Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Ιστορίες από το κέντρο και το έκκεντρο # 3



(νυχτερινή βόλτα)


(τόση γνώση μαζεμένη)


(τώρα και για πάντα)


(standing on the shoulder of giants)


(χρηστική εγκατάσταση)


(ίσως να μας βγει σε καλό)


(εγκατάσταση όχι χρηστική αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα, σε κάδο ανακύκλωσης)


(σχόλιο ακούσιο αλλά καίριο)


(περιμένοντας να δώσει την παραγγελία της στο σερβιτόρο)


(handbags and gladrags)


(η κλήση σας απορρίφθηκε)


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Δύο διαφορετικά ιερά τέρατα και ισάριθμοι τερατώδεις ήρωές τους

(Δύο βιβλία που διάβασα πρόσφατα, εν μέσω των απογοητευτικών πολιτικών εξελίξεων, μετά τον θρίαμβο του Όχι.)

Θυμάμαι ένα συμφοιτητή μου, στα τέλη της προ-προηγούμενης δεκαετίας, να μου μιλά για ενθουσιασμό (ενθουσιασμό που συνήθως επεφύλασσε μόνο σε ταινίες που του άρεσαν, εξ ου και η μετέπειτα απολύτως λογική εξέλιξή του σε έναν από τους καλύτερους σινεκριτικούς της γενιάς μας) για μια ιστορία που είχε διαβάσει πρόσφατα – μία ιστορία του Κάφκα, που ξεκινά με την εντελώς ανεξήγητη και εν μία νυκτί μεταμόρφωση ενός ταπεινού υπαλλήλου σε κατσαρίδα. Πέρασαν χρόνια από τότε, και παρόλο που εγώ ο ίδιος δεν βρέθηκα αντιμέτωπος με το ίδιο το κείμενο, βρέθηκα αντιμέτωπος με άλλα κείμενα του σπουδαίου Τσέχου, καθώς και με πλείστες όσες αναφορές στο βάσανο του Γκρέγκορ Σάμσα, στην ποπ κουλτούρα, σε συζητήσεις, σε εξυπνακίστικα ή όντως έξυπνα τουίτ και status update στο facebook.
Μέχρι που, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, σε ένα φιλικό σπίτι, ανακάλυψα ένα αντίτυπο της Μεταμόρφωσης, από εκείνα που έδιναν μερικά χρόνια πριν οι εφημερίδες (σε μετάφραση του Βασίλη Τομανά). Πήρα το θάρρος να το δανειστώ και το διάβασα σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα.
Το να πω πως ο Κάφκα είναι σπουδαίος συγγραφέας και η εν λόγω ιστορία συναρπαστική είναι περιττό. Το θέμα είναι γιατί συμβαίνουν όλα αυτά: δεν είναι απλώς η εντυπωσιακή αρχική σύλληψη ή ο πρωτοποριακός χαρακτήρας του κειμένου. Το ζήτημα με τη Μεταμόρφωση του Κάφκα είναι πως η τεχνική αρτιότητα, η μεστότητα και η γλαφυρότητα της περιγραφής, καθώς και η παράλληλη προς την αφήγηση της συμφοράς που βρίσκει τον Γκρέγκορ Σάμσα παράθεση μιας πλειάδας (άκρως ενδιαφερόντων και γεμάτων χαρακτήρα) πραγματολογικών στοιχείων που αφορούν τη ζωή της υπόλοιπης οικογένειάς του (αλλά και σχεδόν όλων των άλλων προσώπων που παρελαύνουν σε αυτή) είναι που κάνουν την ιστορία τόσο αληθοφανή (παρότι είναι παντελώς απίθανη) αλλά και που «αιχμαλωτίζουν» τον αναγνώστη και τον «κλειδώνουν» σε αυτόν τον προθάλαμο του καφκικού σύμπαντος. Ο συγγραφέας σε βάζει μέσα σε αυτό το σπίτ, μέσα σε αυτές τις ζωές, μέσα σε αυτή την εποχή (παρά τη διαχρονικότητα, εν τέλει, της ιστορίας που αφηγείται). Μετά έρχονται όλα τα άλλα, τα σπουδαία θέματα που θίγει εδώ και αλλού ο σπουδαίος αυτός, παραγνωρισμένος στην εποχή του λογοτέχνης: το παράλογο της ύπαρξης, η αποσύνδεση του νου από το κορμί, η εμπειρία του τερατώδους, η σπαρακτική απομόνωση.
Ο Κάφκα δεν είναι σπουδαίος μόνο για το σύμπαν που έστησε, αλλά για το πόσο καλά δόμησε το σύμπαν αυτό, πόσο γοητευτικά σε τραβά εντός του, πόσο απλά σου ανοίγει την πόρτα στον εφιάλτη της ύπαρξης των ηρώων του που ήταν, εν τέλει, ο εφιάλτης και της δικής του ύπαρξης και που είναι ίσως και της δικής σου.



