Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Ένα ψηφιακό κείμενο για ένα Ψηφιακό Νάρκισσο

«Αφηγηματικό τέμπο», «οικονομία του λόγου», «λοξή ματιά στην πραγματικότητα»: μερικά από τα πράγματα που επικαλούνται οι (έλληνες, κυρίως) κριτικοί προκειμένου να εκθειάσουν ένα λογοτέχνη. Και το ίδιο το γράψιμο; Η ίδια η ικανότητα να εκφράζεσαι στο χαρτί, να φτιάχνεις προτάσεις όμορφες, άρτιες, γλωσσικά και νοηματικά πλούσιες που να δένουν αρμονικά η μία με την άλλη και να συνθέτουν μια αφήγηση πυκνή και με συνοχή; Δεν μετράει καθόλου; Ή μήπως θεωρείται τόσο δεδομένη που δεν χρειάζεται να την αναφέρουμε καν;
            Ούτε δεδομένη είναι, ούτε μπορεί να εντοπιστεί σε τόσα πολλά βιβλία. Δεν είναι και τόσοι πολλοί οι έλληνες λογοτέχνες που το κατορθώνουν αυτό το τόσο στοιχειώδες πράγμα και οι έλληνες κριτικοί που το παρατηρούν. Το έχω γράψει και αλλού, πως πραγματικός συγγραφέας είναι πάνω από όλα αυτός που ξέρει να φτιάχνει μια ωραία πρόταση. Αυτός που έχει κατακτήσει καταρχήν τη μορφή. Γι’ αυτό οι περιπτώσεις ελλήνων συγγραφέων με πραγματική τεχνική θα έπρεπε να ξεχωρίζουν και να τυγχάνουν της προσοχής που τους αξίζει.
            Ο Γιώργος Λαμπράκος είναι ένας από αυτούς. Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων του «Ψηφιακός Νάρκισσος» (εγώ, προσωπικά, ερχόμουν για πρώτη φορά αντιμέτωπος με κείμενά του), αυτό που καταλαβαίνεις πριν από όλα είναι πως ο άνθρωπος αυτός ξέρει να γράφει. Η γραφή του είναι συγκροτημένη, με συνοχή, πυκνή και οξυδερκής. Μετά έρχονται όλα τα άλλα.
            Και το ευτυχές είναι πως «όλα τα άλλα» είναι επίσης αξιόλογα και αξιοπρόσεκτα. Οι ιστορίες της εν λόγω συλλογής βρίθουν ευρηματικότητας και «λοξής ματιάς στην πραγματικότητα» αλλά και φιλοσοφικών, λογοτεχνικών, μυθολογικών και επιστημονικών αναφορών (σίγουρα, δεν του έκανε κακό του συγγραφέα ότι βγάζει το ψωμί του μεταφράζοντας κυρίως επιστημονικά και φιλοσοφικά βιβλία). Ο Λαμπράκος έχει όχι μόνο γνώση αλλά και έντονη φαντασία.
            Πιο συγκεκριμένα, το «Α.Γ.Υ.Α. οικογένεια», η δεύτερη ιστορία του εν λόγω τόμου, είναι στην ουσία πολλά διηγήματα σε ένα, δοσμένα με χιούμορ και τεχνική. Η ιστορία του Σπύρου από μόνη της θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο πικρία αλλά και σασπένς.
            Η «φάρμα της Εδέμ», πέραν του ότι πρέπει να είναι από τα πρώτα διηγήματα στην ελληνική λογοτεχνία που ασχολούνται με το μετα-χρήμα, είναι επίσης μια ανάγνωση του μύθου του Κάιν και του Άβελ για την ψηφιακή εποχή.
            «Ο κυβερνητικός», πέραν των πλείστων όσων λογοτεχνικών (ποιητικών) αναφορών, είναι η κατεξοχήν απόδειξη και του χιούμορ του συγγραφέα και της υψηλής του τεχνικής ως προς αυτό που ανέφερα στις δύο πρώτες παραγράφους.
            «Ο Ψηφιακός Νάρκισσος» είναι ένα ενδιαφέρον διήγημα για την ψηφιακή απομόνωση - κλισέ αυτό το θέμα, πλέον, αλλά δοσμένο εν προκειμένω με ευρηματικότητα και, προφανώς, με μια πολύ ωραία αντιστοίχιση με τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ναρκίσσου. Θα μπορούσε, όμως, να αναπτυχτεί ακόμα περισσότερο.
            Στο “Eros Anikate Mahan”, το ενδιαφέρον, πέραν από την τριπλή αφήγηση, είναι η ικανότητα που δείχνει ο Λαμπράκος να μιμηθεί ένα στυλ που προσιδιάζει στα αισθηματικά μυθιστορήματα, χωρίς να μειώνει το συγκεκριμένο είδος (παρα)λογοτεχνίας και χωρίς και ο ίδιος να δείχνει γελοίος ή υπερόπτης. Η ικανότητά του να μιμείται άλλα στυλ και φωνές φαίνεται επίσης στο διήγημα «Η Εκκλησία του Δικτύου» - όπου παρουσιάζεται μια συζήτηση σε ένα διαδικτυακό φόρουμ, στην οποία συζήτηση μετέχουν γύρω στα είκοσι πρόσωπα, και στο οποίο το ξεχωριστό στυλ γραφής και οι διαφορετικές θεωρητικές και αισθητικές καταβολές του κάθε συμμετέχοντος αποδίδονται με μαεστρία- και στο πάρτι, όπου όλη η αφήγηση γίνεται σε ένα εντελώς διαφορετικό λογοτεχνικό ύφος.
            Η «Βιοφιλία» είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά είναι επίσης ένας φιλοσοφικός και επιστημονικός διάλογος, στον οποίο ο συγγραφέας δεν κάνει επίδειξη γνώσεων, αλλά ενσωματώνει τα διαβάσματά του με ένα λειτουργικό και ενδιαφέροντα τρόπο.

