Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κύκλοι ιστοριών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κύκλοι ιστοριών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες από το κέντρο και το έκκεντρο # 5


(Και καλά τέχνη....) 


(...)




(Fisherman's Blues In Preveza)


(Bright Lights, Big City # 1)


(Bright Lights, Big City # 2)


(Νοσταλγική Πάτρα)


(Ο γλυκύς χορός των ηδυπότων)


(Η χειμερία νάρκη ενός θερινού σινεμά)


(Ψυχεδελικά προάστεια # 1)


(Ψυχεδελικά προάστεια #2)


(Το κρεμαστό ποδήλατο των Εξαρχείων)


(Το πρότζεκτ με τα μονά εγκαταλελειμμένα παπούτσια προφανώς συνεχίζεται)

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #10

«Ξέροντας πως η σωρεία απορρίψεων από εκδοτικούς με είχε πάρει από κάτω, μια φίλη με συμβούλευσε να παρακολουθήσω σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Που ήξερα, ίσως έκανα κάτι λάθος, ίσως δεν μου έλειπε το ταλέντο αλλά η τεχνική και η μεθοδολογία και αν παρακολουθούσα ένα τέτοιο σεμινάριο, να αποκτούσα αυτό το «κλικ» παραπάνω που θα έκανε τους εκδοτικούς να με λατρέψουν.
         Το σκέφτηκα για κάμποσο καιρό και λίγο καιρό μετά, όταν πια είχα λάβει μια ακόμα απόρριψη από εκδοτικό, άρχισα να ψάχνω ποιο σεμινάριο μου ταίριαζε περισσότερο.
        Δεν χρειάστηκε να το αναλύσω πολύ: θα παρακολουθούσα το σεμινάριο του Ιάσονα Σαρρή, στο εντευκτήριο των εκδόσεων Πρώσου.
       Τα σεμινάρια ξεκίνησαν κι εγώ έγινα γρήγορα ο αγαπημένος μαθητής του κυρίου Σαρρή – αν και ο δρόμος προς την αποφοίτηση δεν ήταν πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα. Όταν τα μαθήματα έφτασαν στο πέρας τους, ο μεγάλος δάσκαλος με πήρε απόμερα και μου είπε πως θα μιλούσε για μένα στον ίδιο τον Γιώργο Πρώσο.
         Λίγες μέρες μετά, συναντήθηκα με τον ίδιο τον μεγαλοεκδότη, που με είχε απορρίψει πάνω από δέκα φορές στο παρελθόν. Με ρώτησε αν είχα κάτι έτοιμο να του δώσω. Του είπα ναι. Ήταν ένα μυθιστόρημα που πίστευα πολύ.
        Του το έδωσα. Το διάβασε. Του άρεσε πολύ. Δέχτηκε να το εκδώσει. Είναι το μυθιστόρημα που παρουσιάζουμε απόψε και που ελπίζω να αρέσει και σ’ εσάς.
     Μισό λεπτό, μη βιάζεστε. Πριν μιλήσω για το ίδιο το βιβλίο, θα ήθελα να ρωτήσω τον κύριο Πρώσο: αυτό το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε, σας το είχα δώσει και παλιότερα. Εσείς, όμως, το είχατε απορρίψει. Ένα χρόνο μετά, σας το ξανάδωσα κι εσείς το εκδώσατε μετά χαράς. Τι άλλαξε; Τι μεσολάβησε; Μήπως δεν είχατε μπει στον κόπο να το διαβάσετε την πρώτη φορά;»


Κάπως έτσι, η παρουσίαση του μυθιστορήματος «Ένα παλτό που τρέχει μόνο του» έφτασε πολύ γρήγορα και πολύ άδοξα στο τέλος της. Ο Παύλος Κοκκινάκης δεν ξανάβγαλε ποτέ άλλο βιβλίο, στον εκδοτικό του Γιώργου Πρώσου ή οπουδήποτε αλλού. Πολλοί του σιναφιού τον κατηγόρησαν για μικρότητα, για μικροπρέπεια, για αχαριστία. Αλλά ταυτόχρονα με αυτή την εξαπόλυση κατηγοριών ξεκίνησε μια κουβέντα για το πώς φερόταν ο μεγαλοεκδότης στους νέους συγγραφείς. 

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #9

#9 Ο Χαμένος κάνει τη μετάφραση

Στο δείπνο που ακολούθησε την ομιλία του διάσημου αμερικανού συγγραφέα Άλβιν Μπούκερ σε μεγάλο (από όλες τις απόψεις) θέατρο των Αθηνών, παραβρέθηκαν ο Έλληνας εκδότης του, ο Γιώργος Πρώσος, ο γιος αυτού, Σωκράτης, καθώς και ο μεταφραστής των βιβλίων του τιμωμένου προσώπου, ο Πέτρος Καστανάς και η γυναίκα του, Μυρτώ. Οι πέντε τους συνέφαγαν στην ταράτσα γνωστού ξενοδοχείου, αλλά μακριά από τα περίεργα βλέμματα, ο αμερικανός μαιτρ μονοπώλησε το ενδιαφέρον των αντρών συνδαιτυμόνων του, αλλά το δικό του ενδιαφέρον ήταν επικεντρωμένο αποκλειστικά στη μόνη θηλυκή παρουσία – τη Μυρτώ Καστανά. Μετά το πέρας του χορταστικού, είναι η αλήθεια, δείπνου, ο αμερικανός ζήτησε από το μεταφραστή και τη γυναίκα του να τον πάνε σε κάποιο μπαρ. Τον πήγανε στο 20/20, που φάνηκε ενδιαφέρον στον αμερικανό μαέστρο της αφήγησης. Παρήγγειλαν τα ποτά τους και πιάσανε την ψιλοκουβέντα, για τα μπαρ, για την κρίση, για τη μουσική. Κάποια στιγμή που ο Καστανάς πήγε εκεί όπου ακόμα κι ο βασιλιάς πάει μόνος του, ο Μπούκερ βρήκε την ευκαιρία να κάνει την κίνησή του. Της έπλεξε το εγκώμιο κι αυτή έδειχνε να συγκινείται – να αναστατώνεται. Μα αμέσως μετά ο άντρας της βγήκε από το μπάνιο και η συζήτηση μεταξύ των τριών επέστρεψε στην πρότερη ροή της.
            Περάσανε δύο ώρες εκεί κι έπειτα το ζεύγος πήγε τον Αμερικανό στο ξενοδοχείο όπου εκείνος διέμενε. Τους αποχαιρέτησε κοιτάζοντας μόνον εκείνη.
            Το επόμενο πρωί, ο Αμερικανός ζήτησε το τηλέφωνο της οικίας του Πέτρου Καστανά, προκειμένου –δήθεν- να του κάνει μια διευκρίνιση σχετικά με μια λέξη στο τρίτο, υπό μετάφραση βιβλίο του. Το σήκωσε η Μυρτώ. Στην αρχή της είπε ψέματα πως έψαχνε τον άντρα της – εκείνη του απάντησε πως ο Πέτρος είχε πεταχτεί στο κέντρο για κάτι δουλειές – και μετά άρχισε να της ζητά επιτακτικά να έρθει να τον βρει στο ξενοδοχείο του.
            Η Μυρτώ δέχτηκε – δεν ήταν και λίγο να αποζητά την παρέα σου ένας από τους πιο διάσημους συγγραφείς στον κόσμο. Πήγε και τον βρήκε.
Έκαναν έρωτα. Μετά, ξαπλώσανε ανάσκελα στο διπλό κρεβάτι. Μέσα στη χαρά που ένοιωθε, της είπε πως του είχε μόλις έρθει η ιδέα για ένα νέο βιβλίο – χάρη σε εκείνη.
Η εξομολόγηση αυτή την ευχαρίστησε. Μα, μετά από λίγο χτύπησε η πόρτα του δωματίου. Ο Άλβιν άνοιξε και αντίκρυσε τον Πέτρο, που είχε έρθει για εκείνη ακριβώς τη διευκρίνιση που οι δύο άντρες είχαν συζητήσει το αμέσως προηγούμενο βράδυ. Ο αμερικανός δεν τον άφησε να περάσει κι ο μεταφραστής αμέσως κατάλαβε πως κάτι κακό συνέβαινε. Έσπρωξε την πόρτα και μπούκαρε στο δωμάτιο. Την βρήκε μισοξαπλωμένη στο διπλό κρεβάτι της σουίτας, να ξεφυλλίζει το σημειωματάριο του αμερικανού μαιτρ, φορώντας ένα άσπρο μπουρνούζι.
Ο Πέτρος γύρισε και κοίταξε βλοσυρά τον αμερικανό συγγραφέα.
-Τι σημαίνει αυτό; τον ρώτησε.
-Τίποτα. Απλά προετοιμάζω το επόμενο βιβλίο μου.
-Τι;
-Για φαντάσου. Μέχρι τώρα απλώς μετέφραζες τα βιβλία μου. Τώρα συμβάλλεις στη δημιουργία τους. Θα έπρεπε να είσαι ευχαριστημένος.
Και του έριξε ένα ελαφρύ, δήθεν φιλικό χαστουκάκι στο αριστερό μάγουλο.
Ο Καστανάς σηκώθηκε κι έφυγε. Μετά από λίγο καιρό, πήρε διαζύγιο από τη Μυρτώ. Μετέφρασε και το τρίτο βιβλίο του Μπούκερ – αφού είχε δεσμευτεί επ’ αυτού – αλλά αρνήθηκε να μεταφράσει το τέταρτο, όταν, μετά από σχεδόν ένα χρόνο, του το πρότεινε ο εκδότης Γιώργος Πρώσος.