Στη νουβέλα «Ένα πολύ πρωτότυπο Δείπνο» (Gutenberg, 2015, μτφρ. Κωνσταντίνος Αρμάος) ο Φερνάντο Πεσόα, υπό το νεανικό ψευδώνυμο Alexander Search, επίσης πρωτοπόρος, επίσης ανανεωτής και ανατροπέας, εξετάζει το γκροτέσκο και την αποκτήνωση από μια άλλη σκοπιά, σαφώς πιο πιθανοφανή και γι’ αυτό πιο τρομακτική.  Ο Χερ Πρόζιτ, πρόεδρος της Γαστρονομικής Κοινότητας του Βερολίνου, προσκαλεί τους συναδέλφους του σε ένα δείπνο όμοιο του οποίου, σύμφωνα με τον οποίο, δεν έχει ξαναγίνει. Σε τι έγκειται αυτή η πρωτοτυπία κανείς τους δεν μπορεί να καταλάβει, ακόμα και μετά το πέρας του επίμαχου δείπνου. Η τελική αποκάλυψη του Πρόζιτ, θα ξυπνήσει στους συνδαιτυμόνες του ένα πρωτόγνωρο σοκ. Αλλά μέχρι να γίνουν όλα αυτά και μέχρι το πρωτότυπο δείπνο να φτάσει στην αναπόφευκτη κορύφωσή του, ο Πεσόα θα διηγηθεί την όλη ιστορία και θα σκιαγραφήσει το χαρακτήρα του Πρόζιτ με τόση μαεστρία που αφήνει τον αναγνώστη έκθαμβο, κάνοντας έτσι την ιστορία του ακόμα πιο σοκαριστική και πιο αξιομνημόνευτη. 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Κάπου στο Βέλγιο, δύο εβδομάδες πριν

«Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ,

Θα απευθύνω το ερώτημά μου στον κύριο Πρωθυπουργό. Επιθυμώ να αντιδράσω δημόσια σε κάποιες δηλώσεις του Πρωθυπουργού τις οποίες κρίνω απαράδεκτες. Πρωθυπουργός, ο οποίος χτες, ενώπιον του Τύπου δήλωσε πως θέλει να τελειώνει η «ώρα του παιχνιδιού» για την Ελλάδα. Αυτές οι λέξεις με σόκαραν πραγματικά, πιστεύω πως σόκαραν πολύ κόσμο εδώ στο Βέλγιο, ειδικά αν αντιληφθεί κανείς τι είναι αυτό που ο Πρωθυπουργός ερμηνεύει ως «ώρα του παιχνιδιού». Την προηγούμενη εβδομάδα είχα την ευκαιρία να συναντήσω στο Παρίσι την πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η συντρόφισσα Ζωή μου εξήγησε την ακριβή κατάσταση στην Ελλάδα. Αυτή η «ώρα του παιχνιδιού» που αναφέρει ο Πρωθυπουργός εκτυλίσσεται σε μια χώρα με δύο αυτοκτονίες την ημέρα. Αυτή η «ώρα του παιχνιδιού» που αναφέρει ο Πρωθυπουργός εκτυλίσσεται σε μια χώρα όπου οι συντάξεις έχουν μειωθεί κατά 45%. Αυτή η «ώρα του παιχνιδιού» για την οποία μιλά ο Πρωθυπουργός εκτυλίσσεται σε μια χώρα όπου οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά 40%. Αυτή η «ώρα του παιχνιδιού» για την οποία μιλά ο πρωθυπουργός είναι μια κατάσταση στην οποία το 60% των νέων είναι άνεργοι. Αυτή είναι η «ώρα του παιχνιδιού» για την οποία ήθελε να μιλήσει ο Πρωθυπουργός; […]