            Ίσως μόνο το εναρκτήριο διήγημα – «Η Μηχανή Ντεκάρτ» - και ο «Θανατοδιακόπτης» να μην είναι τόσο αισθητικά και τεχνικά άρτια, αλλά αυτό, τελικά, δεν αφαιρεί τίποτα από την αξία της όλης συλλογής. Ένα πραγματικά ενδιαφέρον βιβλίο. 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Κρίσις, του Αρκάδιου Λευκού

Με το να γράψεις ένα μυθιστόρημα για κάτι τόσο συγκεκριμένο χρονικά όσο μια περίοδος οικονομικής κρίσης, διατρέχεις τον κίνδυνο να χαρακτηριστείς, όπως θα έλεγε ένας αγγλοσάξονας, one trick pony. Είναι, όμως, ένα βιβλίο που μιλά για μια τέτοια περίοδο κάτι που αφορά μόνο τους ανθρώπους που τη ζήσανε; Θα τολμήσω να απαντήσω όχι, εφόσον το αίτημα για κοινωνική ισότητα και για αλληλεγγύη, είναι μεν διαχρονικό, αλλά γίνεται ακόμα πιο έντονο σε ακριβώς τέτοιες περιόδους.
            Ο Σταύρος, ο αφηγητής και πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος «Κρίσις», νοιώθει να ασφυκτιά μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής ύφεσης (τη δεκαετία του 1930) – βγάζει ψίχουλα, ζει με δανεικά και με βερεσέ από τον μπακάλη, το ένα και μόνο σακάκι του πάει να λιώσει, το ίδιο και τα παπούτσια του. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα που δεν τον θέλει πια, ακριβώς λόγω της φτώχειας του. Κάποτε, στο παρελθόν, υπήρξε ιδεολόγος, ήθελε κι εκείνος «να αλλάξει τον κόσμο», αλλά πλέον βλέπει αυτό το όραμα σαν μια κουτή ψευδαίσθηση. Τώρα, θέλει απλώς να ζήσει σαν άνθρωπος, να χαρεί τα χρόνια που του αναλογούν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, αλλά βλέπει πως, έτσι άδικα που είναι δομημένη η ανθρώπινη κοινωνία, αυτό δεν είναι εφικτό για όλους. Ωστόσο, παράλληλα με τα παράπονα που απευθύνει στον φανταστικό ακροατή/συνομιλητή του, προσπαθεί να σκαρφιστεί διάφορες λύσεις, άλλες ρεαλιστικές, άλλες καθαρά αιθεροβάμονες, προκειμένου να βγει από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει.
            Με μια αφηγηματική δεινότητα σπάνια, και με μια γλώσσα που ως επί το πλείστον είναι οικεία στον σύγχρονο αναγνώστη (δεν λαϊκίζει, δηλαδή, όσο άλλα λογοτεχνικά κείμενα της εποχής, σε μια προσπάθεια να πιάσει, υποτίθεται το τότε γλωσσικό ιδίωμα), ο Αρκάδιος Λευκός παρουσιάζει με αποπνικτική ακρίβεια έναν ήρωα και μια εποχή τόσο μακρινή κι όμως τόσο κοντινή σε εμάς, τους ανθρώπους που ζούνε την κρίση των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Μερικά αποσπάσματα φαίνονται να είναι γραμμένα χτες, σήμερα, αύριο: «Αν είναι το στόμα σου πικρό, αν είναι το μάτι σου θολό, αν θες να σκεφτείς ήρεμα και δεν θέλει το μυαλό σου, αν θες να πάρεις ανάσα βαθιά και δεν ανοίγουν τα πλεμόνια σου, αν νιώθεις στενό το στήθος σου, βαρύ το κεφάλι σου, το κορμί σου βαρύ, βαριά τη ζωή σου, αν σε κρατά με νύχια γαμψά μια στενοχώρια αβάσταχτη και ώρες-ώρες λυγίζουν τα γόνατά σου και σαλεύει το λογικό σου και νιώθεις πως χάνεσαι και πως τίποτα δεν μπορεί να σε γλυτώσει, ε, τότες υποφέρεις αλήθεια από την… κρίση!»