Μα έπειτα κατάλαβε πως είχε να πληρώσει και τη διατροφή της Μυρτώς. Κι έτσι, παρότι ο χαμένος της υπόθεσης, έκανε τελικά τη μετάφραση και του τέταρτου βιβλίου του Άλβιν Μπούκερ. 

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #8

#8 - Η βράβευση


Νόμιζε πως όλοι τον μισούσαν επειδή ήταν τόσο ταλαντούχος. Όχι· τον μισούσαν επειδή στο πρόσωπό του συνδυάζονταν σε πρωτόγνωρο βαθμό η αταλαντοσύνη με την κενοδοξία και την κακότητα. Όσα είχε καταφέρει στη ζωή του ο Δ.Ν., τα είχε καταφέρει πατώντας επί πτωμάτων, συκοφαντώντας τους άλλους συγγραφείς σε εκδότες και ταυτόχρονα γλείφοντας μέχρι εκεί που δεν πάει τους εκδότες αυτούς, ώστε να του δίνουν να κάνει μεταφράσεις – μεταφράσεις που αποδεικνύονταν τελικά παντελώς αποτυχημένες - και να διαφημίζουν τα δικά του βιβλία – και όχι των άλλων - στις εφημερίδες και τα σάιτ.
     Μα τελικά δεν κατάφερνε τίποτα. Δεν είχε κερδίσει ποτέ την ειλικρινή εκτίμηση κανενός. Απλώς, κάποιοι του ανταπέδιδαν πότε-πότε το γλείψιμο. Πουλούσε μόνο χάρη στην υπερβολική διαφήμιση και χάρη σε όσους αφελείς είχαν χάψει το μύθο του – το μύθο του Έλληνα Μπάροουζ.
   Τα καταλάβαινε όλα αυτά κατά βάθος, μα δεν ήθελε να τα παραδεχτεί, έχοντας πειστεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πως ήταν κάτι σπουδαίο – ενώ δεν ήταν τίποτα τέτοιο. Μα έτσι κι αλλιώς, ήταν σίγουρος πως όλα θα άλλαζαν με το καινούριο του πόνημα – τις «Σημειώσεις ενός μπεκρή». Ήταν βέβαιος, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως με αυτό το μυθιστόρημα θα κέρδιζε την καθολική, μόνιμη, αδιάσειστη αναγνώριση – πως θα γινόταν μόνιμος κάτοικος στο Πάνθεον των Μυθιστοριογράφων.
      Με το που βγήκε το βιβλίο, άρχισε να μιλά για αυτό σαν να ήταν κάτι που είχε γράψει όχι ο ίδιος αλλά κάποια μεγαλοφυΐα τύπου Φλωμπέρ. Οι λίγοι που τον έπαιρναν στα σοβαρά πείθονταν – οι υπόλοιποι γελούσαν με τα χάλια του.
    Σε κάποιο λογοτεχνικό σαλόνι, μια παρέα ανθρώπων που είχαν πληγεί από αυτόν – άλλο αν τελικά είχαν κατακτήσει κορυφές που εκείνος δεν θα έβλεπε καν ποτέ στη ζωή του - και που γύρευαν μια κάποια εκδίκηση για τη συνεχή από μέρος του υπομόνευση, σκέφτηκαν να του σκαρώσουν μια φάρσα, μια μάλλον μοχθηρή φάρσα.
       Τις επόμενες μέρες στην Αθήνα άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη πως ο Δ.Ν. θα ελάμβανε βραβείο από το Ίδρυμα Ανδρεοπούλου, για το σύνολο του έργου του – το πιο σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο στη χώρα. Η φήμη έφτασε στα αυτιά του και τον ικανοποίησε βαθιά – ποιον λόγο είχε να την αμφισβητήσει; Άρχισε απλώς να μετρά τις μέρες μέχρι την τελετή και παράλληλα να ενισχύει τη φήμη και να ρίχνει συνεχώς σπόντες σε δημόσιες τοποθετήσεις του για τη δικαίωση που είχε πλέον φτάσει.
        Το απόγευμα της βράβευσης, έβαλε το καλύτερο κοστούμι του και κατευθύνθηκε από το σπίτι του στη Νεάπολη ως το κτήριο της Ακαδημίας, στην Πανεπιστημίου. Οι εχθροί του είχαν προχωρήσει το αστείο τόσο πολύ, ώστε να του σταλεί πρόσκληση από το ίδρυμα για την εν λόγω τελετή – άλλωστε, οι νικητές των συγκεκριμένων βραβείων δεν ελάμβαναν καμία προειδοποίηση για τον επικείμενο θρίαμβό τους.
         Η τελετή πέρασε ευχάριστα για τον Δ.Ν. – αφού ήταν σίγουρος πως στο τέλος της βραδιάς, ο παρουσιαστής θα φώναζε το όνομά του κι εκείνος θα ανέβαινε με νωχελικό βήμα για να λάβει το βραβείο για το οποίο ετοιμαζόταν όλη του τη ζωή. Παρακολουθούσε τους νικητές στις υπόλοιπες κατηγορίες να παραλαμβάνουν τα βραβεία τους και χαμογελούσε συγκαταβατικά, αφού οι δικές τους δάφνες δεν ήταν τίποτα μπροστά στην τιμή που αποδιδόταν σε λίγο στον ίδιο.
     Και τελικά, η στιγμή έφτασε: ο παρουσιαστής ανακοίνωσε πως θα ακολουθούσε το σπουδαιότερο όλων των βραβείων: το Τιμητικό Βραβείο Ιφιγένειας Ανδρεοπούλου για το Σύνολο του Έργου του πήγαινε στον… Ιάσονα Σαρρή.
      Μια κραυγή ακούστηκε πάνω από τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα. Ο Δ.Ν. είχε σηκωθεί όρθιος και έβριζε τους πάντες: τον παρουσιαστή, το Ίδρυμα, τον ογδοντάχρονο νικητή που πάσχιζε να ανέβει στη σκηνή του Μεγάρου, τους ανθρώπους της ασφάλειας που προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν.
      Τον πετάξανε έξω, στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Κηφισίας. Οι περαστικοί τον κοιτούσαν παραξενεμένοι, ενώ εκείνος τους ξεκαθάριζε, χωρίς να του το έχουν ζητήσει, πως ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας της γενιάς του, ο πιο σπουδαίος όλων, ο Έλληνας Μπάροουζ.

          Το επόμενο πρωί έγραψε ένα λίβελο εναντίον του Ιδρύματος, τον πόσταρε στη σελίδα του στο φέισμπουκ και ξεθύμανε. Περίμενε το πρώτο λάικ. Περίμενε για δέκα λεπτά. Τίποτα. Για είκοσι. Για μισή ώρα. Για τρεις ώρες. Για μια ολόκληρη μέρα. Μα τι διάολο; Κανείς δεν καταλάβαινε πόσο σπουδαίος ήταν; 

