Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δισκοφρένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δισκοφρένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

"Τι ζητάς στην Καλλιθέα;"

Στην εποχή του downloading, των digital single και, γενικώς, της αποσπασματικής ακρόασης, είναι ασυνήθιστο να ετοιμάζεις μια σειρά από τραγούδια που είναι ηχογραφημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν μια συνεχή, ενιαία ακουστική και ηχητική εμπειρία: αυτό ακριβώς κάνει ο Φοίβος Δεληβοριάς στο καινούριο του άλμπουμ.
      Η «Καλλιθέα», λοιπόν, είναι το πιο άλμπουμ-άλμπουμ αυτού του τόσο ιδιαίτερου και συμπαθούς καλλιτέχνη, σχεδιασμένο και εκτελεσμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος και όχι αποσπασματικά. Αυτό είναι από μόνο του ένα φιλόδοξο σχέδιο, ειδικά αν αναλογιστεί τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην –όποια- δισκογραφία και οι οποίες περιγράφονται παραπάνω.
    Αυτή η συνοχή όσον αφορά τις ενορχηστρώσεις, την παραγωγή, τον ήχο της «Καλλιθέας» αντανακλά και υποδεικνύεται από τη συνοχή όσον αφορά το στιχουργικό κομμάτι των 14 τραγουδιών που αποτελούν το δίσκο: την επιστροφή στην παλιά γειτονιά –όποια κι αν είναι αυτή-, τη νοσταλγία (ειδικά της παιδικής και της εφηβικής) ηλικίας, τον αναστοχασμό εν τέλει ενός ανθρώπου που πλησιάζει τη μέση ηλικία πάνω στην έως τώρα ζωή του. Είναι γνωστό πως ο Δεληβοριάς άρχισε να συνθέτει το δίσκο όταν επισκέφθηκε μετά από χρόνια το πατρικό του στην εν λόγω συνοικία – και κατέληξε να τον ηχογραφήσει εκεί.
         Αυτό που διαφέρει από τις προηγούμενες δουλειές του είναι η παραγωγή (του Χρήστου Λαϊνά, αλλοτινού κιθαρίστα των εξαιρετικών Ονειροπαγίδα), που περιλαμβάνει πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, πρωτότυπες ενορχηστρώσεις αλλά και πολλά field recordings από την περιοχή – αλλά όλα αυτά θα ήταν κενά νοήματος και ουσίας, αν στον πυρήνα του δίσκου, κάτω από όλα αυτά τα (καθόλα θεμιτά και ωραία εκτελεσμένα) ενορχηστρωτικά ευρήματα δεν υπήρχαν μερικά από τις καλύτερες συνθέσεις του Δεληβοριά: άλλοτε ξεσηκωτικά, άλλοτε μελωδικά, άλλοτε pop, άλλοτε πειραματικά, τα τραγούδια που αποτελούν τον εν λόγω δίσκο είναι μερικά από τα καλύτερα που έχει γράψει ποτέ ο δημιουργός τους και αναδεικνύουν την οξεία μουσική του ευφυΐα.
         Όλως περιέργως, αν σε κάτι χωλαίνει (σε κάποια σημεία) ο δίσκος, αυτό είναι το στιχουργικό κομμάτι: προσωπικά, δεν μπόρεσα να καταλάβω όλη αυτή την παράθεση πολιτισμικών αναφορών που συνθέτουν τον (εξαιρετικό από μουσικής άποψης) «Μπάσταρδο γιο», όπως επίσης δεν μπόρεσα να καταλάβω και την παρουσία, ανάμεσα σε όλα αυτά τα έξοχα τραγούδια, του «Περίπτερου», που δεν προσφέρει τίποτα ούτε μουσικά ούτε στο επίπεδο των στίχων - αν και η ενορχήστρωσή του είναι ευρηματικότατη. 

       Αλλά, πέραν αυτής της από μέρους μου αντίρρησης (που είναι ανοιχτή σε αμφισβήτηση), θα συμφωνήσω με έναν καλό φίλο που λέει πως η «Καλλιθέα» είναι – προς το παρόν; - το αριστούργημα του Φοίβου Δεληβοριά, το άλμπουμ που προσπαθούσε να κάνει όλα αυτά τα χρόνια. 