            Η λύση που βρίσκει τελικά ο Σταύρος προκειμένου να βγει από το τέλμα του, η οριστική του απόφαση να αλλάξει τη ζωή του, έρχεται με έναν κάπως ακραίο τρόπο και θυμίζει λίγο τον ευγενή άγριο του Ρουσώ, ωστόσο είναι όλο το υπόλοιπο κείμενο που έχει αξία, πρώτον γιατί είναι πάντα σημαντικό για τον αναγνώστη να ανακαλύπτει πως και άλλοι ένοιωσαν τα πράγματα που ένοιωσε κι εκείνος, στη δική του ή σε παλιότερες εποχές (αυτός είναι, πολύ απλά, ένας από τους λόγους που διαβάζουμε βιβλία), και δεύτερον, γιατί αυτό το λογοτεχνικό κείμενο, περισσότερο από οποιοδήποτε έχω διαβάσει εγώ προσωπικά, αποκαλύπτει πόσο απάνθρωπα δομημένο είναι το σύστημα στο οποίο ζούμε.  

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ανθρωποφύλακες, του Περικλή Κοροβέση

Η φράση «πιο επίκαιρο από ποτέ» είναι από τις πιο πολυφορεμένες των τελευταίων ετών, σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και η πιο απλή και λιτή ερωτική ιστορία να διαφημίζεται ως μια αλληγορία για την κρίση ή σαν ένας οδηγός εξόδου από αυτήν. Πόσα όμως από τα βιβλία που επανεκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια ή από τα θεατρικά και μουσικά έργα που επανεκτελούνται στο πλαίσιο της οικονομικής, πολιτισμικής και ηθικής κρίσης αξίζουν όντως τον χαρακτηρισμό του επίκαιρου; Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά που να τον αξίζουν περισσότερο από το πρώτο βιβλίο που έγραψε ποτέ ο Περικλής Κοροβέσης και που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.
            Οι «Ανθρωποφύλακες» είναι, ως γνωστόν, το χρονικό της σύλληψης του Κοροβέση, τον πρώτο χρόνο της χούντας, και των βασανιστηρίων που υπέστη, πρώτα στην Ασφάλεια και έπειτα στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Και γιατί είναι επίκαιρη μια τέτοια ιστορία; Για τον απλούστατο λόγο ότι, όσο προχωρά ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας, τόσο πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας τι προηγήθηκε και τι μπορεί να συμβεί ξανά. Το βιβλίο αυτό πρέπει να το διαβάσουν πρώτα και κύρια όλοι όσοι λένε, ελαφρά τη καρδία, πως στα χρόνια της δικτατορίας όλα ήταν μέλι-γάλα, πως κανείς δεν υπέφερε, πως είχαν όλοι την ησυχία τους, και περιδιαβαίνοντας τούτο τον εφιάλτη, τον τόσο αληθινό, ίσως καταλάβουν πόσο κινδυνεύουν ακόμα και οι ίδιοι από τις πολιτικές που (υπο)στηρίζουν.  
            Ο Κοροβέσης γράφει λιτά, χωρίς πολλές φιοριτούρες, με μια ακρίβεια και μια οικονομία λόγου αξιοζήλευτη, που παραπέμπει σε αμερικανούς συγγραφείς άλλων λογοτεχνικών ειδών (στον Τζακ Λόντον, για παράδειγμα, ή στους δύο μεγάλους Ρέιμοντ, τον Κάρβερ και τον Τσάντλερ). Δεν προσπαθεί να κάνει μελό την αφήγησή του, η δύναμη, ωστόσο, της πένας του είναι αρκετή για να προσδώσει ένα πολύ ειδικό, πολύ έντιμο βάρος στις περιγραφές του.  

            Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας.