Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 5

Ζητείται λαθραναγνώστης
Το σκυλί που ξέχασε πώς γαβγίζουν
Κατ' εικόνα περιορισμός
Vulgar Valentine
Ο καθωσπρέπει πανκ
Άπληστος για βιβλία
Τρέχοντας στην ομίχλη
Ρώτησα τον Χρόνο
Ο ποδοσφαιριστής που δεν ήξερε να οδηγεί
Ονειρεύτηκα πως δεν ονειρευόμουν
Τα δάκρυα του κυρίου Π.
Χαρμολύπης και Ψευδαληθείας γωνία

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Ένα απόσπασμα από την Ελληνική Ασφυξία

Για τη Νίνα, το πιο γλυκό όνειρο, η ιδεατή κατάσταση ήταν αυτή της ασφάλειας. Η ανάγκη της να νοιώθει ασφαλής ήταν πάντοτε ισχυρή, αλλά μετά τα εννιά της χρόνια πήρε μιαν άλλη διάσταση· έγινε το υπέρτατο αγαθό. Στα εννιά της χρόνια η Νίνα έχασε την οικογένειά της. Συνέβη σ’ ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο στην Ιταλία. Το ταξίδι είχε ενθουσιάσει το κορίτσι και τον αδερφό του, τον Ιάσονα. Είχαν βγει κι άλλη φορά πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, όμως, αυτή ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν στην Ιταλία, και, μάλιστα, οδικώς. Η αρχιτεκτονική και τα ρούχα, η μουσικότητα της γλώσσας, η μεσογειακή ομορφιά του τοπίου και των ανθρώπων, όλα αυτά είχαν ενθουσιάσει την εννιάχρονη δεσποινίδα Σιμοπούλου. Ήταν, όμως, και κάτι άλλο: ήταν η θέα του πατέρα της στο τιμόνι και της μητέρας της δίπλα σε αυτόν. Αυτή η εικόνα της γεννούσε μια υπέροχη αίσθηση ζεστασιάς, την έκανε να νοιώθει πλήρης κι ευτυχισμένη. Κι αυτό χάθηκε σε μια στιγμή. Είχαν φύγει από τη Βενετία και κατευθύνονταν στη Φλωρεντία. Συζητούσαν για το αν θα σταματούσαν στην Μπολόνια. Κάποια στιγμή η Νίνα αποκοιμήθηκε στη δική της πλευρά του πίσω καθίσματος. Ξύπνησε μέσα στα συντρίμμια, νοιώθοντας ένα ξένο χέρι να προσπαθεί να την τραβήξει έξω. Γύρω της, άνθρωποι μιλούσαν σε μια ακατανόητη γλώσσα. Τελικά την τράβηξαν έξω και το κορίτσι κατάλαβε τι είχε συμβεί. Μια νταλίκα είχε πέσει πάνω στο αμάξι τους. Οι δικοί της είχαν γλυτώσει, όμως, έτσι; Έτσι; Ένας πυροσβέστης, ψηλός και ξανθός, έφερε τα χέρια του στους ώμους της και την ρώτησε κάτι στην αστεία, ακαταλαβίστικη γλώσσα του. «Je suis Grecque» του φώναξε η μικρή και τίναξε τα χέρια του μακριά. Άρχισε να φωνάζει τον πατέρα της και τη μητέρα της, τον μικρό της αδερφό. Νόμισε πως είδε τον πατέρα της κι έτρεξε κοντά του, μόνο και μόνο για να καταλάβει πως ήταν κάποιος άλλος. Ο άγνωστος της χαμογέλασε και ανασήκωσε τους ώμους. Η Νίνα βάλθηκε να τρέχει ξανά γύρω-γύρω από τα κατεστραμμένα αμάξια, ψάχνοντας και φωνάζοντας, με τα δάκρυα πια να ξεχειλίζουν. Καταλάβαινε πια, αλλά δεν σταμάτησε να ελπίζει. Τελικά, ένοιωσε και πάλι κάποιον να την αρπάζει. Ήταν μια αστυνομικίνα· όμορφη και με γλυκό χαμόγελο, της είπε κάτι που περιείχε τις λέξεις μάμα και πάπα. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σημείο όπου ήταν σταματημένα δύο ασθενοφόρα. Ένας νοσοκόμος περιποιήθηκε τις πληγές του κοριτσιού, και την ίδια στιγμή η συμπαθητική αστυνομικίνα γονάτισε δίπλα της και άρχισε να της μιλάει σε έναν τόνο μητρικό. Η Νίνα δεν ήταν ηλίθια, αλλά δεν ήθελε να καταλάβει. Την έπιασαν τα κλάματα, την έπιασαν για τα καλά. Έκανε να σηκωθεί και να φύγει, αλλά ο νοσοκόμος την εμπόδισε. Το κορίτσι άρχισε να ουρλιάζει. Η αστυνομικίνα έκανε νόημα σε έναν άλλο νοσοκόμο, που έφερε με τη σειρά τρία φορεία: σε καθένα από αυτά κειτόταν παραμορφωμένο, γεμάτο αίματα, νεκρό ένα από τα μέλη της οικογένειάς της. Ένα πελώριο, ασυγκράτητο κύμα απόγνωσης έπνιξε το μικρό κορίτσι. Ένοιωσε πια τόσο μόνη που κόντευε να τρελαθεί. Σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε να φωνάζει, σταμάτησε ακόμα και να κινείται. Απόμεινε εκεί με τα μάτια της ορθάνοιχτα, να αναπνέει από το στόμα. Ένοιωσε κάποιον να την αγκαλιάζει, αλλά δεν την ένοιαξε. Τέλος η ζεστασιά.
Την πήγαν στην Μπολόνια, στο νοσοκομείο. Την έβαλαν σε ένα μονόκλινο δωμάτιο στο ισόγειο του κτηρίου και την ανάγκασαν να πάρει ένα χάπι. Η Νίνα προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά τελικά το κατάπιε. Έπειτα της σέρβιραν φαγητό. Τα μακαρόνια τους δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ελληνικά, και η Νίνα δεν έφαγε πολύ.
Η αστυνομικίνα έμεινε δίπλα της. Συνέχισε να της χαμογελάει γλυκά, αλλά η Νίνα δεν μπορούσε και δεν ήθελε να δώσει σημασία. Κάποια στιγμή πέρασε ένας γιατρός. Ήταν ψηλός και φαλακρός κι έδειχνε κάπως κουτός. Της μίλησε σε μια άγνωστη στο κορίτσι γλώσσα. Η Νίνα μάντεψε πως ήταν αγγλικά, αλλά δεν την ενδιέφερε. Την απασχολούσε μόνο πως θα συνέχιζε τη ζωή της. Δεν είχε πια γονείς. Θα την έστελναν στο ορφανοτροφείο. Θα έτρωγε μισές μερίδες, θα της έπαιρναν τις κούκλες της και τα βιβλία της, θα της έκοβαν το αρμόνιο. Θα τη χτυπούσαν συνέχεια και θα την έβαζαν τιμωρία. Η ζωή της θα μετατρεπόταν σε ένα ατέλειωτο μαρτύριο. Πόσα χρόνια θα της έπαιρνε να μάθει ιταλικά;
Δεν ήταν αλήθεια, ε; Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παύει να υπάρχει έτσι, από την μία στιγμή στην άλλη. Ο πατέρας της ήταν δυνατός, ήταν ζωντανός, σε λίγο θα ερχόταν να την πάρει. Ήταν απλώς ένα από τα αστεία του Ιάσονα, όπως όταν της έκρυβε τις κούκλες ή όπως όταν της έλεγε πως ο Πέτρος δεν είναι ξάδερφός της. Ο Πέτρος. Δεν θα ξανάβλεπε τον Πέτρο. Δεν θα ξανάβλεπε τον Στέλιο και τον θείο Παντελή. Άρχισε να κλαίει, όχι για τον πατέρα της αλλά για το θείο της. Είχε χάσει πια τα πάντα, είχε χάσει τον ίδιο της τον εαυτό. Ποτέ ξανά δε θα ένοιωθε ασφαλής.