Τι προτείνει η Τρόικα; 1) να μειωθούν οι μισθοί ακόμα περισσότερο. 2) να μειωθούν οι συντάξεις ακόμα περισσότερο. 3) να απαγορευθούν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας στην Ελλάδα. […] Εσείς, κύριε Πρωθυπουργέ, θέλετε να κατηγορήσετε την Ελληνική κυβέρνηση, ενώ ξέρετε πολύ καλά ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει λάβει καμία ελαστικότητα τα τελευταία 8 χρόνια. Έκαναν ακριβώς αυτό που τους ζήτησε η Τρόικα. Παραδέχεστε σήμερα πως πρόκειται περί αποτυχίας. […] Δευτερευόντως, κάνετε λόγο για 240 δισεκατομμύρια που δόθηκαν προς διάσωση. Σύμφωνα με το ίδιο το ΔΝΤ, μόνο 11% αυτών διοχετεύτηκαν στην πραγματική οικονομία. Το 89% πήγε στις τράπεζες και στην αποπληρωμή του χρέους. Πολύ μικρό μέρος από το σχέδιο διάσωσης ρέει προς την πραγματική οικονομία, κι αυτός είναι ο λόγος που δεν λειτουργεί και γι’ αυτό η Τρόικα συνεχίζει αυτό το πρόγραμμα.

Το ζήτημα που τίθεται σήμερα είναι ποια είναι η Ευρώπη που θέλουμε. Μία Ευρώπη αλληλεγγύης, ανάπτυξης και αλληλεγγύης ανάμεσα στις διάφορες περιοχές ή μία ευρωζώνη όπου λίγες χώρες έχουν χρήματα και επιβάλλουν μέσα από σχεδόν διδακτορικές μεθόδους πολιτικές σε άλλες χώρες; […] Καλώ όλους τους ανθρώπους με κοινωνική συνείδηση να αντιταχθούν στις πολιτικές της Τρόικας.»


Αυτά δήλωσε πριν δύο εβδομάδες στο Βελγικό Κοινοβούλιο ο βουλευτής Raoul Hedebouw, λίγο πριν του κλείσουν το μικρόφωνο, περιγράφοντας με ενάργεια και την κατάσταση μέχρι τώρα και το δίλημμα που τίθεται από εδώ και στο εξής. 

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Αποσπάσματα από κείμενα που ίσως δεν δημοσιευτούν ποτέ - ΙΙ

"Δεν του πήρε πολλή ώρα να καταλάβει την αιτία της απραξίας του γέρου και, συγχρόνως, την πηγή της ευτυχίας του: ήταν η προχωρημένη του ηλικία, τα βαθιά γηρατειά του, που του επέτρεπαν να μην κάνει τίποτα. Κι αφού μπορούσε να μην κάνει τίποτα, δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας. Κι αφού δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας, ήταν ευτυχισμένος. Ενώ ο Αριστείδης, ο Αριστείδης θα πέθαινε πρόωρα από το άγχος και την υπερκόπωση, από τα ασταμάτητα τηλεφωνήματα και τις συσκέψεις και τους αλλεπάλληλους καφέδες εντός κι εκτός δουλειάς. Ήταν ζωή αυτή, όχι, ήταν ζωή;"

(Ο Άνθρωπος που γέρασε πριν της ώρας του)
  
"Ακόμα κι έτσι, όμως, η περίπτωσή της δεν με απασχολούσε και τόσο πολύ. Μόνο όταν συναντηθήκαμε, άρχισα να έχω πραγματικό πρόβλημα μαζί της. [...] Φορούσε ένα πολύ κοντό σορτσάκι κι ο δημοσιογράφος την είχε βάλει να κάθεται ακριβώς απέναντί μου, οπότε δεν μπορούσα να μη ρίχνω πότε-πότε κλεφτές ματιές στα σφριγηλά, λαχταριστά μπούτια της. Αλλά, ακόμα κι έτσι, θα είχα γλυτώσει από το βάσανό της, αν, τη δεύτερη φορά που σηκώθηκε να τραγουδήσει, δεν ερχόταν προς το μέρος μου και δεν έφερνε – εκεί που δεν το περίμενα και μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου – τον φίνο δείκτη του αριστερού χεριού της στο πηγούνι μου, σαν να έπαιζε μαζί μου, σαν να είχε καταλάβει πως ήμουν ένα εύκολο θύμα, έτσι όπως είχα εντυπωσιαστεί νωρίτερα από το θέαμα των μηρών της και των ζωηρών μαύρων ματιών της – ή σαν να έκανε απλώς τα κουνήματα που έκανε σε όλους. Όποια κι αν ήταν τα κίνητρά της, αυτή της η χειρονομία, η τόσο ανεπαίσθητη για τους υπόλοιπους και τόσο φευγαλέα, ξύπνησε μέσα μου έναν ολόκληρο χείμαρρο συναισθημάτων, έναν κόσμο που δεν ήξερα καν πως υπήρχε."

