίζει τη νεοελληνική λογοτεχνία και απλώς γράφει, μεστά, μεθοδικά, με ακρίβεια και με ουσιαστική αφηγηματική δεινότητα. (Παρεμπιπτόντως, αυτά είναι δύο πράγματα που δεν καταλαβαίνουν πολλοί Έλληνες κριτικοί: πρώτον ότι ο καλός συγγραφέας δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των βιβλίων του, από την ευρηματικότητα των συλλήψεών του, αλλά, πάνω από όλα, από τη μορφή – για να το θέσω απλοϊκά, καλός συγγραφέας είναι πρώτα και κύρια αυτός που ξέρει να γράφει ωραίες, μεστές, καίριες προτάσεις. Δεύτερον, ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων συγγραφέων που δεν τα καταφέρνει ακριβώς σε αυτό).
       Των παραπάνω δοθέντων, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσες προσδοκίες είχα από το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου. Ξεκινώντας, ωστόσο, την ανάγνωσή του, με κυρίευσε η απογοήτευση. Ποια η χρησιμότητα ενός βιβλίου που περιγράφει επί εκατό και βάλε σελίδες – με πολύ ωραίο τρόπο, βέβαια – τη ζωή ενός ζευγαριού, έστω κι αν ο άντρας του ζευγαριού αυτού είναι ο Θεός; Παρά τις πλούσιες θεολογικές, φιλοσοφικές και λογοτεχνικές αναφορές στις πρώτες εκατό και κάτι σελίδες, είναι προφανές πως η συγγραφέας δεν αποσκοπεί να θίξει – πόσο μάλλον να προσφέρει τη λύση σε – ζητήματα  θεολογικά και υπαρξιακά (άλλωστε, αυτά είναι καταδικασμένα να μείνουν αναπάντητα). Υπάρχει, ωστόσο, ο διαρκής υπαινιγμός πως το ζευγάρι θα πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στη γη και πως στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα συμβεί κάτι το συνταρακτικό. Κάνεις υπομονή, λοιπόν, και συνεχίζεις να διαβάζεις. Ωστόσο, τίποτα το συνταρακτικό δεν συμβαίνει. Κι όμως, συνεχίζεις να διαβάζεις, διότι αυτό που αρχίζει να διεισδύει στον πυρήνα του βιβλίου είναι κάτι άλλο, εξίσου ενδιαφέρον: όχι η θεολογία, αλλά η λογοτεχνία. Σου δημιουργείται η εντύπωση πως η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι πως η λογοτεχνία είναι πιο σημαντική από τον πραγματικό κόσμο και πως ο λογοτέχνης είναι πιο ουσιαστικός δημιουργός από την οντότητα που, τέλος πάντων, έφτιαξε τον κόσμο. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μιχαλοπούλου προχωρά και πέρα από αυτό. Καταλήγει να μιλά για τη ματαιότητα της ίδιας της λογοτεχνίας και παράλληλα, για την ανάγκη και των συγγραφέων και των αναγνωστών να επιστρέφουν σε αυτή, για το ότι οι λογοτέχνες και οι ήρωές τους είναι παγιδευμένοι στα βιβλία τους.

Μην περιμένετε, λοιπόν, ένα θεολογικό βιβλίο. Περιμένετε, όμως, να διαβάσετε ένα περίτεχνο, ένα «ύπουλα» στημένο βιβλίο για τη φύση και την αξία της λογοτεχνίας, έναν τόμο που τελικά σου αφήνει μια γλυκιά γεύση. Δεν πρόκειται για το αριστούργημα της Μιχαλοπούλου (αυτό, μέχρι στιγμής, είναι μάλλον το «Πώς να κρυφτείς») αλλά είναι, σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική κυκλοφορία. 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει, του Γιάννη Τσίρμπα

Συζητάμε εδώ και καιρό με έναν φίλο για μια συγκεκριμένη χρησιμότητα των βιβλίων, πέρα από όλες τις άλλες: την ικανότητά τους να καταγράφουν και να διατηρούν για τις μελλοντικές γενιές τη γλώσσα αυτής εδώ. Τα βιβλία που γράφονται σήμερα οφείλουν να καταγράψουν τα προβλήματα, τις παθογένειες και τις ελπίδες της των ανθρώπων που ζουν στο επώδυνο εδώ και τώρα, αλλά με τη γλώσσα ακριβώς που μιλούν οι άνθρωποι αυτοί. Το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου («Κάτι θα γίνει, θα δεις») είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Το "Μάρτυς μου ο Θεός" του Μάκη Τσίτα επίσης. Προσθέστε τώρα στη λίστα και το "Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει" του Γιάννη Τσίρμπα. 
            Το βιβλίο του Τσίρμπα είναι σημαντικό όχι μόνο γιατί αποκαλύπτει σε όλο της το μέγεθος τη βαθιά και ευρεία εξάπλωση του ρατσισμού στην ελληνική κοινωνία στα χρόνια της κρίσης (αλλά και προ αυτής), αλλά κυρίως επειδή το κάνει αυτό με μια γλώσσα ζωντανή, ρέουσα, δυναμική. Το συγγραφικό ύφος του Τσίρμπα χαρακτηρίζεται από μια παλλόμενη, βαθιά ουσιαστική προφορικότητα, προφορικότητα αυθεντική, όχι σαν εκείνη που βλέπουμε σε ροζ και ψευτο-ιστορικά μυθιστορήματα. Ο συγγραφέας δείχνει πως έχει δουλέψει πάνω από όλα το λεκτικό κομμάτι του βιβλίου του, με συνέπεια και προσοχή, αν και, φυσικά, οι ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό είναι ως επί το πλείστον συγκλονιστικές, άλλες στην απλότητά τους κι άλλες στην περιπλοκότητά τους.
            Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει είναι ένα αξιόλογο συγγραφικό ντεμπούτο, που δεν υπόσχεται απλώς πολλά, αλλά είναι από μόνο του πολύτιμο, ένα βιβλίο που θα συζητιέται για καιρό.