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #7

#7 – Το κλειδωμένο ποστ

-Θα μάθεις εν ευθέτω χρόνω, της είπε, εμφανώς ευχαριστημένος από τα ελληνικά του. Πάντα του άρεσαν τέτοιες εκφράσεις – τον έκαναν να αισθάνεται… συγγραφέας.
         Η κοπέλα, όμως, δεν νοιαζόταν γι’ αυτό. Ήθελε να ξέρει γιατί τη χώριζε.
         -Θα τα γράψω όλα σε ένα ποστ στο μπλογκ μου, που θα το έχω κλειδωμένο. Θα το στείλω μόνο σε σένα, για να το διαβάσεις και να καταλάβεις.
    Του άρεσε και αυτό: ο τρόπος που η σύγχρονη τεχνολογία διαπλεκόταν με τη λογοτεχνία (τεχνολογία-λογοτεχνία, πώς του άρεσε αυτή η αντιστροφή των συνθετικών!), το πώς το κείμενό του, το τόσο αριστοτεχνικά γραμμένο  θα ήταν από τη μια δημόσιο κι από την άλλη μυστικό.
        Η κοπέλα έφυγε κλαίγοντας. Μερικές μέρες μετά, άνοιξε το ίνμποξ της και είδε το λινκ που την οδηγούσε στο κλειδωμένο ποστ που ο άλλος της είχε υποσχεθεί. Στην αρχή αρνήθηκε να το διαβάσει. Λίγες ώρες αργότερα, έχοντας βγει έξω κι έχοντας πιει αρκετά, γύρισε στο σπίτι της και, ανοίγοντας την οθόνη του υπολογιστή, αντίκρυσε ξανά μπροστά της το κείμενο. Διάβασε τις πρώτες γραμμές, αλλά έπειτα έπεσε για ύπνο, καταβεβλημένη από τη νύστα και το πιώμα και την κούραση και την ερωτική απογοήτευση.
       Ξυπνώντας το επόμενο πρωί, ξανάνοιξε την οθόνη και το κείμενο ήταν και πάλι εκεί: αποφάσισε να το διαβάσει, έχοντας ξεχάσει, λόγω χανγκόβερ, περί τίνος επρόκειτο. Αυτό που αντίκρυσε ήταν το πιο γελοίο, το πιο σαθρό, το πιο αυτάρεσκο γράμμα χωρισμού που είχε διαβάσει ποτέ της. Ο συγγραφέας – έτσι όριζε τον εαυτό του, παρόλο που δεν είχε δημοσιεύσει ούτε μισό χαϊκού εκτός του μπλογκ του -, προσπαθούσε συνεχώς να μειώσει εκείνη και να εξυψώσει τον εαυτό του, με μια γλώσσα επιτηδευμένη, με συνεχείς αναφορές στα ψαγμένα μπαρ όπου πήγαινε εκείνος και που εκείνη δεν θα μάθαινε ποτέ αν δεν βρισκόταν αυτός στο δρόμο της, με μπάντες που άκουγε εκείνος και που ελάχιστοι στον πλανήτη είχαν ανακαλύψει και που μόνο αυτές μπορούσαν να “articulate” το πόσο καταθλιπτικός και μυστηριώδης ήταν, το πώς εκείνος ήταν "beyond and above styles and genres” ενώ εκείνη ήταν απλά μια χορεύτρια της Λυρικής, μια καλλιτεχνίζουσα αλλά όχι καλλιτέχνις κ.ο.κ.
    Μέχρι να φτάσει στο τέλος του κειμένου, η κοπέλα είχε πλαντάξει – στα γέλια. Καταλάβαινε πλέον πόσο χρόνο είχε χαραμίσει με αυτόν τον βαθιά υπερφίαλο, βαθιά αμόρφωτο, βαθιά εγωπαθή άνθρωπο. Έστειλε το λινκ και τον κωδικό για το ξεκλείδωμα στην κολλητή της, εμπιστευτικά, αλλά η κολλητή το έστειλε σε περίπου 50 γνωστούς της. Μέχρι το βράδυ, το κλειδωμένο ποστ είχε διαβαστεί από περί τα 4.000 άτομα. Είχε γίνει, όπως θα έλεγε κι ο συγγραφέας του, viral.
      Στην αρχή, ο τύπος έγινε περίγελως. Αλλά έπειτα, καθώς σε μια χώρα ημιμαθών, ο ναρκισσισμός – ειδικά όταν είναι αβάσιμος – θεωρείται ως το υπέρτατο προτέρημα, ο κατά φαντασίαν συγγραφέας έλαβε μια πρόταση από ένα μουσικό σάιτ για να γράφει τις κριτικές τους και, μερικούς μήνες, αργότερα, εξέδιδε το πρώτο του βιβλίο, που στο μυαλό του – στο μυαλό του και μόνο - ήταν εφάμιλλο του City On Fire του Garth Risk Hallberg.


(Αυτή τη φορά, η γελοιοποίηση ήταν οριστική.)

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 6

(Οι συγγραφικές μικρότητες επιστρέφουν στο μπλογκ, μετά από απουσία εβδομάδων, λόγω τεχνικού προβλήματος)