Αμέσως μετά την έπιασαν οι τύψεις· που είχε αποκοιμηθεί· που δεν τους είχε χαιρετήσει· που δεν είχε πεθάνει μαζί τους. Αναρωτήθηκε πώς πεθαίνει κάποιος, πώς θα μπορούσε να βάλει τέρμα στη ζωή της. Αναρωτήθηκε πώς να είναι ο Παράδεισος. Φαντάστηκε τους αγγέλους να κατεβαίνουν στη γη, να παίρνουν από το χέρι τους δικούς της κι όλοι μαζί να πετάνε προς τον ουρανό. Θα τους υποδέχονταν τόσο γλυκά, τόσο τρυφερά, με χαμόγελα φωτεινά, και θα τους έδιναν φτερά. Θα έστελναν τον πατέρα της πίσω στη γη, για να τη φυλάει για πάντα.
Κι αν αυτό δεν γινόταν; Ο Πέτρος έλεγε πως δεν υπάρχει Παράδεισος. Ο εξυπνάκιας. Άρα θα έμενε μόνη της για πάντα, απροστάτευτη, αδύναμη, μικρή.
Ο γιατρός συνέχιζε να μιλάει, αλλά η Νίνα δεν τον καταλάβαινε. Στο σχολείο της τής μάθαιναν μόνο γαλλικά. Γύρισε στην αστυνομικίνα και είπε: «Français». Η γυναίκα δεν κατάλαβε. Ζήτησε από τη Νίνα να επαναλάβει. Η Νίνα επανέλαβε και τότε η άλλη συνειδητοποίησε τι εννοούσε το κορίτσι. Εξήγησε στον γιατρό, που ανασήκωσε τους ώμους του και πήρε μια ηλίθια έκφραση απορίας και άγνοιας. Τελικά, είπε κάτι που η Νίνα δεν το κατάλαβε κι έπειτα έφυγε, άπραγος κι ακόμα πιο ανόητος.
Πέρασε κάνα μισάωρο. Η αστυνομικίνα προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα στο κορίτσι. «Io, Angela», είπε κι έφερε τα χέρια της στο στέρνο της. «Tu?» έκανε μετά δείχνοντας τη συνομιλήτριά της. Η Νίνα, που κατέβαλλε προσπάθεια να μείνει ήρεμη και ένοιωθε λίγο ζαλισμένη, είπε το δικό της όνομα. Παρατήρησε την αστυνομικίνα. Είχε κατσαρά μαλλιά που ασφυκτιούσαν κάτω από το πηλίκιό της, κατάλευκη επιδερμίδα, μύτη ελαφρώς μυτερή αλλά και γοητευτική, ελαφρώς μυτερό πηγούνι και έξυπνα μελιά μάτια. Ήταν μια από τις πιο όμορφες γυναίκες που είχε δει ποτέ της η Νίνα. Με τη  μητέρα της και τη θεία της τη Μαρία συνήθιζαν να κουτσομπολεύουν τους άλλους, να γελάνε με την ασχήμια τους. Γι’ αυτήν δεν θα είχαν να πουν τίποτα. Ήταν ένας άγγελος.
Οι δυο τους συνέχισαν αυτή τη δύσκολη προσπάθεια συνεννόησης. Η Άντζελα έδωσε το πηλίκιό της στο κορίτσι και χαμογέλασε βλέποντάς τη να το φοράει. Η Νίνα κούρνιασε στο πλευρό της. «Μαμά», ψιθύρισε, και ίσως η άλλη να την άκουσε.
Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένας αλλόκοτος κύριος. Ήταν κοντός, με χοντρά γυαλιά και φαλάκρα την οποία προσπαθούσε φέρνοντας τα μαλλιά του από το πλάι στην κορυφή του κεφαλιού του. Φορούσε καπαρντίνα και καρώ παντελόνι. Η μύτη του ήταν μεγάλη και τα χείλη του υγρά και σαρκώδη. «Καλημέρα», είπε, στα ιταλικά κι έπειτα στα γαλλικά. Πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένο το κορίτσι και βάλθηκε να του μιλάει στη γλώσσα του Μιτεράν. Ό,τι του έλεγε η Νίνα, τα μετέφραζε στα ιταλικά στην Άντζελα. Η Νίνα τον ενημέρωσε πως ήταν Ελληνίδα, πως ζούσε στην Αθήνα και πως είχε έρθει στην Ιταλία για διακοπές με την οικογένειά της. Έκανε να του εξηγήσει ποια μέρη είχαν επισκεφθεί, αλλά ο άντρας τη διέκοψε. Τη ρώτησε αν υπήρχε κάποιος στην Ελλάδα που θα μπορούσαν να τον ειδοποιήσουν. Άρα υπήρχε ελπίδα. Η Νίνα δεν θα έμενε για πάντα στην Ιταλία. Δεν θα κατέληγε στο ιταλικό ορφανοτροφείο. Το πρόσωπό της έλαμψε, καθώς μιλούσε στον ξένο για τον θείο της τον Παντελή. Ο άντρας τής ζήτησε το τηλέφωνό του κι εκείνη, που το θυμόταν απ’ έξω γιατί έπαιρνε να μιλάει είτε με τη θεία της είτε με τον Πέτρο, του το έδωσε. «Χρειάζεσαι κάτι άλλο;», τη ρώτησε μετά εκείνος. «Όχι», είπε το κορίτσι, χαμογελώντας για πρώτη φορά μετά από ώρες. Ο άγνωστος έφυγε. Χαρούμενη, η Νίνα αγκάλιασε ξανά την Άντζελα. Κι έπειτα την έπιασαν πάλι τα κλάματα.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της αστυνομικίνας, αλλά όταν ξύπνησε δεν τη βρήκε εκεί. Δεν ήταν πάντως μόνη της. Στο δωμάτιο υπήρχαν δύο άντρες. Ένας καραμπινιέρο, σχετικά ψηλός, με μουστάκι και μεγάλη κοιλιά, κι ένας γκριζομάλλης νεαρός, με φίνο κοστούμι και γυαλιά μυωπίας. Αυτός μίλησε στη Νίνα, όταν την είδε να ξυπνά. «Γεια σου, Αντωνία», της είπε, στα ελληνικά. «Με λένε Παύλο. Είμαι από το προξενείο. Πώς νοιώθεις;» Η Νίνα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Πήγε να βάλει τα κλάματα, αλλά συγκρατήθηκε. «Θέλω τον θείο μου», είπε τελικά. Ο Παύλος πλησίασε κι έφερε το χέρι του στον ώμο της. «Ο θείος σου έχει ειδοποιηθεί και θα είναι εδώ μέσα στο επόμενο εικοσιτετράωρο. Στο μεταξύ θα μείνω εγώ κοντά σου για ό,τι χρειαστείς.» Η Νίνα αδιαφόρησε. «Πού είναι η Άντζελα;» είπε μετά από μερικές στιγμές σιωπής που στον Παύλο φάνηκαν αιώνες. Ο νεαρός τη ρώτησε ποιαν εννοούσε και το κορίτσι του εξήγησε. «Α», έκανε εκείνος. Στράφηκε στον καραμπινιέρο και τον ρώτησε κάτι στα ιταλικά. Ο αστυνομικός τού απάντησε με ένα ύφος τόσο σοβαρό, που υπό άλλες συνθήκες η Νίνα θα είχε λυθεί στα γέλια, κι έπειτα ο Παύλος στράφηκε ξανά προς το κορίτσι εξηγώντας του πως η Άντζελα είχε γυρίσει σπίτι της. Η Νίνα έμπηξε τα κλάματα: «Θέλω την Άντζελα», βάλθηκε να φωνάζει, γρονθοκοπώντας ταυτόχρονα το στρώμα του κρεβατιού. Ο καραμπινιέρο πήρε μια κωμική έκφραση απορίας. Ο Παύλος φάνηκε πιο ψύχραιμος και πιο έτοιμος. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, άρπαξε το κορίτσι από τα μπράτσα και είπε: «Προσπάθησε να ηρεμήσεις! Η Άντζελα δεν είναι εδώ, αλλά δεν είσαι μόνη σου!» Η Νίνα ηρέμησε, αλλά τελικά του είπε: «Και πού ξέρεις εσύ αν νοιώθω μόνη μου;» Ο Παύλος δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, αλλά παράλληλα καταλάβαινε πως το κορίτσι θα έκανε κάμποση ώρα να ξαναχάσει την ψυχραιμία του. Ξεφύσηξε και σηκώθηκε ξανά όρθιος. Μειδίασε προς τον αστυνομικό, που στεκόταν προσοχή, λες και φύλαγε το προεδρικό μέγαρο. Έπειτα γύρισε και πάλι προς τη Νίνα. «Έμαθα, μιλάς γαλλικά», της είπε, αλλά το κορίτσι παρέμεινε μουτρωμένο. Βάλθηκε να της μιλά στα γαλλικά, και κάποια στιγμή εκείνη του απάντησε. Συνέχισαν να μιλάνε, ώσπου στο δωμάτιο μπήκε μια κυρία, σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με πιάτα γεμάτα φαγητό. Ο καραμπινιέρο προσάρμοσε το κομοδίνο της Νίνας πάνω από το κρεβάτι της κι άφησε τη νεοφερμένη να σερβίρει το φαγητό. Η γυναίκα ακούμπησε το πιάτο στο έπιπλο, με ένα χαμόγελο κατανόησης στα χείλη, κι έφυγε. Το φαγητό ήταν κοτόπουλο με πουρέ πατάτας. Η Νίνα το καταβρόχθισε. Ο Παύλος την παρακολούθησε με ένα πατρικό χαμόγελο στα χείλη. Ωστόσο, μόλις το κορίτσι σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο και τον είδε να της χαμογελά έτσι, έμπηξε και πάλι τα κλάματα. Η ανάμνηση του πατέρα της να της χαμογελά με έναν παρόμοιο τρόπο και η συνειδητοποίηση πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ, χαμογελαστό ή σκυθρωπό, την κατέθλιψε. Οι δύο άντρες δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή, ανασηκώνοντας τους ώμους, κι έπειτα ο Παύλος κάθισε ξανά στην άκρη του κρεβατιού κι αγκάλιασε το κορίτσι. Εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του, αλλά η ωραία μυρωδιά του και η αίσθηση του ακριβού υφάσματος στο μάγουλό της τής θύμισαν απλώς τον πατέρα της. Τον έδιωξε μακριά και του γύρισε την πλάτη. Κουλουριάστηκε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού και συνέχισε να κλαίει μέχρι που την πήρε ο ύπνος.
Η νύχτα ήταν γεμάτη εφιάλτες. Η Νίνα έβλεπε στο όνειρό της αυτό που δεν είχε δει στην πραγματικότητα: τον θάνατο των δικών της ανθρώπων. Άλλες φορές έβλεπε πως ο πατέρας της είχε επιζήσει, αλλά μόλις έκανε να τον αγγίξει, ο Παύλος τον τραβούσε μακριά, τον πέταγε στο κενό κι έπειτα άπλωνε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει. Είχε βγάλει τα γυαλιά του και το πρόσωπό του έλαμπε με ένα χαμόγελο διαβολικό. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως το κορίτσι ξυπνούσε και έβλεπε τον άντρα εκεί, ξαπλωμένο στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, να λαγοκοιμάται. Η Νίνα γύριζε πλευρό και προσπαθούσε να κοιμηθεί ξανά, αλλά μετά από λίγο ξυπνούσε, αναστατωμένη από έναν νέο εφιάλτη. Τελικά, όταν πια ξημέρωνε η νέα μέρα, μπόρεσε να κοιμηθεί για δύο συνεχόμενες ώρες, αλλά ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και κουραστικός. Ξυπνώντας, αντίκρυσε έναν άλλο καραμπινιέρο να στέκεται κοντά στο κρεβάτι της. Ήταν νεαρός, μετρίου αναστήματος, με καστανόξανθα μαλλιά και ευγενικό, καθαρό βλέμμα στα πράσινά του μάτια. Της χαμογέλασε στοργικά και η Νίνα αναθάρρησε. Γύρισε αμέσως προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού, ελπίζοντας πως και στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο θα είχε συντελεστεί μια παρόμοια αλλαγή, αλλά τελικά αντίκρυσε και πάλι τον Παύλο, να την κοιτά με ένα βλέμμα σχεδόν μελαγχολικό. 
«Καλημέρα», της είπε, «κοιμήθηκες καλά;» Η Νίνα ψέλλισε ένα ναι, κι έπειτα σηκώθηκε όρθια. Πήγε στην τουαλέτα. Βγαίνοντας πάλι έξω, την περίμενε μια έκπληξη. Η Άντζελα στεκόταν μπροστά της, ντυμένη με ένα λουλουδάτο φόρεμα και με τα πυκνά της μαλλιά αφημένα ελεύθερα. Έμοιαζε πιο όμορφη από χτες και η Νίνα δεν δίστασε να χωθεί στην αγκαλιά της. Η Ιταλίδα ζήτησε από τον Παύλο την άδεια να πάρει το κορίτσι μια βόλτα στην αυλή του νοσοκομείου. Ο διπλωμάτης συμφώνησε μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων, και η αστυνομικίνα έδωσε το πάλλευκο χέρι της στο κορίτσι.
Βγήκαν έξω. Η αυλή ήταν μεγάλη και πνιγμένη στο πράσινο. Ο δρόμος που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου και το πίσω πάρκινγκ περνούσε σαν άκακο, ασφαλτωμένο φίδι μέσα από μεγάλες νησίδες με γρασίδι, δέντρα και θάμνους, όπου ηρεμούσαν οι επισκέπτες και οι ασθενείς, καθισμένοι στα ξύλινα παγκάκια. Η Άντζελα πήρε από το χέρι τη Νίνα και μαζί διέσχισαν τον δρόμο. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και προσπάθησαν να κουβεντιάσουν. Χάρη στη συγγένεια των ιταλικών και των γαλλικών, η συνεννόησή τους ήταν πιο εύκολη απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Όταν, για παράδειγμα, η χαριτωμένη αστυνομικίνα ρώτησε το κορίτσι «Hai dormito bene?», η Νίνα κατάλαβε ότι τη ρωτούσε αν είχε κοιμηθεί καλά. Απάντησε si και προσπάθησε να διώξει μακριά τους εφιάλτες του χτες. Κοίταξε μακριά, στην πύλη του νοσοκομείου, περιμένοντας να επιστρέψει ο πατέρας της. Εκείνη τη στιγμή, ένα περιπολικό μπήκε μέσα και σταμάτησε μπροστά από την είσοδο του κεντρικού κτηρίου. Η μικρή το παρακολούθησε με το βλέμμα της. Η πίσω πόρτα του αμαξιού άνοιξε και βγήκε έξω μια ξανθιά γυναίκα, μάλλον βορειοευρωπαία, κι ένας ψηλός, αδύνατος άντρας, με αραιά μαλλιά και μουστάκι. Η Νίνα περιεργάστηκε τον νεοφερμένο και τον αναγνώρισε αμέσως. «Πατερούλη», ψιθύρισε, και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. «Πατερούλη», φώναξε πιο δυνατά καθώς έφτανε κοντά του. «Πατερούλη», είπε ξανά και χώθηκε στην αγκαλιά του. Το γεγονός πως εμφανίστηκε μπροστά της ο Παντελής, ακριβώς τη στιγμή που ονειρευόταν τον νεκρό της πατέρα ήταν –στο παιδικό της μυαλό, που επιπλέον το είχε ταράξει ένα τόσο μεγάλο σοκ– κάτι παραπάνω από μια απλή σύμπτωση. Ήταν ένας οιωνός, ένα σημάδι από ψηλά πως ο αντικαταστάτης είχε βρεθεί.
Ο Παντελής είχε πληροφορηθεί για το δυστύχημα το προηγούμενο απόγευμα. Δεν δίστασε στιγμή. Έπρεπε να φύγει αμέσως για την Ιταλία – μόνο που χρειαζόταν κάποιον που να μπορεί να συνεννοείται. Αμέσως πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε δύο εισιτήρια, το ένα για τον εαυτό του και το άλλο για τη Σάρλοτ, την αγγλίδα γυναίκα του αδερφού του, με την οποία δεν πολυσυμπαθιόντουσαν, ή για τον Πέτρο, που μίλαγε ήδη αρκετά καλά αγγλικά. Έπειτα κάλεσε το σπίτι του αδερφού του και ζήτησε από τη νύφη του να έρθει μαζί του στην Ιταλία. Εκείνη αρνήθηκε, μέχρι που ο Παντελής κατάλαβε πως έπρεπε να της εξηγήσει τον λόγο που της ζητούσε μια τόσο ακραία χάρη. Έφυγαν για την Ιταλία τα ξημερώματα της επόμενης μέρας κι έφτασαν στην Μπολόνια λίγο μετά τις οχτώ το πρωί. Κατευθύνθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση κι εκεί ο αρχηγός, ένας κοντός αλλά εύσωμος αξιωματικός με πυκνά γκρίζα μαλλιά και παχύ μουστάκι, τους παραχώρησε ένα περιπολικό για να τους μεταφέρει στο νοσοκομείο όπου βρισκόταν η Νίνα. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Παντελής ένοιωθε έναν κόμπο στο στομάχι του, αλλά καταλάβαινε πως έπρεπε να μείνει ψύχραιμος για χάρη της ανιψιάς της γυναίκας του. Στο αεροπλάνο, έφτασε ακόμα και στο σημείο να απλώσει το χέρι του και να πιάσει εκείνο της μισητής του Σάρλοτ, που δέχτηκε απρόθυμα αυτή τη σιωπηλή έκκληση για παρηγοριά. Δεν κοιτάχτηκαν, δεν χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, μόνο έμειναν εκεί, να κρατιούνται σαν ζευγάρι από εύθραυστο συνοικέσιο. Στη διάρκεια της πτήσης συνάντησαν κενά αέρος, κι ο Παντελής, που ταξίδευε για πρώτη φορά με αεροπλάνο, τρόμαξε, αλλά υποσχέθηκε στον εαυτό του να μείνει ζωντανός προκειμένου να σωθεί η Νίνα. Μόνο όταν έφτασαν στο νοσοκομείο και είδε το κορίτσι να τρέχει προς το μέρος του, μπόρεσε να ηρεμήσει ο άντρας της Μαρίας. Το ότι τον αποκάλεσε πατερούλη του φάνηκε παράξενο και γλυκό, αλλά συγχρόνως τον έκανε να καταλάβει πως οι ευθύνες του θα ήταν πλέον πολύ μεγαλύτερες από το να φροντίσει απλώς για την ασφαλή μεταφορά της Νίνας από την Ιταλία πίσω στην πατρίδα.
Γύρισαν στην Ελλάδα την επομένη. Ο Παντελής είχε γίνει πια ο ήρωας της Νίνας. Σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης είχε γραπωθεί από το μπράτσο του. Είχε το βλέμμα της κολλημένο πάνω του και ρουφούσε κάθε λέξη που της απηύθυνε. Το κορίτσι ένοιωθε πως η εύνοια και η αγάπη του θείου της δεν ήταν κάτι δεδομένο και πως έπρεπε να τα κερδίζει κάθε φορά από την αρχή, να τα ανανεώνει κάθε λεπτό που περνούσε. Ο άντρας από την πλευρά του ήθελε να σιγουρεύεται συνέχεια πως η ανιψιά του ένοιωθε ασφαλής, πως είχαν τεθεί οι βάσεις για να ξαναρχίσει από την αρχή τη ζωή της. Πρόσεχε συνέχεια να μην πει το λάθος πράγμα και φρόντιζε κάθε τόσο να την κάνει να χαμογελά. Είχε ξεχάσει ακόμα και την αντιπαθητική παρουσία της νύφης του, που, έτσι κι αλλιώς είχε πιάσει κουβέντα με μια Γερμανίδα στο απέναντι κάθισμα. Φτάνοντας στην Αθήνα έφερε τη Νίνα σπίτι τους κι εκεί την υποδέχτηκαν με απαράμιλλη θέρμη τα δύο ξαδέρφια της. Την αγκάλιασαν χωρίς να της πουν τίποτα, ούτε καν συλλυπητήρια, αλλά η σιωπή τους τής αρκούσε. Έπειτα ο Στέλιος την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο καινούριο της δωμάτιο, που μέχρι εκείνη την ημέρα ανήκε στον αδερφό του. Η Νίνα έπρεπε να μπει στο δωμάτιο του Πέτρου προκειμένου να ξανανοιώσει τη ζεστασιά και την ασφάλεια που ένοιωθε στο δικό της σπίτι ή στο αμάξι του πατέρα της, καθώς διέσχιζαν την Ιταλία. Η Μαρία της ανακοίνωσε πως αυτό θα ήταν τώρα το δωμάτιό της – αν και ήξερε πως κατά πάσα πιθανότητα το κορίτσι θα το αναλάμβανε ο θείος του πατέρα της, που ζούσε στο Παρίσι.
Το πρώτο βράδυ κύλησε ευχάριστα. Έφαγαν όλοι μαζί και τα δύο αγόρια κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να κάνουν την ξαδέρφη τους να γελάσει. Έπειτα πήγαν στο αρμονιάκι του Πέτρου και κάθισαν και οι τρεις τους προσπαθώντας να παίξουν. Ο Πέτρος δεν τσίνησε για τα λάθη που έκαναν οι άλλοι δύο· τους άφησε να κάνουν ό,τι ήθελαν. Αφού η Νίνα βρισκόταν στο απυρόβλητο, εκεί έπρεπε να τοποθετηθεί, τουλάχιστον για ένα βράδυ, και ο Στέλιος, που πολλές φορές φάνταζε καθυστερημένος κι ενοχλητικός στα μάτια του αδερφού του. Έπειτα έπλυναν και οι τρεις μαζί τα δόντια τους κι έπεσαν για ύπνο, η Νίνα στο δωμάτιο του Πέτρου και τα ξαδέρφια της στο δωμάτιο που μέχρι την προηγουμένη αναλογούσε αποκλειστικά στον Στέλιο.
         Η Νίνα έπεσε στο κρεβάτι προσπαθώντας να σκεφτεί τη ζωή της από εδώ και πέρα, με την οικογένεια των Αγριπιώτηδων. Αποκοιμήθηκε μετά από λίγο. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα, όταν ξύπνησε στριγκλίζοντας. Είχε δει στον ύπνο της πως ο Παύλος, ο υπάλληλος του προξενείου, είχε εμφανιστεί στο καινούριο σπίτι της και μαζί με τον μουστακαλή καραμπινιέρο την είχαν πάρει με τη βία πίσω στην Ιταλία. Φώναξε τον Παντελή, χρησιμοποιώντας πρώτα τη λέξη «θείε» κι έπειτα τη λέξη «πατερούλη». Ο Παντελής έτρεξε ανάστατος στο δωμάτιό της. Άναψε το φως και την είδε ανακαθισμένη στο κρεβάτι με ένα έντρομο βλέμμα στα όμορφά της μάτια. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;», τη ρώτησε, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της, κι εκείνη του εξήγησε τον εφιάλτη που είχε δει. «Δεν πειράζει», της είπε, «πάει, πέρασε. Κλείσε τα ματάκια σου και θα σε πάρει ξανά ο ύπνος». Μα η Νίνα δεν πειθόταν τόσο εύκολα. Του ζήτησε να ξαπλώσει μαζί της στο κρεβάτι κι εκείνος αναγκάστηκε να υπακούσει. Έβγαλε της παντόφλες του και έγειρε στην άκρη του κρεβατιού. Ένοιωσε το χέρι της ανιψιάς του να τον αγκαλιάζει. «Εντάξει τώρα;», τη ρώτησε, και η μόνη απάντηση που πήρε, μετά από ένα «μμμ» αγαλλίασης, ήταν η παράξενη λέξη «ασφαλειούλα». 

