Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Αποσπάσματα από κείμενα που ίσως δεν δημοσιευτούν ποτέ - ΙΙ

"Δεν του πήρε πολλή ώρα να καταλάβει την αιτία της απραξίας του γέρου και, συγχρόνως, την πηγή της ευτυχίας του: ήταν η προχωρημένη του ηλικία, τα βαθιά γηρατειά του, που του επέτρεπαν να μην κάνει τίποτα. Κι αφού μπορούσε να μην κάνει τίποτα, δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας. Κι αφού δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας, ήταν ευτυχισμένος. Ενώ ο Αριστείδης, ο Αριστείδης θα πέθαινε πρόωρα από το άγχος και την υπερκόπωση, από τα ασταμάτητα τηλεφωνήματα και τις συσκέψεις και τους αλλεπάλληλους καφέδες εντός κι εκτός δουλειάς. Ήταν ζωή αυτή, όχι, ήταν ζωή;"

(Ο Άνθρωπος που γέρασε πριν της ώρας του)
  
"Ακόμα κι έτσι, όμως, η περίπτωσή της δεν με απασχολούσε και τόσο πολύ. Μόνο όταν συναντηθήκαμε, άρχισα να έχω πραγματικό πρόβλημα μαζί της. [...] Φορούσε ένα πολύ κοντό σορτσάκι κι ο δημοσιογράφος την είχε βάλει να κάθεται ακριβώς απέναντί μου, οπότε δεν μπορούσα να μη ρίχνω πότε-πότε κλεφτές ματιές στα σφριγηλά, λαχταριστά μπούτια της. Αλλά, ακόμα κι έτσι, θα είχα γλυτώσει από το βάσανό της, αν, τη δεύτερη φορά που σηκώθηκε να τραγουδήσει, δεν ερχόταν προς το μέρος μου και δεν έφερνε – εκεί που δεν το περίμενα και μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου – τον φίνο δείκτη του αριστερού χεριού της στο πηγούνι μου, σαν να έπαιζε μαζί μου, σαν να είχε καταλάβει πως ήμουν ένα εύκολο θύμα, έτσι όπως είχα εντυπωσιαστεί νωρίτερα από το θέαμα των μηρών της και των ζωηρών μαύρων ματιών της – ή σαν να έκανε απλώς τα κουνήματα που έκανε σε όλους. Όποια κι αν ήταν τα κίνητρά της, αυτή της η χειρονομία, η τόσο ανεπαίσθητη για τους υπόλοιπους και τόσο φευγαλέα, ξύπνησε μέσα μου έναν ολόκληρο χείμαρρο συναισθημάτων, έναν κόσμο που δεν ήξερα καν πως υπήρχε."

(Η κοπέλα, αν...)

"Παρόλο που δεν το άφηνε να φανεί παραέξω, ούτε καν στα πιο κοντινά του πρόσωπα, ο Αντρέας Κοντογιώργος δεν ήταν πια καθόλου σίγουρος πως τα είχε όλα αγγελικά πλασμένα. Ναι, ήταν καλός άνθρωπος· ναι, είχε απαλλάξει κάμποσο κόσμο από εξουθενωτικές νευρώσεις και φοβίες και συμπλέγματα· ναι, θεωρούνταν κορυφή στον τομέα του, την ψυχιατρική. Ήταν πλούσιος και γοητευτικός και έξυπνος. Αλλά δεν ήταν αυτά τα πράγματα για τα οποία αμφέβαλλε. Αμφέβαλλε για την οικογενειακή του ηρεμία, για το αν έφταιγε τελικά εκείνος που η γυναίκα του δεν έδειχνε πια ερωτευμένη μαζί του και που τα παιδιά του έκαναν ακόμα απονενοημένες επιλογές, παρόλο που και τα δύο, και ο Φίλιππος και η Αλθαία, είχαν κλείσει πια τα τριάντα."

(Αδέξιοι εραστές) 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Τελεολογία

[Ένα ποίημα - ας το πούμε έτσι, πρόσφατα μου διαμηνύθηκε πως η ποίηση δεν είναι το φόρτε μου - που γράφτηκε μερικές εβδομάδες πριν τις εκλογές (άρα αναφέρεται - ελπίζω - στους έως τότε πρωθυπουργούς), αλλά το οποίο εκφράζει, πιστεύω, ένα γενικευμένο αίσθημα τα τελευταία χρόνια, και ειδικά τους τελευταίους μήνες.]


Τελεολογία

Αυτό το τέλος που δεν έρχεται ποτέ
Κι όμως, το νοιώθουμε σαν να ’χει φτάσει ήδη
Μήπως να ’ρχότανε, ω, άγνωστε Θεέ,
Κι έτσι ν’ αρχίζαμε καινούριο πια ταξίδι;

Αυτό το τέλος, τούτ’ η μόνιμη απειλή
Μια καραμέλα που διαρκώς την πιπιλάνε
Ψευδοπροφήτες, δανειστές, πρωθυπουργοί
Και τραπεζίτες που την πάρτη τους κοιτάνε

Πόσο χειρότερο να είναι, δηλαδή,
Από το πρόσφατο, το μόνιμο σκοτάδι;
Από μια οθόνη που διαρκώς μονολογεί
Και που το δάγκωμα αυτή το λέει χάδι;

Αυτό το τέλος που διαρκώς μας απειλούν
Πως θα μας λιώσει, πως θα μας εξαφανίσει
Μονάχα εκείνους θε να κάνει να σβηστούν

Κι εμάς γερότερους κι ελεύθερους θα αφήσει

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Η αναζήτηση ως εύρημα

Έτυχε πρόσφατα να δω τα δύο παρακάτω φιλμ, με διαφορά κάποιων ωρών, το ένα από το άλλο και, παρόλο που δεν γυρίστηκαν ούτε την ίδια περίοδο ούτε στην ίδια χώρα, βρήκα να έχουν πολλές ομοιότητες, με προφανείς αλλά και με «υπόγειους» τρόπους.
      Το ένα είναι το «Δύο ημέρες, μια νύχτα» των αδερφών Νταρντέν: έχοντας απολυθεί από το εργοστάσιο φωτοβολταϊκών όπου δούλευε, η κεντρική ηρωίδα (παιγμένη, ως επί το πλείστον, λιτά και διακριτικά από τη Μαριόν Κοτιγιάρ) περνά ένα σαββατοκύριακο προσπαθώντας να πείσει τους άλλους 16 εργάτες στο εργοστάσιο να ψηφίσουν υπέρ της παραμονής της στο πόστο (παραμονή που θα σημάνει πως οι ίδιοι θα απωλέσουν το μπόνους των χιλίων ευρώ). Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, θα πρέπει να επισκεφθεί σχεδόν ισάριθμα σπίτια (και άλλους χώρους), συνομιλώντας με ανθρώπους που πάνω-κάτω βρίσκονται στην ίδια μοίρα με αυτήν. Παρά τους συχνούς μελοδραματισμούς της ηρωίδας και παρά το άγχος της Κοτιγιάρ να δείξει –στις πρώτες σκηνές του φιλμ, τουλάχιστον- πως κάνει κάτι πολύ σημαντικό, πως υπερβαίνει τα όριά της ως ηθοποιού, το φιλμ των Νταρντέν καταφέρνει τελικά να απογειωθεί και να συναρπάσει το θεατή μετά τη σκηνή του καυγά μεταξύ πατέρα και γιου (δύο εκ των εργατών του εργοστασίου) και μαζί να δείξει το άγχος μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων να διατηρήσουν κεκτημένα που θα έπρεπε να θεωρούνται στοιχειώδη – όπως το δικαίωμα στην εργασία -, σε πείσμα μιας εργοδοσίας που, με πρόφαση την κρίση, γίνεται όλο και πιο απάνθρωπη. Η ανατροπή λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος και η αντίδραση της πρωταγωνίστριας σε αυτήν είναι που ωθούν την ταινία να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο και που της χαρίζουν το πάντοτε επείγον, πάντοτε καίριο στοιχείο της ανθρωπιάς.
         Στο Wendy and Lucy της Κέλι Ράιχαρντ (που το είδα εδώ), το έναυσμα είναι παρόμοιο (μία κοπέλα που ταξιδεύει προς την Αλάσκα προς άγραν εργασίας), αλλά τελικά η αναζήτηση αφορά κάτι άλλο: τη Λούσι, τη σκυλίτσα που έχει μαζί της η πρωταγωνίστρια (η Μισέλ Γουίλιαμς, με το τόσο εκφραστικό, το τόσο σπουδαίο πρόσωπο) και η οποία χάνεται κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της αφεντικίνας της σε σούπερ μάρκετ. Η απόγνωση είναι κι εδώ η ίδια, όπως και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας μη προνομιούχος άνθρωπος ακόμα και αναφορικά με ένα τόσο απλό ζήτημα – αλλά και η αλληλεγγύη που συναντά κανείς εκεί που δεν το περιμένει, έστω κι από έναν άγνωστο, έναν υπερήλικα σεκιουριτά (που, σε αντίθεση με πολλούς έλληνες συναδέλφους του, δεν έχει ούτε το ύφος ούτε τη συμπεριφορά χιλίων καρδιναλίων). Πέρα από το οικονομικό, το καθαρά ανθρωπιστικό του ζητήματος, η ταινία (που για πολλούς κριτικούς αποτελεί δείγμα road movie, αλλά ανήκει στο εν λόγω είδος όσο ανήκει και ο Κυνόδοντας) λειτουργεί, βέβαια, και σε ένα άλλο επίπεδο, φιλοσοφικό (η αναζήτηση του άλλου ως αναζήτηση του εαυτού), και δίνει τη λύση στο πρόβλημα της ηρωίδας με ένα απρόσμενο, γλυκόπικρο αλλά εν τέλει αισιόδοξο φινάλε.