#6 - Ο μπουφετζής

Ήταν τύχη ή ατυχία το να δουλεύει στο καφέ όπου σύχναζε ο πιο σπουδαίος συγγραφέας των τελευταίων τριάντα χρόνων; Ο Μιχάλης επέλεξε να το βλέπει σαν ευλογία – παρόλο που πολλές φορές η παρουσία του Βύρωνα Κασιμάτη στο χώρο τού αποσπούσε την προσοχή. Είχε σκεφτεί πολλές φορές να του μιλήσει – να του μιλήσει για κάτι παραπάνω από το μακιάτο ή τον καιρό, να του πει πως και ο ίδιος έγραφε και πάσχιζε να πείσει κάποιον εκδοτικό να βγάλει το πρώτο του βιβλίο -, αλλά κάθε φορά δίσταζε.
Ώσπου μια μέρα του άνοιξε κουβέντα επί του θέματος της λογοτεχνίας ο ίδιος ο Κασιμάτης. Πηγαίνοντας στο ταμείο για να πληρώσει, ο Β.Κ. πρόσεξε πως ο νεαρός σερβιτόρος – ο σπουδαίος συγγραφέας δεν θυμόταν το όνομά του – διάβαζε με πλείστη όση προσοχή έναν τόμο με ποιήματα του Γκρέγκορι Κόρσο. Πιάσανε κουβέντα για τον μεγάλο αμερικανό, για την τόσο ενδιαφέρουσα ζωή του, και μετά η συζήτηση επεκτάθηκε στους υπόλοιπους του εσώτερου κύκλου των μπιτ και μετά στο ίδιο το θέμα της γραφής.
-Ξέρετε, κι εγώ, την ψάχνω… θέλω να πω, προσπαθώ να βγάλω το πρώτο μου βιβλίο.
Ξαφνικά, η έκφραση του Βύρωνα Κασιμάτη έδειξε να αλλάζει.
-Όλοι συγγραφείς γίναμε, μουρμούρισε.
Ο Μιχάλης δεν ήταν σίγουρος πως είχε όντως ακούσει αυτό το τόσο κακεντρεχές σχόλιο από το στόμα του συγγραφέα που θαύμαζε περισσότερο από κάθε άλλον.
-Πώς είπατε;
-Η συγγραφή δεν είναι για όλους, αγορίνα μου, έκανε ο Κασιμάτης κι αποχώρησε με μια δήθεν αρχοντική κίνηση – αρνούμενος, δηλαδή, να πάρει τα ρέστα του.
Ο Μιχάλης απόμεινε μόνος, σοκαρισμένος. Γιατί; Γιατί τέτοια μοχθηρία; Δεν πρόλαβε να το αναλύσει περισσότερο, καθώς εκείνη τη στιγμή μπήκε στο μαγαζί ένα νεαρό ζευγάρι, κι ο Μιχάλης έσπευσε να τους εξυπηρετήσει, αλλά το επεισόδιο του τριβέλιζε το μυαλό για όλη την υπόλοιπη ημέρα, πρώτα στο καφέ και μετά στο σπίτι του, στα Εξάρχεια. Γιατί αυτή η απαξίωση;
Πρώτα το εξήγησε σαν μια εκδήλωση κακότητας και κομπλεξισμού. Έπειτα, όμως, ο Μιχάλης άρχισε να σκέφτεται πως ίσως ο μεγάλος δάσκαλος να είχε δει κάτι σε εκείνον, κάτι που να φώναζε πως δεν διέθετε κανένα πραγματικό ταλέντο. Θυμήθηκε το επεισόδιο με τον Ναμπόκοφ και το φοιτητή που τον είχε επισκεφτεί, γυρεύοντας συμβουλές για μια καριέρα στη συγγραφή. Ο σπουδαίος Ρώσος του είχε ζητήσει να ονομάσει το δέντρο που βρισκόταν έξω από το παράθυρό του, κι όταν ο φοιτητής είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά, ο Ναμπόκοφ του απάντησε ξερά: «Δεν θα γίνεις ποτέ συγγραφέας». Ίσως ο Κασιμάτης να είχε δει κάτι ανάλογο στον Μιχάλη και, μάλιστα, χωρίς καν να μπει στον κόπο να τον υποβάλει σε μια τέτοια, φαινομενικά απλή δοκιμασία.
Αυτό ήταν, λοιπόν; Θα έπρεπε να εγκαταλείψει κάθε όνειρο συγγραφικής δόξας, ακόμα και κάθε όνειρο να δει ένα κείμενό του εκδομένο;
Το επόμενο πρωί ξύπνησε και πήγε πάλι στη δουλειά. Ο Κασιμάτης ήρθε, κάθισε στην αγαπημένη του θέση κι ο Μιχάλης τον σέρβιρε. Πέρασαν μήνες έτσι, με τον Κασιμάτη να αγνοεί επιδεικτικά το Μιχάλη και το Μιχάλη απλά να μην μπορεί να κάνει αλλιώς. Έπειτα, ο Μιχάλης έχασε τη δουλειά του στο καφέ, ξαναπήγε στο πατρικό του, έπειτα ξαναβρήκε μια άλλη δουλειά, σε ένα μεγάλο φωτοτυπικό κέντρο, κι έπειτα σε ένα σουβλατζίδικο, ντελιβεράς. Πέρασαν χρόνια και χρόνια έτσι, με το Μιχάλη να προσπαθεί έστω να επιβιώσει, αφού δεν μπορούσε να κάνει αυτό που πραγματικά αγαπούσε.
Μετά το σουβλατζίδικο, ήρθε η δουλειά σε ένα μπαρ. Ο Μιχάλης ξεκίνησε σαν σερβιτόρος, αλλά κατέληξε πίσω από την μπάρα, να φτιάχνει ωραία, απλά, αφτιασίδωτα ποτά. Και μια μέρα, το κατώφλι του μπαρ πέρασε εκείνος – ο Βύρωνας Κασιμάτης. Ήταν μόνος του και έδειχνε κάπως μελαγχολικός. Κατά τα άλλα, είχε μείνει ίδιος, καλοντυμένος και ευθυτενής, παρά τα εξήντα του χρόνια.
Δεν αναγνώρισε τον μπάρμαν – έτσι κι αλλιώς, ο Μιχάλης είχε πια χάσει τα μαλλιά του και είχε αφήσει μούσι, μπας κι έτσι αναπληρώσει την απώλεια. Ο Κασιμάτης πήρε το ποτό και βάλθηκε να το πίνει, χωρίς να δίνει σημασία σε κανέναν. Μα την προσοχή του τράβηξε ένα σπιράλ σημειωματάριο που κάποιος είχε ξεχάσει στη μπάρα, ακριβώς δίπλα στο σημείο όπου καθόταν ο εξηντάρης συγγραφέας. Τον τραβούσε πάντα ο γραπτός λόγος, ειδικά σε τυπωμένα βιβλία και σε σημειωματάρια. Μα αυτό που διάβασε εκεί δεν είχε απλά ενδιαφέρον. Ήταν ένα μικρό αριστούργημα, ένα σύντομο διήγημα που περιέκλειε στις διακόσιες παρά κάτι λέξεις του όλη την ομορφιά και την πικρία του κόσμου. Ο Κασιμάτης σκέφτηκε να το τσεπώσει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδε το χέρι του μπάρμαν να απλώνεται και να παίρνει από τη μπάρα το σημειωματάριο.
-Κάποιος το ξέχασε, είπε σε ένοχο ύφος ο Κασιμάτης. Ή μήπως είναι δικό σου;
Του Μιχάλη του ξέφυγε η αλήθεια.
-Ναι, είναι δικό μου.
Έπειτα πρόσθεσε, χωρίς λόγο:
-Συγγνώμη.
-Τι συγγνώμη; έκανε ο άλλος. Αυτό το κειμενάκι είναι… είναι ένα κομψοτέχνημα.
-Αλήθεια;! αντέδρασε ο Μιχάλης. Είχα καιρό να γράψω. Κάποιος μεγάλος συγγραφέας μου είχε πει κάποτε πως δεν αξίζω μία. Αλλά τώρα το ξανασκέφτηκα…
-Μα όχι, όχι. Μην ακούς τον κάθε βλάκα. Αξίζεις. Αξίζεις πολλά. Έχεις κι άλλα σαν αυτό εδώ;
Ο Μιχάλης πήγε να απαντήσει κάτι, αλλά τον φώναξε ένας άλλος πελάτης. Έφυγε προς τα εκεί, αφήνοντας το ερώτημα του Κασιμάτη αναπάντητο.
Πέρασαν ώρες, με το Μιχάλη να πηγαίνει προς τον παλιό του γνώριμο μόνο για να του ξαναγεμίσει το ποτήρι. Όταν ο μεγάλος συγγραφέας σηκώθηκε να φύγει, φρόντισε πρώτα να πιάσει ξανά κουβέντα στον μπάρμαν:
-Αν όντως έχεις κι άλλα σαν αυτό, θα ήθελα να τα δω.
Ο Μιχάλης δεν πείστηκε με την πρώτη, αλλά ο Κασιμάτης επέμεινε – έτσι κι αλλιώς, του άρεσε το μπαρ και τα ποτά. Έτσι ο Μιχάλης έδωσε κάμποσα ακόμα κείμενά του στο μεγάλο συγγραφέα κι αυτός τα ρούφηξε όλα σε μια μέρα.
Επέστρεψε το επόμενο βράδυ, ενθουσιασμένος.
-Θα τα πάω στον εκδότη μου, τον Γιώργο Πρώσο.
-Δεν είναι ανάγκη…
-Είναι, είναι. Εκτός κι αν…
Τελικά τα πήγε. Ο Πρώσος συμφώνησε να τα βγάλει σε ένα βιβλίο. Το βιβλίο πήγε καλά. Μετά από λίγο καιρό, ο Μιχάλης δεν χρειαζόταν πια να δουλεύει στο μπαρ. Το τελευταίο βράδυ του εκεί, πήγε και τον είδε ο Κασιμάτης.
-Θα ήθελα να ήξερα τι θα έλεγε αν σε έβλεπε τώρα εκείνος ο σιχαμένος που σου είπε πως δεν κάνεις για συγγραφέας.
Ο Μιχάλης σιώπησε για λίγο. Έδειχνε να μην ξέρει τι να απαντήσει.
-Ναι, είπε τελικά. Κι εγώ αυτό αναρωτιόμουν.

            Ο Κασιμάτης δεν πήρε χαμπάρι. Κι ο Μιχάλης δεν είχε χρόνο για κάτι παραπάνω· μια παρέα πέντε ατόμων είχε μόλις μπει στο μπαρ. 

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 5

# 5 Ο συγγραφέας και η φωτογραφία

Η εικόνα έδειχνε ένα φαντάρο που αρνείται να χαιρετήσει ένα στρατηγό, εν μέσω μιας από τις πολλές δικτατορίες που έχουν ταλανίσει τούτη εδώ τη χώρα, ενώ όλοι οι άλλοι συνάδελφοί του χαιρετούν φοβισμένοι. Είχε ξεθαφτεί πρόσφατα, από το αρχείο ενός ονομαστού φωτογράφου, που δεν την είχε δημοσιεύσει όσο ζούσε, και είχε κάνει δίκαια το γύρο του διαδικτύου. Ο στρατηγός είχε εύκολα κατονομαστεί, αλλά όλοι γύρευαν να μάθουν ποιος ήταν ο φαντάρος που είχε προβεί σε μια τόσο γενναία κίνηση.
            «Ο άνθρωπος αυτός είναι ο πατέρας μου, Στέφανος Δόρκας», έγραψε στον τοίχο του σε κάποιο κοινωνικό μέσο, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση της εικόνας, ο Άλκης Δόρκας, που επαγγελόταν νοσοκόμος, αν και είχε βγάλει τρία –πολύ αξιόλογα, κατά τη δική του γνώμη - αστυνομικά μυθιστορήματα.
            Ακολούθησε ένας κατακλυσμός από συγχαρητήρια, επαίνους, ερωτήσεις και αιτήματα για συνεντεύξεις. Ο Δόρκας υιός ξεκαθάρισε στους δημοσιογράφους πως ο πατέρας του είχε φύγει από τη ζωή, αλλά, εφόσον το επιθυμούσαν, μπορούσε να τους παραχωρήσει εκείνος μια συνέντευξη – είχε, άλλωστε, να παρουσιάσει πλούσιο συγγραφικό έργο, εκτός από την περηφάνια του να είναι απόγονος ενός τόσο ακέραιου και έντιμου ανθρώπου.
            Έγιναν τέσσερις συνεντεύξεις – η μία εξ αυτών με μια από τις πιο γνωστές τηλεπαρουσιάστριες της χώρας -, στις οποίες οι δημοσιογράφοι ήταν γεμάτοι ανυπομονησία να μάθουν για τον πατέρα αλλά αδιάφοροι για το συγγραφικό έργο του γιου, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να στρέψει την κουβέντα προς τα εκεί ακριβώς. Ο Άλκης Δόρκας δεν είδε καμιά αύξηση στο ενδιαφέρον ως προς το συγγραφικό του έργο.
            Ίσως αυτό να άλλαζε, αν κατάφερνα τελικά να πάρω εγώ την Πέμπτη συνέντευξη – ενδιαφερόμουν για την ιστορία του πατέρα Δόρκα, αλλά ενδιαφερόμουν επίσης για το αστυνομικό μυθιστόρημα ως είδος και σκεφτόμουν πως ίσως ο γιος ενός τόσο αξιόλογου ανθρώπου να έχει κι αυτός κάτι αξιοσημείωτο, στο επίπεδο του ταλέντου. Μα, το πρωί ακριβώς που ετοιμαζόμουν να πάω στο σπίτι του κυρίου Δόρκα, μου τηλεφώνησε ο αρχισυντάκτης μου για να μου πει πως η όλη υπόθεση ήταν μια απάτη και πως ο γενναίος φαντάρος ονομαζόταν στην πραγματικότητα Θανάσης Σταματιάδης και ήταν ακόμα εν ζωή.
            Τι είχε γίνει; Ο Άλκης Δόρκας είχε δει τη διάσημη φωτογραφία, είχε διακρίνει μια αρκετά μεγάλη ομοιότητα μεταξύ του πατέρα του και του Σταματιάδη και είχε αποφασίσει να στήσει αυτή την απάτη μπας και έτσι γίνει γνωστό το συγγραφικό του έργο – έχοντας από καιρό βαρεθεί την «κανονική» δουλειά του.