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Το ελβετικό ρολόι

Οι ιστορίες που είχε ακούσει για το ρολόι του προπάππου του ήταν αμέτρητες. Από την παιδική του κιόλας ηλικία, η μητέρα του τού μιλούσε για την μαγική, κατά τη γνώμη της, δύναμη που διέθετε αυτό το αξεσουάρ, θέλοντας να του μεταδώσει τον φόβο της και, παράλληλα, τον αγνό της θαυμασμό. Ο προπάππους του είχε κάποτε σώσει στη Σμύρνη τη ζωή ενός Τούρκου αξιωματούχου, κι εκείνος του το είχε ανταποδώσει χαρίζοντάς του ένα χρυσό ρολόι τσέπης. Από τότε η ζωή του προπάππου του, άλλαξε. Την επόμενη κιόλας μέρα από την παράδοση του ρολογιού βρήκε δουλειά – μετά από μήνες αναζήτησης – και με τα χρόνια μπόρεσε και έχτισε μια περιουσία. Ο γιος του δεν πούλησε το ρολόι, παρότι η οικογένεια είχε καταστραφεί οικονομικά μετά το 1922, κι έτσι μπόρεσε να χτίσει μια καινούρια περιουσία στην Ελλάδα, παρότι πρόσφυγας. Ο γιος αυτού είχε κάποτε κοντέψει να πέσει θύμα ληστείας – αλλά δείχνοντας το ρολόι στους υποψήφιους ληστές, τους εντυπωσίασε τόσο, που σχεδόν τους υπνώτισε, δίνοντας έτσι χρόνο στην αστυνομία να καταφτάσει και να τους συλλάβει.
Δεδομένης αυτής της πίστης στη δύναμη του ρολογιού, ήταν επόμενο, στο νεκροκρέβατό της, η μητέρα του να τον ξορκίσει, με όση δύναμη και συγκρότηση της είχε απομείνει: «Ό,τι κι αν κάνεις, μην πουλήσεις ποτέ το ρολόι του προπάππου σου».
Δεν το πούλησε – στην αρχή. Στην αρχή πορεύτηκε με αυτό σαν φυλαχτό, σαν φάρο καλοτυχίας. Ωστόσο, παρά την εμπιστοσύνη της μητέρας του στις ικανότητες του ρολογιού, τα οικογενειακά του ήρωά μας πήγαιναν χάλια, και εκείνος χρειαζόταν επειγόντως λεφτά, προκειμένου να γυρίσει την πρώτη του μικρού μήκους. Είχε τόση αυτοπεποίθηση, τόση πίστη στο ταλέντο του, που ήταν σίγουρος πως η πρώτη ταινία που θα γύριζε θα του άνοιγε διάπλατα τους δρόμους της επιτυχίας και της αναγνώρισης. Σκέφτηκε να ζητήσει δανεικά από τον πατέρα του, προκειμένου να τη φέρει σε πέρας, ωστόσο, εκείνος αρνήθηκε ξερά και κάπως απότομα. Δεν προόριζε τον γιο του για καλλιτέχνη και έβλεπε με κακό μάτι τα σκηνοθετικά του σχέδια.
Ο φίλος μας, λοιπόν – ας τον αποκαλέσουμε Περικλή, αν και δεν ήταν αυτό το πραγματικό του όνομα –, δεν έβλεπε καμιά άλλη λύση, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ταινία του, από το να πουλήσει το πιο πολύτιμο πράγμα που είχε στην κατοχή του. Ένα ρολόι φτιαγμένο στην Ελβετία το 1878 θα έπιανε καλά λεφτά. Είχε πάρει, λοιπόν, την απόφαση. Απέμενε τώρα να βρει τον αγοραστή. 
Τον βρήκε στο πρόσωπο του Στέργιου, που ήταν κι αυτός σκηνοθέτης και ήταν κι αυτός μεγαλωμένος στα πούπουλα. Ο Στέργιος δεν είχε πρόβλημα να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του – ούτε να πείσει κανέναν για το ταλέντο του. Διέθετε και φράγκα και ικανότητες σε αφθονία. Ο Περικλής τον προσέγγισε με μια κάποια νευρικότητα, αλλά ο Στέργιος έδειξε ιδιαίτερα πρόθυμος να αγοράσει το αντικείμενο που του προσφερόταν. Το καινούριο του ρολόι του έδωσε, μάλιστα, την ιδέα για την επόμενη ταινία του, την πρώτη μεγάλου μήκους: την ιστορία ενός ρολογιού φτιαγμένου το 1878, τη χρονιά της μάχης της Φιλιππούπολης, στην Ελβετία και το πώς αυτό αλλάζει χέρια μέσα στα χρόνια.
Ο Περικλής έλαβε τα χρήματα που χρειαζόταν κι έβαλε μπροστά την ταινία μικρού μήκους. Ενώ, όμως, βρισκόταν στη φάση του ρεπεράζ, του τηλεφώνησε ο πατέρας του, ζητώντας του να του φέρει το ρολόι. Όταν ο Περικλής του απάντησε πως το ρολόι είχε πουληθεί, ο πατέρας του εξοργίστηκε τόσο πολύ που αποκλήρωσε μεμιάς τον επίδοξο σκηνοθέτη. Ο Περικλής νόμιζε πως επρόκειτο για μια στιγμιαία κρίση, αλλά τελικά έμαθε από κάποιον τρίτο πως ο πατέρας του τον είχε όντως αποκληρώσει, και επίσημα.
Ο Περικλής στεναχωρήθηκε, βέβαια, και πολύ, μάλιστα, αλλά ήταν τόση η πίστη του στο ταλέντο του, που θεωρούσε πως μπορούσε να τα καταφέρει και χωρίς τις γερές πλάτες του πατέρα του. Όσο για το ρολόι, του πέρασε, βέβαια, από το μυαλό ότι η πώλησή του τού είχε φέρει κιόλας κακοτυχία, αλλά δεν μπήκε στον κόπο να το πιστέψει.
Γύρισε την ταινία του κι αυτή δεν του πρόσφερε τίποτα. Παίχτηκε σε διάφορα φεστιβάλ και ειδικές προβολές, προκαλώντας, όμως, μόνο τον γέλωτα, παρόλο που δεν επρόκειτο για κωμωδία. Έπειτα ξεχάστηκε, όπως ξεχάστηκε και ο δημιουργός της. Ο Περικλής προσπάθησε να γυρίσει κάτι καινούριο, αλλά κανείς δεν τον εμπιστευόταν ούτε καν για να κρατάει την κλακέτα στο γύρισμα της ταινίας κάποιου άλλου.
Εν τω μεταξύ, ο Στέργιος ολοκλήρωσε κι αυτός την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Το «Ελβετικό Ρολόι», βασισμένο στην ιστορία του ρολογιού που είχε αποκτήσει από τον παλιό του φίλο, γνώρισε εξαιρετική επιτυχία και αποθεώθηκε εξίσου από κριτικούς και θεατές. Ο Στέργιος ήταν το πρόσωπο της ημέρας. Ο Περικλής δεν μπορούσε παρά να νοιώσει πως ο φίλος του χρωστούσε αυτή την επιτυχία στο παλιό εκείνο ρολόι.
Μόνο να υπήρχε ένας τρόπος να το πάρει πίσω! Προσπάθησε να έρθει ξανά σε επαφή με τον πατέρα του, προκειμένου να καταστρώσουν κάποιο σχέδιο δράσης. Ο πατέρας είπε πως το μόνο που θα έφερνε πίσω το ρολόι θα ήταν τα χρήματα. Έδωσε, λοιπόν, μια λευκή επιταγή στον Περικλή, προκειμένου να τη δώσει στον Στέργιο. Ο κάτοχος του ρολογιού είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει όποιο ποσό εκείνος επιθυμούσε.
-Να πουλήσω το ρολόι; Θα αστειεύεσαι! Συνειδητοποιείς πόση τύχη μου έφερε;
Αυτή ήταν η αντίδραση του Στέργιου στην πρόταση του Περικλή. Δεν δέχτηκε καν να το συζητήσει. Του έδωσε πίσω την επιταγή, χωρίς να μπει στον κόπο να τη συμπληρώσει κι ο Περικλής την επέστρεψε στον πατέρα του.
-Έπρεπε να το περιμένω, έκανε εκείνος. Το ρολόι έχει μια δύναμη… μαγική!
Έπειτα έδιωξε τον Περικλή σαν να ήταν κάποιος άγνωστός του ζητιάνος. Δεν ήθελε πια να έχει καμία σχέση μαζί του. Ο Περικλής έφυγε από το γραφείο του πατέρα του με την ουρά στα σκέλια.
Τώρα, χωρίς τα χρήματα του πατέρα του και χωρίς πια καμιά πίστη στο όποιο ταλέντο του, έπρεπε να χτίσει τη ζωή του από την αρχή. Από πού θα ξεκινούσε;
Βρήκε μια δουλειά σαν σερβιτόρος, παρόλο που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει δίσκο στα χέρια του. Στην αρχή τα πήγαινε χάλια. Με τον καιρό, όμως, συνήθισε. Αυτό που δεν μπορούσε να συνηθίσει με τίποτα ήταν η ιδέα πως τούδε και στο εξής η ζωή του θα οριζόταν από μια ταπεινή, κουραστική δουλειά, χωρίς καμιά αναγνώριση, χωρίς καμιά φήμη, χωρίς καμιά χλιδή. Κι αυτό που τον κατέτρωγε ακόμα παραπάνω ήταν η γνώση πως κάποιος άλλος, ο παλιός του φίλος ο Στέργιος, είχε τώρα στην κατοχή του εκείνο το μαγικό ελβετικό ρολόι και μπορούσε χάρη σε αυτό να κερδίζει όλη την επιτυχία και την αναγνώριση που είχε ονειρευτεί.
Τα χρόνια περάσανε. Ο Περικλής είχε βρει τώρα μια καινούρια δουλειά, εξίσου ταπεινή, εξίσου κουραστική: επεξεργαζόταν δεδομένα σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Η μονοτονία της δουλειάς του τον σκότωνε σιγά-σιγά. Υπήρχαν φορές που ήθελε να σηκωθεί από το γραφείο του και να ουρλιάξει «Παρατήστε με ήσυχο πια! Εγώ είμαι γόνος πλούσιας οικογένειας! Εγώ είμαι καλλιτέχνης!» Αλλά, φυσικά, δεν μπορούσε. Χρειαζόταν τα λεφτά προκειμένου να επιβιώσει.
Εν τω μεταξύ, η φήμη του Στέργιου όλο και μεγάλωνε. Μετά το «Ελβετικό ρολόι» ήρθαν πλείστες όσες ταινίες, όλες τους πετυχημένες κι ένδοξες, κι ο ίδιος τραγουδιόταν ως ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της γενιάς του. Μαζί με την καλλιτεχνική επιτυχία ήρθαν λεφτά, γυναίκες, ταξίδια, φωτογραφίσεις, καλέσματα από πρωθυπουργούς, ενώ για τον Περικλή υπήρχε μόνο η σιωπή του μικρού του διαμερίσματος, διαμερίσματος που με δυσκολία συντηρούσε. Αυτή η διαφορά στις τύχες των δύο αντρών εξόργιζε, φυσικά, τον λιγότερο ευχαριστημένο από τη ζωή του.
Δεν έβλεπε άλλη λύση, προκειμένου να ορθοποδήσει και να απολαύσει κι αυτός λίγη επιτυχία, από το να κλέψει το ρολόι από τον Στέργιο. Είχε μάθει, διαβάζοντας μια συνέντευξή του, πως πλέον ο παλιός του γνώριμος κουβαλούσε παντού μαζί του το ελβετικό ρολόι, φροντίζοντας να το τοποθετεί στην τσέπη του γιλέκου που φορούσε κάτω από τα καλοραμμένα σακάκια του. Φρόντισε επίσης να μάθει τη διεύθυνση της κατοικίας του, κι έβαλε μπροστά το σχέδιό του.  
Ένα βράδυ, μετά από κάποιας προβολή στο πλαίσιο μιας πρόσκαιρης, σύμφωνα με τη γνώμη του Περικλή, ρετροσπεκτίβας του έργου του Στέργιου στο Μέγαρο Μουσικής, ο παλιός κάτοχος του ρολογιού ακολούθησε τον καινούριο ως το σπίτι του – το πολυτελές και ακριβό σπίτι του. Εκεί, κατέβηκε από το μηχανάκι του, που το είχε αγοράσει με χίλιους κόπους, φόρεσε μια μάσκα και, με αποφασιστικότητα που θα ζήλευε ακόμα και ο πατέρας του, ο στυγνός επιχειρηματίας, πλησίασε τον Στέργιο. Έφερε το όπλο, που επίσης είχε αγοράσει μετά κόπων στην πλάτη του επιτυχημένου σκηνοθέτη και του είπε:
-Δώσε μου όλα τα λεφτά σου.
Ο Στέργιος υπάκουσε με μια μαλθακότητα και μια δειλία που ο Περικλής βρήκε αποκρουστική. Δεν του έδωσε, όμως, το τυχερό ρολόι. Ο Περικλής δεν το κατάπιε. Βάλθηκε να του ψάχνει όλες τις τσέπες και, τελικά, σε εκείνη του γιλέκου, βρήκε αυτό που τόσο του είχε λείψει: το παλιό ελβετικό ρολόι του προπάππου του.
Η θέα του παλιού ρολογιού δεν τον γέμισε απλώς με ευτυχία. Τον υπνώτισε. Χωρίς να το καταλάβει, κατέβασε το όπλο του και βάλθηκε να περιεργάζεται το παλιό, χρυσό αξεσουάρ μαγεμένος, σαν να ήταν έτοιμος να του κάνει ερωτική εξομολόγηση. Βλέποντάς τον έτσι αποχαυνωμένο, ο Στέργιος βρήκε την ευκαιρία και του κατάφερε μια γροθιά στο πηγούνι. Ο Περικλής ξαπλώθηκε φαρδύς-πλατύς στο έδαφος. Ο Στέργιος του έριξε μια κλωτσιά για καλό και για κακό και του πήρε το πιστόλι. Σημαδεύοντάς τον, κάλεσε την αστυνομία, που έφτασε μετά από μερικά μόνο λεπτά.
Ο Περικλής καταδικάστηκε για ένοπλη ληστεία. Έχασε τη δουλειά του και κατέληξε στον Κορυδαλλό. Εκεί πέρασε ακριβώς τόσο άσχημα όσο θα περίμενε να περάσει ένας γόνος πλούσιας οικογένειας που είχε διανύσει σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του δουλεύοντας σαν υπάλληλος γραφείου: άσχημα, δηλαδή. Μόνο που, στα μέσα της ποινής του, έφαγε άθελά του μια μαχαιριά που προοριζόταν για κάποιον άλλον. Όχι απλώς γλύτωσε τελικά τον θάνατο αλλά βίωσε, για όλη την υπόλοιπη παραμονή του στη φυλακή, την ευγνωμοσύνη του ανθρώπου για τον οποίον προοριζόταν εκείνη η παραλίγο μοιραία μαχαιριά.
Ο άνθρωπος αυτός, παρά τα άλλα ελαττώματά του, στάθηκε στον Περικλή σαν ένας καινούριος πατέρας και εξέτεινε την προστασία του και πέρα από τα κάγκελα της φυλακής.
-Πήγαινε βρες τον Νίκο, είπε στον Περικλή τη μέρα που ο τελευταίος αποφυλακιζόταν, και ζήτα του ό,τι θες. Ό,τι θες και για όσο θες.  
Ο Περικλής πήγε και βρήκε το Νίκο και του ζήτησε αυτό που ήθελε. Τι ήταν αυτό παρά η ευκαιρία να γυρίσει μια ταινία;
Η ταινία γυρίστηκε και ήταν καλή. Ήταν καλή, γιατί οι εμπειρίες του Περικλή από τότε που είχε αρχίσει να δουλεύει σαν σερβιτόρος ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσες και ανθρώπινες από οτιδήποτε άλλο είχε βιώσει πριν και είχαν μεστώσει το ταλέντο του.

Στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας, που υπήρξε θριαμβευτική, ο Περικλής σκέφτηκε πως τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί αν δεν είχε απαλλαγεί από την καλή τύχη του ελβετικού ρολογιού. Τώρα πια ήταν ελεύθερος και από την μοίρα και από την τύχη.  

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΧΑΡΤΟΚΟΠΤΗΣ ΤΟΥ ΤΟΛΕΔΟ

Ο ΧΑΡΤΟΚΟΠΤΗΣ ΤΟΥ ΤΟΛΕΔΟ

Άρχισε να οξειδώνεται ο παλιός χαρτοκόπτης, ο αγορασμένος στο Τολέδο, ο χαρισμένος στους γονείς μου από κάποιον, νεκρό τώρα, θαμώνα της ταβέρνας. Μικρός τον χρησιμοποιούσα σαν σπαθί που κράταγαν τα playmobil μου. Τον αποχωρίστηκα δύσκολα την πρώτη φορά και τώρα, φοβάμαι, πρέπει να τον αποχωριστώ και πάλι – αυτή τη φορά οριστικά. Όμως, με ποιον τρόπο, αν τον αποχωριστώ, θα ανοίξω το γράμμα που θα μου στείλεις και θα μου ζητάς, μετανιωμένη, να είμαστε ξανά μαζί; 






Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 4

Ντίσκο Μελαγχολία
Ένα υγιέστατο κάθαρμα
Καγκουρέλαιο
Η υψηλή τέχνη της απώλειας
Η μέσα μου σκόνη
Οδηγός αποτυχίας
Βότκα για Βαρύτονους (Τεκίλα για Τενόρους)
Χάσυλο
Σκάκι στο ραδιόφωνο
Η μπαλάντα των ματαιωμένων
Φιλώντας τη σκιά σου
Το ασθενικό άγαλμα