         Δύο εξαιρετικά φιλμ, επείγοντα, καίρια, με πολύ βάθος και με έξοχες πρωταγωνίστριες. Δύο βαθιά πολιτικές και βαθιά ανθρώπινες ταινίες. 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Ιστορίες απ' το κέντρο και το έκκεντρο # 2



(Η τέχνη του δρόμου είναι αυτή που θα μας σώσει)


(ως άνω)


(Τετράποδος επισκέπτης σε έκθεση γραφιστικής)


(ξανά)


(Οδός Αθηνάς)


(Η χαμένη τέχνη του να γράφεις καρτ-ποστάλ, κάπου στη Νεάπολη Εξαρχείων)


(Το πάγιο αίτημα)


(The house of pop)


(Νυχτερινά φώτα)


(Νυχτερινά φώτα 2)


(Η κρυφή Ερμού)


(Το επιζών ρεμπέτικο)


(Το σοκολατί σοκάκι) 


(Ο Σω στην Κερατέα)


(Ο Μπωντλέρ στην Κερατέα)


(Ο Γουάιλντ - σε μετάφραση Λαπαθιώτη - στην Κερατέα)


(Τείχη από πέτρα και χαρτί)


(Κινηματογραφική Κερατέα)


(Όχι κάτι που θα περίμενες να δεις στα γραφεία ενός εκδοτικού οίκου)


(Το πεζοδρομημένο πλαστικό μπουκάλι)


Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 18

Μη φας, έχουμε Βυσσινόκηπο
Ο γητευτής των παραλόγων
Κείμενα για ανθρώπους που δεν ξέρουν να διαβάζουν
Η διαβολική θεούσα
Une Collection de Cons
Dead Stories
I found myself and lost my talent
Ο άνθρωπος που δεν
Το Βατερλώ ενός βαριεστημένου
Πρώτη φορά στα σκοτεινά
Βαρετούπολη
Ανένταχτοι και όμορφοι
Απονενοημένοι έρωτες
Όλα παίζουν (με τα νεύρα μας)
Η δανεική Δανάη
Ο κατεστημένος καταστασιακός / Ο καθεστωτικός καταστασιακός
Επινοώντας το ανόητο
Δυσλεκτικές συγγένειες
Η συμμαχία των κουρασμένων
Ο μύθος του Ανίκαρου
Ψησταριά "Το παλίμψηστο"
Λαιμοδέτες για λεμούριους
Bob Villain
Ένας κανόνας σε μια χώρα εξαιρέσεων
Ο άνθρωπος που έψαχνε συνέχεια




Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Αν οι τοίχοι είχαν φωνή - για "Το Κτίριο" της Πένυς Φυλακτάκη