            Δεν μπορούσε παρά να αποτύχει. Κι όταν η αλήθεια μαθεύτηκε, ο Άλκης Δόρκας επέστρεψε στην αφάνεια, σαφώς απογοητευμένος. Μέχρι που ένας εκδοτικός οίκος του ζήτησε να γράψει ένα βιβλίο για όλη αυτή την ιστορία της απάτης και της προσωρινής φήμης. Εθισμένος στο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Άλκης Δόρκας διάνθισε στο βιβλίο του την όλη υπόθεση με ένα φόνο που δεν έγινε ποτέ και τον αβυσσαλέο, δήθεν, έρωτα ενός μεσήλικα νοσοκόμου με μια σταρ της τηλεόρασης. 

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #4

#4 Και το ξημέρωμα αργούσε

Η είσοδος του στον εκδοτικό ήταν όπως και σε οποιονδήποτε άλλο χώρο: αυτοκρατορική, λες και το μέρος του ανήκε. Ανέβηκε στο γραφείο του εκδότη, του Γιώργου Πρώσου, πέταξε το παλτό που έφερε στους ώμους στον καναπέ – αποκαλύπτοντας έτσι το καλοραμμένο του ριγέ κοστούμι - και κάθισε ράθυμα, δήθεν ξεθεωμένος από τη φήμη, σε μια από τις δύο χαμηλές δερμάτινες πολυθρόνες απέναντι από το μεγάλο αφεντικό. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του και κοίταξε τον εκδότη με ένα κραυγαλέα ψεύτικο βλέμμα κούρασης – αχ, αυτή η διασημότητα που έρχεται πακέτο με το ταλέντο!
            Ωστόσο, ο Πρώσος τον συμπαθούσε – του έφερνε πολλά λεφτά - κι έτσι δεν τον κούραζε αυτή η προσποίηση, αυτός ο στόμφος. Παρόλο που ο συγγραφέας είχε έρθει για να συζητήσουν για τις πωλήσεις του προηγούμενου βιβλίου του και την ετοιμασία του επόμενου, ο εκδότης είχε κάτι άλλο κατά νου:
            -Πέρασε τις προάλλες ο αδερφός σου. Μου άφησε ένα κείμενο.
            -Κείμενο; Μα δεν είναι ακόμα έτοιμο.
            -Δικό του, όχι δικό σου.
            Ο συγγραφέας έδειξε να χάνει τα λόγια του, την ψυχραιμία του. Τελικά, ξανάβαλε τα γυαλιά ηλίου του.
            -Α, ναι, ναι. Το έχω διαβάσει.
            -Αλήθεια;! Και τι έχεις να πεις.
            -Στη θέση σου, δεν θα ασχολιόμουν με τέτοιες σαχλαμάρες.
            -Μα…
            Ο συγγραφέας απέτρεψε οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση επί του θέματος και έστρεψε την προσοχή του εκδότη στα δικά του γραπτά. Όταν η μεταξύ τους κουβέντα –που ήταν πολύ ενθαρρυντική για τον ήδη πετυχημένο συγγραφέα – έφτασε στο τέλος της, ο ευπώλητος έφυγε από τον εκδοτικό με βήμα ταχύ, που φανέρωνε ιδιαίτερο εκνευρισμό. Μα τι θράσος αυτός ο αδερφός μου! Να τολμήσει να μπει στα χωράφια μου; Γιατί; Επειδή χώρισε μετά από είκοσι χρόνια γάμου; Τι, δηλαδή, όποιος χωρίζει, αρχίζει να γράφει μυθιστορήματα; Κάνε μας τη χάρη…
            Φτάνοντας στο σπίτι – όπου φιλοξενούσε τον πρόσφατα χωρισμένο αδερφό του – τον φώναξε στο σαλόνι και του έριξε την κατσάδα που του ετοίμαζε εδώ και ώρα.
            -Τι νόμιζες; Επειδή χώρισες, απέκτησες ξαφνικά ταλέντο; ήταν η κατακλείδα της ιδιαίτερα σκληρής και θορυβώδους επίπληξης.
            Ο αδερφός περίμενε υπομονετικά να τα βγάλει όλα από μέσα του ο συγγραφέας, και τελικά είπε:
            -Δεν χώρισα.
            -Τι;
            -Δηλαδή, είχα χωρίσει, αλλά τα ξαναβρήκαμε. Γυρίζω σπίτι. Χάρισμά σου τα βιβλία και η δόξα.

            Και όντως γύρισε. Ο συγγραφέας έμεινε και πάλι μόνος του, στην αχανή μα άδεια σπιταρόνα του. Με δόξα και βιβλία και λεφτά. Αλλά μόνος. Και το ξημέρωμα αργούσε ακόμα. 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 3

# 3 Η ηδονή της δολιοφθοράς

(Σημείωση: το παρακάτω κείμενο, όπως και άλλα δικά μου, αδημοσίευτα προς το παρόν, εκτυλίσσεται στη φανταστική ευρωπαϊκή χώρα Εολάνδη, που τοποθετείται νοερά κάπου στην κεντρική ή ανατολική Ευρώπη και φέρει φυσικά όλα τα θετικά στοιχεία αλλά, κυρίως, όλες τις παθογένειες μιας χώρας της Γηραιάς Ηπείρου.)

-Μα, υπουργέ μου… εξοχότατε, ήθελα να πω, θα επιτρέψετε να λάβει μια τόσο υψηλή τιμή ένας τόσο θρασύς άνθρωπος;!
      Ο υπουργός πολιτισμού Κάβεν Πόρετ έγειρε πίσω στην ακριβή, δερμάτινη πολυθρόνα του και ξεφύσηξε – από οργή για το γλοιώδη τρόπο του συνομιλητή του ή για τα νέα που αυτός έφερνε, ήταν δύσκολο να πει κανείς. Έπειτα, έφερε τα χέρια του στο ύψος της πλακουτσωτής μύτης του και κοίταξε τον κομιστή των νέων, το συγγραφέα Έλσον Πέλκοτ, κατευθείαν στα μάτια, με το ίδιο βλοσυρό βλέμμα που επεφύλασσε σε όλους τους ανθρώπους που θεωρούσε κατωτέρους του ή, απλά, αδιάφορους.
     Το θράσος και η έλλειψη σεβασμού ήταν τα τελευταία πράγματα που ενδιέφεραν τον Πέλκοτ – ο υπουργός το ψυλλιαζόταν αυτό -, αλλά η πιθανότητα να βραβευτεί με το Νόμπελ ένας άνθρωπος ανοιχτά αριστερός, και, μάλιστα, ευθαρσώς επικριτικός απέναντι στα πεπραγμένα του κόμματος και της κυβέρνησης, όπως ο Λίπετ Κέμερι, εξόργιζε αυτό το σκοταδόψυχο μέλος της εολανδικής κυβέρνησης μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Παρόλο που βαριόταν τις χαμερπείς συκοφαντίες του Πέλκοτ, τελικά αποφάσισε να συμπορευτεί μαζί του.
   Τους επόμενους μήνες, η κυβέρνηση της Εολάνδης, οι ανά τον κόσμο πρεσβείες της, οι περισσότεροι διάσημοι Εολανδοί και -κυρίως- τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ήλεγχε το καθεστώς εξαπέλυσαν έναν τέτοιο πόλεμο ενάντια στον Λίπετ Κέμερι, που η σουηδική ακαδημία αποφάσισε να μην ξανασχοληθεί ποτέ με την περίπτωσή του, όχι μόνο εκείνη τη χρονιά, αλλά και γενικά. Ο Κέμερι, για κάποιους ο πιο σπουδαίος συγγραφέας που είχε βγάλει ποτέ η Εολάνδη, έχασε την ευκαιρία να λάβει την ύψιστη συγγραφική τιμή – αλλά συνέχισε να απολαμβάνει τη φήμη και την εκτίμηση όλης της υφηλίου και τα λεφτά που τις συνόδευαν.
  Ο Πέλκοτ δεν κατάφερε ποτέ τίποτα τέτοιο. Απλά συνέχισε να έχει κάποιους σταθερούς αναγνώστες εντός των εολανδικών συνόρων κι αυτό ήταν όλο. Με τον Κέμερι είχαν υπάρξει κολλητοί φίλοι ως νέοι, αλλά ο μεν Κέμερι είχε κερδίσει την καθολική καταξίωση, ο δε Πέλκοτ είχε απλώς γίνει συμπαθής σε μια μικρή μερίδα του κοινού και των κριτικών. Φυσικά, η σύγκριση με τον αλλοτινό του φίλο γέμιζε τον Πέλκοτ με πικρία, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ ούτε να αποτρέψει ούτε να ανατρέψει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. 
     Όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο εκείνος ξεθώριαζε. Στο τέλος απέμεινε μόνος του. Τον φρόντιζαν δύο δίδυμοι θαυμαστές του, ένας νεαρός άντρας και μια νεαρή γυναίκα, που τον έβλεπαν σαν τον μεγαλύτερο γραφιά που πέρασε ποτέ από τη χώρα τους. Στο νεκροκρέβατό του τον ρώτησαν, γεμάτοι ενδιαφέρον και αγάπη, ποιο θεωρούσε πως ήταν το μεγαλύτερο λογοτεχνικό του επίτευγμα.
      -Το Νόμπελ, μουρμούρισε εκείνος.
      Ο νεαρός, που ήταν καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, κοίταξε την αδερφή του απορημένος. Εκείνη, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, έφερε το χέρι της στο στόμα της για να συγκρατήσει τους λυγμούς της, νομίζοντας πως τώρα στα τελευταία του ο εγκέφαλος του Πέλκοτ είχε εκφυλιστεί εντελώς. Ο νεαρός ξαναγύρισε προς τον ετοιμοθάνατο συγγραφέα.
       -Μα, δάσκαλε, δεν κερδίσατε ποτέ το Νόμπελ.
       -Όχι, αλλά απέτρεψα κάποιον άλλον από το να το κερδίσει. Του πήρα τη μπουκιά από το στόμα, του καθάρματος.
    Τα δίδυμα δεν ήξεραν τι να απαντήσουν ούτε και γνώριζαν σε ποιον αναφερόταν ο γέρος. Μάντεψαν πως επρόκειτο για το Λίπετ Κέμερι, για τον οποίον ο γέρος έχυνε πολύ συχνά τη χολή του. 
      Μετά από λίγα λεπτά ξεψύχησε, με το όνομα της από καιρό πεθαμένης μητέρας του στα χείλη του. Τα δίδυμα του έκλεισαν τα μάτια και φρόντισαν τα της κηδείας του. Στην τελετή ταφής παρευρέθηκαν ελάχιστοι, αλλά η νεαρή κοπέλα που είχε φροντίσει τον εκλιπόντα μαζί με τον αδερφό της, αναγνώρισε ανάμεσα στους πενθούντες τον σπουδαίο Λίπετ Κέμερι, ταλαιπωρημένο από το πέρασμα των χρόνων, αλλά παράλληλα ειλικρινά λυπημένο για την απώλεια του αλλοτινού του φίλου. Τον έδειξε διακριτικά στον αδερφό της και οι δυο τους συνειδητοποίησαν πως ο σπουδαίος συγγραφέας είχε συγχωρήσει τον αποδημήσαντα φίλο τους. 
      Η κηδεία ήταν σύντομη και λιτή. Μετά το πέρας της, ο Κέμερι μπήκε στη λιμουζίνα του και χάθηκε στο σούρουπο, χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν. Τα δίδυμα πήραν το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια. Λίγο πριν φτάσουν στην πύλη του κοιμητηρίου, η κοπέλα τόλμησε να ξεστομίσει αυτό που και εκείνη και ο αδερφός της σκέφτονταν όλες αυτές τις μέρες και ειδικά από τη στιγμή που εντόπισαν τον Λίπετ Κέμερι ανάμεσα στους παρευρισκομένους στην κηδεία: είχαν αδικήσει κατάφωρα τους εαυτούς τους με το να προσφέρουν τόσο χρόνο και τόση φροντίδα στον Έλσον Πέλκοτ, έναν άνθρωπο που μέτραγε την αξία και την επιτυχία του με βάση όχι τα δικά του κατορθώματα, αλλά το κατά πόσο είχε αποτρέψει τα κατορθώματα κάποιου άλλου. 


Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ # 2

#2: Ο "Καρκίνος του πνεύματος"

Δημόσια, στο διάλογο που εκτυλίχτηκε μεταξύ τους σε κάποιο κοινωνικό μέσο, ο πενηντάρης συγγραφέας Άγγελος Βαρσάμης αντιμετώπισε την αρνητική κριτική που είχε επιφυλάξει στο τελευταίο βιβλίο του ο νεαρός, ανερχόμενος μπλόγκερ Άλκης Αθανασίου με ψυχραιμία και ευγένεια – ακόμα και με ευγνωμοσύνη, έλεγε, για την εμπεριστατωμένη και χωρίς φόβο ή πάθος αποδόμηση του κειμένου του από το νεαρό γραφιά. Ιδιωτικά, ωστόσο, ο Βαρσάμης έβραζε στο ζουμί του: ήθελε όσο τίποτα να εκδικηθεί αυτό το «τσουτσέκι» που είχε τολμήσει να τον αμφισβητήσει, ήθελε να τον αφανίσει, να τον τελειώσει, να τον ακυρώσει δια παντός. Ξεκίνησε αυτή τη διαδικασία «αφανισμού» του νεαρού μπλόγκερ με το να παραινεί τους κοινούς τους γνωστούς να μη στέλνουν βιβλία τους στον Αθανασίου για κριτικές και παρουσιάσεις. Στη συνέχεια σταμάτησε να κοινοποιεί στη σελίδα του κείμενα του περί ου ο λόγος – όχι μόνο σχετικά με βιβλία του ίδιου του Βαρσάμη αλλά και σχετικά με βιβλία τρίτων.
            Αλλά την καλύτερη ευκαιρία για εκδίκηση του την πρόσφερε ο ίδιος ο Άλκης Αθανασίου: λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευση της δυσμενέστατης κριτικής, σε κάποια ποιητική βραδιά, αδιάφορη για το πνεύμα αλλά χορταστική για το στομάχι, ο νεαρός μπλόγκερ πλησίασε τον πενηντάρη συγγραφέα, και με περισσή, ανεξήγητη ταπεινότητα, του ζήτησε να διαβάσει ένα πόνημά του, ένα σύντομο μυθιστόρημα, και, εφόσον ο Βαρσάμης το έβρισκε ενδιαφέρον, να το προωθούσε στον εκδότη του, το Γιώργο Πρώσο. Ο Βαρσάμης πήρε στα χέρια του το δακτυλόγραφο, καταφέρνοντας μετά βίας να συγκρατήσει τα γέλια μοχθηρίας που σκαρφάλωναν καλπάζοντας από τα βάθη της ύπαρξής του ως το μικρό του στόμα. Του έριξε δυο ματιές και έπιασε με προσποιητό ενδιαφέρον την κουβέντα με τον νεαρό μπλόγκερ περί του συγκεκριμένου κειμένου και περί της εμπειρίας της συγγραφής γενικότερα. Έπειτα από λίγο, μια νεαρή ποιήτρια απέσπασε την προσοχή του έμπειρου συγγραφέα, κι ο μπλόγκερ αποσύρθηκε προς κάποιο άλλο «πηγαδάκι», με μια κάποια ντροπαλοσύνη και αμηχανία.
            Ο Βαρσάμης συζήτησε λίγο ακόμα με την ποιήτρια κι έπειτα αποχώρησε από το εντευκτήριο που φιλοξενούσε την ποιητική βραδιά. Φεύγοντας, πέταξε το δακτυλόγραφο του Αθανασίου στον πρώτο κάδο απορριμμάτων που συνάντησε στο δρόμο του.

*

Λίγες ώρες μετά, καθώς ο ήλιος ανέτελλε πάνω από τη μεγαλούπολη, ένας ταλαιπωρημένος κύριος που πλησίαζε τα εβδομήντα, με λερωμένα ρούχα και κουρασμένο βήμα, βγήκε στη γύρα με το παλιό, νοτισμένο πια από τους λεκέδες καροτσάκι της λαϊκής της νεκρής εδώ και χρόνια γυναίκας του, μήπως κι έβρισκε κάτι στους κάδους της γειτονιάς του, που να μπορούσε να αξιοποιήσει, είτε προς βρώση είτε προς μεταπώληση.
            Βρήκε τελικά ένα μεγάλο γυάλινο μπουκάλι, μερικά άδεια κουτάκια αναψυκτικών κι έναν μικρό τενεκέ που είχε ακόμα λίγο λάδι μέσα του. Βρήκε επίσης ένα πεταμένο δακτυλογραφημένο μυθιστόρημα: «Ο καρκίνος του πνεύματος», του Άλκη Αθανασίου. Προς στιγμήν, ο ταλαιπωρημένος κύριος σκέφτηκε να πετάξει ξανά στον κάδο το κείμενο και να αρκεστεί στα υπόλοιπα ευρήματά του. Έπειτα, όμως, θυμήθηκε πόσο του άρεσε παλιά το διάβασμα κι ότι είχε αναγκαστεί να πουλήσει σταδιακά όλα του τα βιβλία στα παλιατζίδικα για δυο δεκάρες και ότι η τηλεόραση, η μόνη διασκέδαση που του είχε μείνει στο μικρό, στενάχωρο από κάθε άποψη διαμέρισμά του, είχε γίνει πια αποκρουστική, με όλη αυτή την καταστροφολογία και την προπαγάνδα των δημοσιογράφων της.
            Πήρε, λοιπόν, μαζί του το δακτυλόγραφο, όπως επίσης και τα δοχεία. Όταν επέστρεψε σπίτι από την αναζήτησή του, έκατσε σε μια από τις καρέκλες της κουζίνας και το διάβασε. Τον συνεπήρε τόσο, που δεν σηκώθηκε από την καρέκλα του μέχρι που το τελείωσε. Κλείνοντας το οπισθόφυλλο της εκτύπωσης, ένοιωσε ευγνωμοσύνη για το συγγραφέα του, που του είχε αφηγηθεί, μέσα από τις μαύρες λέξεις στο λευκό φόντο, μια ιστορία τόσο αληθινή κι όμως τόσο μαγική.
            Επέστρεφε συχνά σε αυτό το κείμενο, όταν γύρευε να ξεφύγει από τη δυστυχία του, την εξαθλίωση, τη μοναξιά του – και κάθε φορά έβρισκε εντός του κάτι να κρατηθεί μέχρι την επόμενη μέρα, την επόμενη αναζήτηση στους κάδους, το επόμενο συσσίτιο, την επόμενη επίσκεψη σε κάποιον, λίγο πιο τυχερό γείτονα που θα του έδινε ένα ελάχιστο κάτι από το υστέρημά του. Έτσι πορευόταν.

*

Από καιρού εις καιρόν, τον κύριο Παντελή – έτσι ήταν το όνομά του – τον επισκεπτόταν η ανιψιά του από την Πρέβεζα, η Δώρα, που κατέβαινε στην Αθήνα για τις εξετάσεις του παιδιού της. Έμενε δυο-τρεις μέρες στο μουντό διαμέρισμα μαζί με τον κύριο Παντελή και τον μικρό Αντώνη - που είχε ένα πρόβλημα στην καρδιά του και είχε αναγκαστεί να βάλει βηματοδότη -, και φρόντιζε τον κακότυχο θείο της, του μαγείρευε πράγματα που έφερνε μαζί της από πάνω, του φόραγε καινούριες παντόφλες και πυτζάμες που δεν κάνανε πια στον άλλο, τον μεγαλύτερο γιο της.
            Σε μια από αυτές τις επισκέψεις, εκεί που τακτοποιούσε την κρεβατοκάμαρα του κυρίου Παντελή, βρήκε το κείμενο που τόσο είχε γοητεύσει το θείο της. Ο τίτλος της φάνηκε αποκρουστικός, ωστόσο, όταν το ξεφύλλισε, το ίδιο το κείμενο τη συνεπήρε τόσο πολύ που σταμάτησε να το διαβάζει μόνο όταν θυμήθηκε πως έπρεπε να πάει το παιδί στο νοσοκομείο.
            Έβαλε το κείμενο στην τσάντα της και βγήκε στο δρόμο με τον μικρό για να πάρει το λεωφορείο. Όσο περίμενε να τελειώσουν οι εξετάσεις, βυθίστηκε ξανά στον κόσμο που είχε στήσει ο άγνωστός της συγγραφέας, το ίδιο συνεπαρμένη όπως και πριν. Μετά από λίγο, ο γιατρός, ένας ψηλός, ιδιαίτερα εμφανίσιμος πενηντάρης, την κάλεσε στο γραφείο του. Η Δώρα απέθεσε το δακτυλόγραφο στην ξύλινη επιφάνεια του γραφείου του και βολεύτηκε σε μια από τις καρέκλες, δίπλα στο γιο της, περιμένοντας από το γιατρό να της αναλύσει τα ευρήματά του.
            Οι εξετάσεις ήταν θετικές κι η Δώρα με το γιο της βγήκαν από το γραφείο του γιατρού γεμάτοι χαρά. Φεύγοντας, όμως, η γυναίκα ξέχασε να πάρει μαζί της το κείμενο που τόσο την είχε γοητεύσει.
            Ο γιατρός, ονόματι Πανόπουλος, δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του εκτυπωμένου λογοτεχνικού κειμένου στο γραφείο του παρά ώρες αργότερα, όταν ετοιμαζόταν πια να φύγει από το νοσοκομείο. Περιεργάστηκε το δακτυλόγραφο και βρήκε κάπως ενδιαφέροντα τον τρόπο που ο τίτλος μπέρδευε το ιατρικό με το άυλο. Άνοιξε το σπιράλ και άρχισε να διαβάζει τις πρώτες γραμμές. Γυρίζοντας σπίτι διάβασε καμιά εικοσαριά σελίδες ακόμα και ολοκλήρωσε τελικά την ανάγνωση μέσα στο Σαββατοκύριακο που ακολούθησε, γοητευμένος κι αυτός από την υπέροχη πρόζα του νεαρού αγνώστου.
            Σε μια κουβέντα περί βιβλίων, λίγες μέρες μετά, σε κάποιο φιλικό τραπέζι, δεν μπορούσε παρά να εκθειάσει αυτό το κείμενο που τόσο τον είχε σαγηνεύσει – αναφέροντας, βέβαια, και τον τρόπο με τον οποίο το δακτυλόγραφο είχε φτάσει στα χέρια του.
            Η ιστορία θα έμενε εκεί, αν εκείνο το βράδυ, στο ίδιο τραπέζι, δεν παρευρισκόταν και η Άλκηστις Πρώσου, η κόρη του γνωστού εκδότη, που άκουσε την αφήγηση του μεγαλογιατρού πρώτα με διάθεση ειρωνείας και έπειτα με όλο και αυξανόμενη περιέργεια.

*

Δύο μήνες μετά από την παράδοση του δακτυλογράφου στα χέρια του Άγγελου Βαρσάμη, ο Άλκης Αθανασίου ελάμβανε ένα μέιλ από την υπεύθυνη των εκδόσεων Πρώσου, που τον πληροφορούσε πως το κείμενό του, με τίτλο «Ο Καρκίνος του πνεύματος» τους είχε αρέσει πολύ και πως θα τους ενδιέφερε να συζητήσουν μαζί του το ενδεχόμενο της έκδοσής του.

            Στην πρώτη παρουσίαση, λίγους μήνες μετά, ο Άγγελος Βαρσάμης ήταν κι αυτός παρών, ως ο ένας εκ των δύο προσκεκλημένων ομιλητών. Στο λογύδριό του, δεν παρέλειψε να τονίσει ότι αυτός ήταν που είχε πείσει, μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις, τον εκδότη Γιώργο Πρώσο πρώτα να διαβάσει και έπειτα να εκδώσει τον «Καρκίνο του πνεύματος».  

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #1

#1: ένα πείραμα

Την περίμενε χρόνια αυτή τη στιγμή: τη στιγμή που η Ελίζα, η παλιά του κοπέλα, θα αναγνώριζε το ταλέντο του και την επιμονή του να πετύχει.
            Στο τηλέφωνο, εκείνο το βράδυ, μετά από δέκα σχεδόν χρόνια απουσίας από τη ζωή του, η φωνή της του ακούστηκε τόσο γνώριμη κι όμως τόσο αλλαγμένη, ποτισμένη με περισσότερη τρυφερότητα και κατανόηση.
            -Η Ελίζα είμαι.
            -Η Ελίζα;
            -Η Ελίζα Λόη. Remember?
            -Α, ναι, ναι. Έλα, ρε, τι κάνεις;
            -Μια χαρά. Εσύ;
            -Καλά.
            -Απλώς καλά; Είμαι σίγουρη πως πετάς από την ευτυχία σου. Το βιβλίο σου πουλά σαν τρελό.
            -Ε… εντάξει…
            -Τι «εντάξει»; Το διάβασα κι εγώ. Είναι εξαιρετικό.
            -Υπερβολές.
            -Σε είχα αδικήσει πολύ…
            -Μην αγχώνεσαι.
            -Αγχώνομαι, αγχώνομαι.
            Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, την ξανάκουσε να του μιλά:
-Ξέρεις, έχω αρχίσει να γράφω κι εγώ τελευταία.
            -Αλήθεια;
            -Ναι. Σκεφτόμουν μήπως ήθελες να διαβάσεις κάτι δικό μου. Έτσι, για να μου πεις τη γνώμη σου.
            -Ναι, όποτε θες.