(Στις 19 Δεκέμβρη, ο Φοίβος Δεληβοριάς θα εμφανιστεί μαζί με μπάντες της τοπικής σκηνής σε αυτή τη συναυλία, τα έσοδα της οποίας θα χρησιμοποιηθούν για να ενισχύσουν συλλογικότητες που φιλοξενούν ή βοηθούν πρόσφυγες). 

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Δισκοφρένεια: Sun Kil Moon - Benji

Ακούγοντας το Transformer του Λου Ριντ, λίγο μετά τον θάνατό του, πίστευα πως δεν θα γραφτεί ξανά ένας δίσκος τόσο γεμάτος από «ζωντανούς» χαρακτήρες, τόσο πλήρης σε ανθρώπινες ιστορίες – μέχρι που άκουσα το Benji του Sun Kil Moon. Δεν συγκρίνω τους δύο δίσκους, ούτε προσπαθώ να αμφισβητήσω την ιστορική αξία του δεύτερου σόλο δίσκου του Λου Ριντ – απλά προσπαθώ να τονίσω την κυριαρχία του στοιχείου της ανθρωπιάς στον καινούριο δίσκο του Μαρκ Κόζελεκ. Το Benji είναι γεμάτο από αναφορές του Κόζελεκ σε ανθρώπους που γνώρισε, σε ιστορίες που έζησε, τόσο απλές και όμως τόσο συνταρακτικές που δεν θα μπορούσε να τις έχει επινοήσει (έτσι μου αρέσει να πιστεύω, τουλάχιστον).
            Στο Benji, οι στίχοι είναι ο απόλυτος κυρίαρχος. Αυτό σημαίνει, ευτυχώς ή δυστυχώς, πως στα περισσότερα τραγούδια η μουσική περνά σε δεύτερη μοίρα, πως αποτελεί απλά το πρόσχημα για να αφηγηθεί ο Κόζελεκ τις ιστορίες του. Οι μελωδίες δεν είναι κακές, αλλά είναι απλώς τόσο καλές ώστε να μην ενοχλούν. Αυτό που δείχνει να έχει σημασία για τον δημιουργό είναι να πει αυτά που έχει να πει.
            Δεν ξέρω τι τον ώθησε σε μια τέτοια εξομολογητική διάθεση, σε μια τέτοια α λα Προυστ επανεξέταση της ζωής του και των ανθρώπων που πέρασαν από αυτή, αλλά είναι παρήγορο το ότι βρήκε το θάρρος να φέρει το όλο σχέδιο σε πέρας. Από τον δίσκο παρελαύνουν χαρακτήρες όπως η δεύτερη ξαδέρφη του η Carissa (στο εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου), μια γυναίκα που ζούσε μια κανονική ζωή αλλά πέθανε εντελώς ξαφνικά και για την οποία ο Κόζελεκ θέτει στόχο να κάνει το όνομά της γνωστό, ο πατέρας και η μητέρα του, η μεν για τη στοργή της ο δε για τα μαθήματα που του δίδαξε, η Micheline, που το μυαλό της δεν δούλευε τόσο γρήγορα, και που ο πρώτος της γκόμενος της έκλεψε όλα τα λεφτά της Πρόνοιας, ο Μπρετ που έπαθε ανεύρυσμα από τραβηγμένο νεύρο, λόγω του τρόπου που κρατούσε τις μπαρέ συγχορδίες στην κιθάρα, ο ανάπηρος Μπίλυ που έμαθε στον Κόζελεκ τον σεβασμό, οι πρώτοι του δάσκαλοι στην κιθάρα, το παιδί που ο Κόζελεκ έσπασε στο ξύλο στο σχολείο – γεγονός για το οποίο, όπως λέει, μετανιώνει και θα μετανιώνει όλη του τη ζωή -, ο αλμπίνος που κάθισε δίπλα του στο νηπιαγωγείο κι ο Κόζελεκ έβαλε τα κλάματα (μέχρι που ο πατέρας του τού έβαλε να ακούσει το “They Only Come Out At Night” του Edgar Winter), ο άνθρωπος που πρόσφερε στον Κόζελεκ το πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο, η γιαγιά του που υπέφερε στον πρώτο της γάμο αλλά όχι και στον δεύτερο και που τα παιδιά της τής στάθηκαν όταν οι γιατροί της διέγνωσαν καρκίνο, οι δίσκοι που άκουσε, οι ταινίες που είδε, τα τραγούδια που έγραψε και τόσες άλλες λεπτομέρειες. Μία ολόκληρη ζωή περνά από μπροστά μας με τον πιο λιτό, τον πιο ουσιώδη τρόπο.