Ένα από τα κύρια προβλήματα με το ελληνικό καλλιτεχνικό γίγνεσθαι είναι πως έχουμε μάθει να επιβραβεύουμε τις αγνές προθέσεις περισσότερο από το τελικό αποτέλεσμα. Μια καλή ιδέα δεν αρκεί – αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσο ήταν επιτυχής η πραγματοποίησή της. Το βιβλίο της Πένυς Φυλακτάκη, «Το Κτίριο» (θεατρικός μονόλογος που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις Εκδόσεις Δίγαμμα) έχει ως αφετηρία του μια σπουδαία αρχική σύλληψη: πρόκειται για την αυτοβιογραφία ενός κτηρίου. Αυτή η εξαιρετική ιδέα, που θα μπορούσε να αναπτυχθεί με πλείστους όσους τρόπους, αποτυπώνεται στο χαρτί από τη Φυλακτάκη με διακριτική, φαινομενικά μικρή μαεστρία. Αν δεν συνέβαινε αυτό, το βιβλίο θα ήταν ανάξιο της προσοχής οποιουδήποτε. Ως έχει, πρόκειται για ένα μονόλογο σύντομο, κι όμως γλαφυρό, γεμάτο πλούσιες εικόνες, γεμάτο ευφυή λεκτικά παιχνίδια, και γεμάτο ευαισθησία, παρότι ο αφηγητής-πρωταγωνιστής είναι ένα ντουβάρι. Το φινάλε, βέβαια, είναι κάπως προβλέψιμο, αλλά κατανοητό. Όσο για την τυπογραφική επιμέλεια του ανά χείρας τόμου, αυτή είναι πολύ ξεχωριστή, και τραβάει με περισσή ευκολία το μάτι του αναγνώστη – δεδομένων των προαναφερθέντων, βέβαια, δεν πρόκειται για ένα φθηνό τέχνασμα, καθώς ο αναγνώστης «παγιδεύεται» τελικά σε ένα κείμενο μεστό. Συνολικά, έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ιδιαίτερη λογοτεχνική, εικαστική και εκτυπωτική προσπάθεια. 

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για τον Ρέιμοντ Κάρβερ

Είναι άσκοπο να αναλύσει κανείς εκ νέου την ανθρωπογεωγραφία (αν αυτός είναι ο σωστός όρος) των κειμένων του Ρέιμοντ Κάρβερ. Είναι κι αυτή φυσικά μια σημαντική πτυχή της τέχνης του – αλλά πιο σημαντική είναι η ίδια η τεχνική του. Το θέμα με τον Κάρβερ είναι το εξής: όλα τα διηγήματά του που περιέχονται στον υπό εξέταση τόμο (Για τι πράγμα μιλάμε, όταν μιλάμε για αγάπη – Μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης, Εκδόσεις Απόπειρα, 1993) ανοίγουν με ένα αριστοτεχνικά αξιομνημόνευτο τρόπο. Και όλα τους κλείνουν με έναν τρόπο άλλοτε άχαρο, άλλοτε υπερβολικά αόριστο, άλλοτε απλώς διφορούμενο.
    Αλλά το θέμα είναι τι συμβαίνει ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Πόσα διακυβεύονται, πόσα διακινδυνεύονται, πόσα μένουν ανείπωτα, πόσα βαραίνουν τους ήρωες – και, βέβαια, πόσα όντως συμβαίνουν, πόσα όντως λέγονται, πόσες μικρές ή μεγάλες τραγωδίες. Αν η πραγματική ζωή δεν προσφέρει πάντοτε λύσεις, αλλά συχνότατα μόνο μια διαρκή γεύση πικρίας ή απογοήτευσης ή απορίας, γιατί να το προσφέρουν αυτά – ή οποιαδήποτε άλλα διηγήματα;
    Υπάρχουν σε αυτά εδώ τα κείμενα φράσεις που σε καρφώνουν στον τοίχο, άλλοτε με τη βαθιά ανθρωπιά τους, άλλοτε με τη μαυρίλα τους, άλλοτε με το παράλογο ή τη βαναυσότητα που εκφράζουν. Και, μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που νομίζεις πως κάτι άλλο έχει κατά νου ο συγγραφέας: «Πέφτω στα γόνατα και ικετεύω. Κι όμως σκέφτομαι τη Χουανίτα». «Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες τις σημαντικές αποφάσεις μας τις πήραμε πίνοντας» (Εξοχικό περίπτερο). «Είδε ένα αμάξι να σταματάει και μια γυναίκα με μακρύ παλτό να μπαίνει μέσα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν αυτή η γυναίκα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως έφευγε μακριά από δω, για κάποιο άλλο μέρος» (η μητέρα ενός χτυπημένου από αμάξι μαθητή, στο διήγημα Το Μπάνιο). «Είμαι εκεί μέσα, τα μάτια ανοιχτά, το πρόσωπο προς τα κάτω, κοιτάζοντας τα μούσκλια στο νερό, νεκρή». «Ο Στιούαρτ πιστεύει πως μ’ άφησε να κοιμάμαι σήμερα το πρωί» (Τόσο πολύ νερό κοντά στο σπίτι). Και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής.
     Όσο για τις περιγραφές του Κάρβερ – μιας και περί τεχνικής ο λόγος -, αυτές είναι λιτές, σχεδόν αντιλογοτεχνικές, αλλά καίριες παρόλα αυτά, περιγραφές που βρίσκεις μόνο στην αμερικανική πρόζα. Δεν υπάρχει καλλωπισμός, δεν υπάρχει γλαφυρότητα. Υπάρχει μόνο το αντικείμενο, το περιβάλλον, η κατάσταση και ο πιο ευθύς και ακριβής τρόπος για να τα περιγράψεις.
     Γενικά, το «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη» είναι ένα βιβλίο λιτό, μελαγχολικό, ενίοτε ανατριχιαστικό. Δεν είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που (όπως ο υποφαινόμενος) αγαπούν τις αφηγήσεις που καταλήγουν κάπου, έστω και σ’ ένα τέλος διφορούμενο. Αλλά, φυσικά, δεν είναι ολότελα αβάσιμο το κλισέ που θέλει το ίδιο το ταξίδι να είναι πιο σημαντικό από τον προορισμό.