(Η κοπέλα, αν...)

"Παρόλο που δεν το άφηνε να φανεί παραέξω, ούτε καν στα πιο κοντινά του πρόσωπα, ο Αντρέας Κοντογιώργος δεν ήταν πια καθόλου σίγουρος πως τα είχε όλα αγγελικά πλασμένα. Ναι, ήταν καλός άνθρωπος· ναι, είχε απαλλάξει κάμποσο κόσμο από εξουθενωτικές νευρώσεις και φοβίες και συμπλέγματα· ναι, θεωρούνταν κορυφή στον τομέα του, την ψυχιατρική. Ήταν πλούσιος και γοητευτικός και έξυπνος. Αλλά δεν ήταν αυτά τα πράγματα για τα οποία αμφέβαλλε. Αμφέβαλλε για την οικογενειακή του ηρεμία, για το αν έφταιγε τελικά εκείνος που η γυναίκα του δεν έδειχνε πια ερωτευμένη μαζί του και που τα παιδιά του έκαναν ακόμα απονενοημένες επιλογές, παρόλο που και τα δύο, και ο Φίλιππος και η Αλθαία, είχαν κλείσει πια τα τριάντα."

(Αδέξιοι εραστές) 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Τελεολογία

[Ένα ποίημα - ας το πούμε έτσι, πρόσφατα μου διαμηνύθηκε πως η ποίηση δεν είναι το φόρτε μου - που γράφτηκε μερικές εβδομάδες πριν τις εκλογές (άρα αναφέρεται - ελπίζω - στους έως τότε πρωθυπουργούς), αλλά το οποίο εκφράζει, πιστεύω, ένα γενικευμένο αίσθημα τα τελευταία χρόνια, και ειδικά τους τελευταίους μήνες.]


Τελεολογία

Αυτό το τέλος που δεν έρχεται ποτέ
Κι όμως, το νοιώθουμε σαν να ’χει φτάσει ήδη
Μήπως να ’ρχότανε, ω, άγνωστε Θεέ,
Κι έτσι ν’ αρχίζαμε καινούριο πια ταξίδι;

Αυτό το τέλος, τούτ’ η μόνιμη απειλή
Μια καραμέλα που διαρκώς την πιπιλάνε
Ψευδοπροφήτες, δανειστές, πρωθυπουργοί
Και τραπεζίτες που την πάρτη τους κοιτάνε

Πόσο χειρότερο να είναι, δηλαδή,
Από το πρόσφατο, το μόνιμο σκοτάδι;
Από μια οθόνη που διαρκώς μονολογεί
Και που το δάγκωμα αυτή το λέει χάδι;

Αυτό το τέλος που διαρκώς μας απειλούν
Πως θα μας λιώσει, πως θα μας εξαφανίσει
Μονάχα εκείνους θε να κάνει να σβηστούν