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ανθρωπίλα

Παρότι είχε ζήσει μια ζωή στο περιθώριο, ήταν αρκούντως ευγενικός. Ένα Δεκαπενταύγουστο, για παράδειγμα, που είχε μείνει μόνος του στην Αθήνα, βγήκε από την πολυκατοικία του για να πάρει τσιγάρα, και συναντώντας κάτι αγνώστους στην είσοδο της πολυκατοικίας –μια οικογένεια που είχε έρθει επίσκεψη σε κάποιους άλλους ένοικους της πολυκατοικίας – τους χαιρέτησε έστω και κάπως διστακτικά και τους ευχήθηκε χρόνια πολλά. Εκείνοι του ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό και την ευχή. Καθώς απομακρυνόταν από αυτούς, άκουσε το παιδί της οικογένειας – ένα δίχρονο κορίτσι – να ρωτά την μητέρα του:
            -Ποιος είναι αυτός;
            Η απάντηση που έδωσε η γυναίκα στην κόρη της ξένισε κάπως τον φίλο μας:
            -Ένας άνθρωπος.
            Άνθρωπος; Τι εννοούσε η άγνωστη γυναίκα; Σε όλη την τριαντάχρονη ζωή του ελάχιστοι του είχαν φερθεί σαν τέτοιον – οι γονείς του και τρεις-τέσσερις καλοί φίλοι. Μάλλον σαν κάτι κατώτερο, σαν κάτι που δεν άξιζε καμίας προσοχής τον έβλεπαν οι περισσότεροι. Κι όμως, τώρα, αυτή η γυναίκα τον περιέγραφε σαν… σαν… άνθρωπο. Τι ορισμός ήταν αυτός; Δεν είχε μάτια η κυρία; Δεν έβλεπε;
            Ο φίλος μας προσπάθησε να αναλύσει την απάντηση της, να καταλάβει τι την είχε ωθήσει σε μια τόσο παράξενη τοποθέτηση. Ναι, είχε δύο πόδια, δύο χέρια και τα λοιπά, μιλούσε μιαν ανθρώπινη γλώσσα, αλλά αρκούσαν όλα αυτά; Όλοι τον έβλεπαν σαν ένα τέρας, σαν ένα φρικιό που δεν άξιζε να ζει.
            Έφτασε στο περίπτερο, άπλωσε το χέρι του και έδωσε την παραγγελία του:
            -Ένα πακέτο άνθρωπο… ε, ένα πακέτο Μάρλμπορο ήθελα να πω.
            Ο περιπτεράς τον εξυπηρέτησε. Ο φίλος μας σκέφτηκε πως κι εκείνος θα τον έβλεπε σαν ένα κατώτερο ον.
            Μα, άνθρωπο; Κοντοστάθηκε να το αναλύσει παραπάνω. Δεν μπορούσε να το καταπιεί. Αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε και να ψάξει αλλιώς την απάντηση.
            Φτάνοντας εκεί, πήρε τηλέφωνο μια φίλη του.
            -Είμαι… είμαι άνθρωπος;
            -Ε;
            -Άνθρωπος… είμαι;
            -Τι αρρωστημένη πλάκα είναι αυτή; Εννοείται πως είσαι άνθρωπος. Γιατί, εσύ τι νόμιζες πως είσαι;
            -Θέλω να πω…
            Δεν απόσωσε τη φράση του. Ψέλλισε κάποια δικαιολογία και έκλεισε το τηλέφωνο.
            Απόμεινε μόνος του, στη σιωπή. Είδε από μακριά τον καθρέφτη δίπλα στην εξώπορτα κι αποφάσισε να πάει ως εκεί, μπας κι έπαιρνε καμιάν απάντηση.
            Όταν έφτασε εκεί, αντίκρυσε – ω! της έκπληξης – έναν άνθρωπο.
            Πήρε ξανά τη φίλη του και της το είπε.
            -Καλά, τι περίμενες;
            -Δηλαδή, όλον αυτόν τον καιρό νόμιζα πως είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι.
            -Μάλλον. Θέλω να πω… μπορείς να το πεις κι έτσι.
            Άρχιζε σιγά-σιγά να το εμπεδώνει. Μα, ταυτόχρονα, κάτι καινούριο άρχισε να τον απασχολεί.
            -Και τώρα; Τι κάνω; Τι ευθύνες έχω;  

            Η φίλη του δεν ήξερε από πού να αρχίσει.    

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Νεμπράσκα, του Αλεξάντερ Πέιν

Ογδοντάρης που τα έχει κάπως χαμένα λαμβάνει επιστολή που τον ενημερώνει πως κέρδισε ένα εκατομμύριο δολάρια σε διαγωνισμό (στον οποίον δεν έλαβε καν μέρος). Όλοι γύρω του προσπαθούν να του δώσουν να καταλάβει πως πρόκειται είτε γα απάτη είτε για διαφημιστικό κόλπο, αλλά εκείνος είναι ανένδοτος – έχει αποφασίσει να πάει στη Νεμπράσκα να παραλάβει το έπαθλο, έστω και με τα πόδια. Τελικά, πείθει τον μικρότερο γιο του να τον πάει ως εκεί με το αυτοκίνητο.
Μπορεί μια τόσο απλή υπόθεση να αποτελέσει την πρώτη ύλη για μια σημαντική τελικά ταινία; Ο Αλεξάντερ Πέιν δείχνει ότι μπορεί. Τον βοηθούν σε αυτό η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία, η ενδιαφέρουσα μουσική και οι εξαιρετικές ερμηνείες – ειδικά της Τζουν Σκουίμπ.
Ξεχάστε, πάντως, όσα ακούσατε περί road trip αυτογνωσίας και όλα αυτά τα κλισέ που αναμασούν οι έλληνες κριτικοί. Το θέμα του Νεμπράσκα είναι κάτι πολύ πιο απλό. Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, ο Γούντι Γκραντ, παιγμένος επιτυχημένα από τον Μπρους Ντερν, δεν είναι κάποιος που αναζητά την αυτογνωσία – ούτε και τη βρίσκει τελικά (σπόιλερ). Μεγαλωμένος στην ενδοχώρα των Ηνωμένων πολιτειών, μακριά από τις μεγαλουπόλεις, μακριά από την ντόλτσε βίτα των αστικών κέντρων, ήταν εξ αρχής καταδικασμένος σε μια ζωή ταπεινή, μάλλον θλιμμένη, όπου οι μόνες απολαύσεις ήταν μια μπίρα (ή πέντε) μετά τη δουλειά και η βαρετή τηλεόραση των τοπικών σταθμών – σαν εκείνον όπου δουλεύει ο μεγαλύτερος γιος του. Αυτό που γυρεύει ο Γούντι είναι η αξιοπρέπεια, η γνώση πως δεν χαράμισε τη ζωή του. Αυτό είναι που τον ωθεί προς αυτό το ταξίδι στη Νεμπράσκα.
Εκεί που οι περισσότερες αμερικάνικες ταινίες παρουσιάζουν τους κατοίκους αυτής της ενδοχώρας σαν καρικατούρες, σαν ηλίθιους, φιλοχρήματους, φανατικούς, πολεμοχαρείς, ο Πέιν τους δείχνει σαν απλούς, όμορφους ανθρώπους (όχι, φυσικά, όλους) και σε ωθεί (διακριτικά) να ταυτιστείς μαζί τους κι όχι να ταχθείς απέναντί τους. Η Νεμπράσκα, λοιπόν, είναι διπλά σημαντική, και για το πώς φέρεται στους ήρωές της και για το πώς φέρεται στους θεατές.