Και λίγα λόγια για τον μεταφραστή: Πριν από δέκα χρόνια, είχα παρευρεθεί σε μια εκδήλωση-παρουσίαση της ελληνικής μετάφρασης των απομνημονευμάτων του Μπομπ Ντύλαν. Για το βιβλίο μίλησαν η μία εκ των δύο μεταφραστριών, η Χίλντα Παπαδημητρίου, βαθιά γνώστης και του ίδιου του βιβλίου (προφανώς) και του έργου του Ντύλαν γενικότερα, ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας Χρήστος Μιχαηλίδης (ο οποίος περιορίστηκε στην περίοδο μέχρι το The Times They Are A-Changin’) κι ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος είχε να πει, εκτός των άλλων, πως οι βασικές επιρροές του Ντύλαν ήταν η ιρλανδική μουσική και η μουσική των Εβραίων της Οδησσού – συγκεκριμένα της Οδησσού, άλλο που π.χ. λίγο πριν είχαμε παρακολουθήσει, κοινό και ομιλητές, τον Ντύλαν, στο κλασσικό ντοκιμαντέρ του D.A. Pennebaker, να ερμηνεύει όχι ένα, αλλά δύο country τραγούδια του Χανκ Γουίλιαμς.

     Αλλά υπήρχε κι ένας τέταρτος ομιλητής, ένας μάλλον ντροπαλός άνθρωπος, με λόγο, όμως, μεστό και συγκροτημένο, που έδειχνε να γνωρίζει σε βάθος το έργο του τιμωμένου προσώπου και που μίλησε επί της ουσίας, και για μουσική και για γράψιμο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Γιάννης Τζώρτζης, που, εκτός από μεταφραστής κάμποσων διηγημάτων του Κάρβερ, εκτός από λογοτέχνης ο ίδιος, είναι κι ο άνθρωπος που έχει γράψει το πλέον αξιόλογο ελληνικό βιβλίο με θέμα τον κατεξοχήν τραγουδιστή-τραγουδοποιό, το «Μπομπ Ντύλαν – Ένα όχημα». Η τέχνη της μετάφρασης, η ελληνική λογοτεχνία κι η ελληνική μουσικολογία (με την ευρύτερη έννοια) χρειάζονται περισσότερους ανθρώπους σαν αυτόν.