Συναντήθηκαν και του έδωσε το γραπτό της – ένα σύντομο μυθιστόρημα. Εκείνος το πήρε σπίτι και στρώθηκε κατευθείαν στο διάβασμα.
            Για τις επόμενες ώρες δεν έκανε τίποτα άλλο. Μόνο διάβασε, διάβασε, διάβασε. Κι όταν τελείωσε, διάβασε ξανά το κείμενο της Ελίζας, προκειμένου να βεβαιωθεί.
            Δεν του άρεσε καθόλου. Αλλά σκέφτηκε πως… αν της έλεγε την αλήθεια, εκείνη ίσως δεν του ξαναμίλαγε ποτέ. Ενώ αν της έλεγε πως ήταν ωραίο, ίσως την έριχνε ξανά στο κρεβάτι του.
            Δεν ήξερε τι να κάνει, κι η Ελίζα γινόταν πιεστική. Του ζητούσε ξανά και ξανά να συναντηθούν. Εκείνος δεν μπορούσε παρά να ενδώσει τελικά.
            Όταν ξανασυναντήθηκαν, τον ρώτησε, με ένα πλατύτατο χαμόγελο ανυπομονησίας στα χείλη:
            -Λοιπόν;
            -Λοιπόν, τι;
            -Πώς σου φάνηκε; Το κείμενο…
            -Δεν…
            -Δεν, τι… ;
            Ο ευπώλητος βρήκε το θάρρος και το ξεστόμισε:
            -Δεν μου άρεσε.
            Η Ελίζα γέλασε με την ψυχή της.
            -Ούτε κι εμένα μου άρεσε, του είπε. Είναι πολύ πρωτόλειο.
            -Ε, τότε;
            -Στο έδωσα για να δω αν είσαι όντως τόσο αντικειμενικός όσο ισχυρίζεσαι στις συνεντεύξεις σου, τόσο υπέρμαχος της σπουδαίας τέχνης, ή αν παραμένεις λιγούρης για έρωτα.
            -Και τώρα; Τι κατάλαβες;
            -Κατάλαβα πολλά. Και τώρα θέλω να σου δώσω ένα κείμενο που πραγματικά πιστεύω πως αξίζει πολλά.


Του το έδωσε. Εκείνος το διάβασε και ξετρελάθηκε. Τη βοήθησε να βρει εκδότη. Το βιβλίο πήγε πολύ καλά. Η Ελίζα ένοιωθε μεν ευγνώμων, αλλά ποτέ δεν θέλησε να ξαναγίνει ζευγάρι με τον άλλον. Όσο κι αν τον πονούσε αυτό, ο παλιός της εραστής ήταν από την άλλη ευχαριστημένος από τη γνώση πως δεν είχε βάλει τα πιο ταπεινά του ένστικτα πάνω από την τέχνη του. 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Ιστορίες από το κέντρο και το έκκεντρο # 3



(νυχτερινή βόλτα)


(τόση γνώση μαζεμένη)


(τώρα και για πάντα)


(standing on the shoulder of giants)


(χρηστική εγκατάσταση)


(ίσως να μας βγει σε καλό)


(εγκατάσταση όχι χρηστική αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα, σε κάδο ανακύκλωσης)


(σχόλιο ακούσιο αλλά καίριο)


(περιμένοντας να δώσει την παραγγελία της στο σερβιτόρο)


(handbags and gladrags)


(η κλήση σας απορρίφθηκε)


Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Αποσπάσματα από κείμενα που ίσως δεν δημοσιευτούν ποτέ - ΙΙ

"Δεν του πήρε πολλή ώρα να καταλάβει την αιτία της απραξίας του γέρου και, συγχρόνως, την πηγή της ευτυχίας του: ήταν η προχωρημένη του ηλικία, τα βαθιά γηρατειά του, που του επέτρεπαν να μην κάνει τίποτα. Κι αφού μπορούσε να μην κάνει τίποτα, δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας. Κι αφού δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας, ήταν ευτυχισμένος. Ενώ ο Αριστείδης, ο Αριστείδης θα πέθαινε πρόωρα από το άγχος και την υπερκόπωση, από τα ασταμάτητα τηλεφωνήματα και τις συσκέψεις και τους αλλεπάλληλους καφέδες εντός κι εκτός δουλειάς. Ήταν ζωή αυτή, όχι, ήταν ζωή;"

(Ο Άνθρωπος που γέρασε πριν της ώρας του)
  
"Ακόμα κι έτσι, όμως, η περίπτωσή της δεν με απασχολούσε και τόσο πολύ. Μόνο όταν συναντηθήκαμε, άρχισα να έχω πραγματικό πρόβλημα μαζί της. [...] Φορούσε ένα πολύ κοντό σορτσάκι κι ο δημοσιογράφος την είχε βάλει να κάθεται ακριβώς απέναντί μου, οπότε δεν μπορούσα να μη ρίχνω πότε-πότε κλεφτές ματιές στα σφριγηλά, λαχταριστά μπούτια της. Αλλά, ακόμα κι έτσι, θα είχα γλυτώσει από το βάσανό της, αν, τη δεύτερη φορά που σηκώθηκε να τραγουδήσει, δεν ερχόταν προς το μέρος μου και δεν έφερνε – εκεί που δεν το περίμενα και μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου – τον φίνο δείκτη του αριστερού χεριού της στο πηγούνι μου, σαν να έπαιζε μαζί μου, σαν να είχε καταλάβει πως ήμουν ένα εύκολο θύμα, έτσι όπως είχα εντυπωσιαστεί νωρίτερα από το θέαμα των μηρών της και των ζωηρών μαύρων ματιών της – ή σαν να έκανε απλώς τα κουνήματα που έκανε σε όλους. Όποια κι αν ήταν τα κίνητρά της, αυτή της η χειρονομία, η τόσο ανεπαίσθητη για τους υπόλοιπους και τόσο φευγαλέα, ξύπνησε μέσα μου έναν ολόκληρο χείμαρρο συναισθημάτων, έναν κόσμο που δεν ήξερα καν πως υπήρχε."

(Η κοπέλα, αν...)

"Παρόλο που δεν το άφηνε να φανεί παραέξω, ούτε καν στα πιο κοντινά του πρόσωπα, ο Αντρέας Κοντογιώργος δεν ήταν πια καθόλου σίγουρος πως τα είχε όλα αγγελικά πλασμένα. Ναι, ήταν καλός άνθρωπος· ναι, είχε απαλλάξει κάμποσο κόσμο από εξουθενωτικές νευρώσεις και φοβίες και συμπλέγματα· ναι, θεωρούνταν κορυφή στον τομέα του, την ψυχιατρική. Ήταν πλούσιος και γοητευτικός και έξυπνος. Αλλά δεν ήταν αυτά τα πράγματα για τα οποία αμφέβαλλε. Αμφέβαλλε για την οικογενειακή του ηρεμία, για το αν έφταιγε τελικά εκείνος που η γυναίκα του δεν έδειχνε πια ερωτευμένη μαζί του και που τα παιδιά του έκαναν ακόμα απονενοημένες επιλογές, παρόλο που και τα δύο, και ο Φίλιππος και η Αλθαία, είχαν κλείσει πια τα τριάντα."

(Αδέξιοι εραστές) 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Ιστορίες απ' το κέντρο και το έκκεντρο # 2



(Η τέχνη του δρόμου είναι αυτή που θα μας σώσει)


(ως άνω)


(Τετράποδος επισκέπτης σε έκθεση γραφιστικής)


(ξανά)


(Οδός Αθηνάς)


(Η χαμένη τέχνη του να γράφεις καρτ-ποστάλ, κάπου στη Νεάπολη Εξαρχείων)


(Το πάγιο αίτημα)


(The house of pop)


(Νυχτερινά φώτα)


(Νυχτερινά φώτα 2)


(Η κρυφή Ερμού)


(Το επιζών ρεμπέτικο)


(Το σοκολατί σοκάκι) 


(Ο Σω στην Κερατέα)


(Ο Μπωντλέρ στην Κερατέα)


(Ο Γουάιλντ - σε μετάφραση Λαπαθιώτη - στην Κερατέα)


(Τείχη από πέτρα και χαρτί)


(Κινηματογραφική Κερατέα)


(Όχι κάτι που θα περίμενες να δεις στα γραφεία ενός εκδοτικού οίκου)


(Το πεζοδρομημένο πλαστικό μπουκάλι)