Κι εμάς γερότερους κι ελεύθερους θα αφήσει

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Η αναζήτηση ως εύρημα

Έτυχε πρόσφατα να δω τα δύο παρακάτω φιλμ, με διαφορά κάποιων ωρών, το ένα από το άλλο και, παρόλο που δεν γυρίστηκαν ούτε την ίδια περίοδο ούτε στην ίδια χώρα, βρήκα να έχουν πολλές ομοιότητες, με προφανείς αλλά και με «υπόγειους» τρόπους.
      Το ένα είναι το «Δύο ημέρες, μια νύχτα» των αδερφών Νταρντέν: έχοντας απολυθεί από το εργοστάσιο φωτοβολταϊκών όπου δούλευε, η κεντρική ηρωίδα (παιγμένη, ως επί το πλείστον, λιτά και διακριτικά από τη Μαριόν Κοτιγιάρ) περνά ένα σαββατοκύριακο προσπαθώντας να πείσει τους άλλους 16 εργάτες στο εργοστάσιο να ψηφίσουν υπέρ της παραμονής της στο πόστο (παραμονή που θα σημάνει πως οι ίδιοι θα απωλέσουν το μπόνους των χιλίων ευρώ). Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, θα πρέπει να επισκεφθεί σχεδόν ισάριθμα σπίτια (και άλλους χώρους), συνομιλώντας με ανθρώπους που πάνω-κάτω βρίσκονται στην ίδια μοίρα με αυτήν. Παρά τους συχνούς μελοδραματισμούς της ηρωίδας και παρά το άγχος της Κοτιγιάρ να δείξει –στις πρώτες σκηνές του φιλμ, τουλάχιστον- πως κάνει κάτι πολύ σημαντικό, πως υπερβαίνει τα όριά της ως ηθοποιού, το φιλμ των Νταρντέν καταφέρνει τελικά να απογειωθεί και να συναρπάσει το θεατή μετά τη σκηνή του καυγά μεταξύ πατέρα και γιου (δύο εκ των εργατών του εργοστασίου) και μαζί να δείξει το άγχος μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων να διατηρήσουν κεκτημένα που θα έπρεπε να θεωρούνται στοιχειώδη – όπως το δικαίωμα στην εργασία -, σε πείσμα μιας εργοδοσίας που, με πρόφαση την κρίση, γίνεται όλο και πιο απάνθρωπη. Η ανατροπή λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος και η αντίδραση της πρωταγωνίστριας σε αυτήν είναι που ωθούν την ταινία να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο και που της χαρίζουν το πάντοτε επείγον, πάντοτε καίριο στοιχείο της ανθρωπιάς.
         Στο Wendy and Lucy της Κέλι Ράιχαρντ (που το είδα εδώ), το έναυσμα είναι παρόμοιο (μία κοπέλα που ταξιδεύει προς την Αλάσκα προς άγραν εργασίας), αλλά τελικά η αναζήτηση αφορά κάτι άλλο: τη Λούσι, τη σκυλίτσα που έχει μαζί της η πρωταγωνίστρια (η Μισέλ Γουίλιαμς, με το τόσο εκφραστικό, το τόσο σπουδαίο πρόσωπο) και η οποία χάνεται κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της αφεντικίνας της σε σούπερ μάρκετ. Η απόγνωση είναι κι εδώ η ίδια, όπως και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας μη προνομιούχος άνθρωπος ακόμα και αναφορικά με ένα τόσο απλό ζήτημα – αλλά και η αλληλεγγύη που συναντά κανείς εκεί που δεν το περιμένει, έστω κι από έναν άγνωστο, έναν υπερήλικα σεκιουριτά (που, σε αντίθεση με πολλούς έλληνες συναδέλφους του, δεν έχει ούτε το ύφος ούτε τη συμπεριφορά χιλίων καρδιναλίων). Πέρα από το οικονομικό, το καθαρά ανθρωπιστικό του ζητήματος, η ταινία (που για πολλούς κριτικούς αποτελεί δείγμα road movie, αλλά ανήκει στο εν λόγω είδος όσο ανήκει και ο Κυνόδοντας) λειτουργεί, βέβαια, και σε ένα άλλο επίπεδο, φιλοσοφικό (η αναζήτηση του άλλου ως αναζήτηση του εαυτού), και δίνει τη λύση στο πρόβλημα της ηρωίδας με ένα απρόσμενο, γλυκόπικρο αλλά εν τέλει αισιόδοξο φινάλε.

         Δύο εξαιρετικά φιλμ, επείγοντα, καίρια, με πολύ βάθος και με έξοχες πρωταγωνίστριες. Δύο βαθιά πολιτικές και βαθιά ανθρώπινες ταινίες. 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Ιστορίες απ' το κέντρο και το έκκεντρο # 2



(Η τέχνη του δρόμου είναι αυτή που θα μας σώσει)


(ως άνω)


(Τετράποδος επισκέπτης σε έκθεση γραφιστικής)


(ξανά)


(Οδός Αθηνάς)


(Η χαμένη τέχνη του να γράφεις καρτ-ποστάλ, κάπου στη Νεάπολη Εξαρχείων)


(Το πάγιο αίτημα)


(The house of pop)


(Νυχτερινά φώτα)


(Νυχτερινά φώτα 2)


(Η κρυφή Ερμού)


(Το επιζών ρεμπέτικο)


(Το σοκολατί σοκάκι) 


(Ο Σω στην Κερατέα)


(Ο Μπωντλέρ στην Κερατέα)


(Ο Γουάιλντ - σε μετάφραση Λαπαθιώτη - στην Κερατέα)


(Τείχη από πέτρα και χαρτί)


(Κινηματογραφική Κερατέα)


(Όχι κάτι που θα περίμενες να δεις στα γραφεία ενός εκδοτικού οίκου)


(Το πεζοδρομημένο πλαστικό μπουκάλι)