            Ένας πλούσιος δίσκος.  

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Δισκοφρένεια: Auteurs - New Wave

Θέλει κότσια να ονομάζεις τον πρώτο σου δίσκο (οποιονδήποτε δίσκο, εδώ που τα λέμε, αλλά ειδικά τον πρώτο) New Wave, προσδιορίζοντας έτσι τον εαυτό σου ως το νέο κύμα της μουσικής, ειδικά σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε στην ουσία μια ξεκάθαρη κυρίαρχη τάση – το 1993, το grunge είχε αρχίσει να αργοπεθαίνει και η Britpop και το trip hop δεν είχαν πάρει ακόμα τα πάνω τους. Το ότι ο δίσκος αυτός, το ντεμπούτο των Auteurs, δεν κατάφερε να επιβάλει ως κυρίαρχο το μουσικό ιδίωμα που ευαγγελιζόταν, δεν αφαιρεί τελικά τίποτα από το μεγαλείο του και μάλλον αποδεικνύει πως η ιδιοφυία του Luke Haines δεν ήταν απλά μπροστά από την εποχή της, αλλά έξω από κάθε τάση και περίοδο. Ίσως τελικά ο Χέινς να ζούσε και δρούσε πάντα σε ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο χρειαζόταν πνευματικός μόχθος και συγκέντρωση προκειμένου να επισκεφτείς, να εκτιμήσεις και τελικά να κατοικήσεις. Ένας κόσμος μελωδιών που ήταν εύπεπτες αρκεί να τους το επέτρεπες – καθώς δεν έμοιαζαν με οτιδήποτε είχες ακούσει μέχρι τότε – και στίχων απρόβλεπτων, βρώμικων, πικρόχολων και απρόσμενα αστείων (“I want to kill your sister/ with some business advice”), στίχων από την πένα κάποιου που δεν τα έχει καλά ούτε με τον εαυτό του ούτε με όλους τους άλλους – και ευτυχώς.
       Ο Χέινς σε όλη του την καριέρα, ήδη από τον πρώτο του δίσκο, θέλει να κάνει έξυπνη ποπ, αλλά με τους δικούς τους όρους, έξυπνη ποπ όπως την καταλαβαίνει εκείνος. Δείχνει να μισεί την επικρατούσα άποψη για το τι είναι όμορφο και ευφυές και καλαίσθητο (εξ ου και η αποστροφή του για τους Μπιτλς) και θέλει να την ανατρέψει, προτείνοντας, σε αντιδιαστολή, τη δική του εκδοχή. Αυτός εδώ ο δίσκος είναι μια πρώτη -χορταστική - επαφή με την βιτριολική του πένα και τη μουσική του δεινότητα.        
         Το New Wave των Auteurs, όπως λέγανε κάποτε και τα αγγλικά μουσικά περιοδικά “failed to set the charts alight”, και σε αυτές τις μέρες μετα-χιπστεριάς που διανύουμε δεν γίνεται καν λόγος για αυτό. Κι όμως, άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου πολύ καλύτερα από άλλα βρετανικά κιθαριστικά άλμπουμ εκείνης της εποχής. Είναι το είδος του άλμπουμ που σε αναγκάζει να το επισκεφτείς ξανά και ξανά, να το ακούσεις μόνος σου (κυρίως μόνος σου) και να βαλθείς να το αναλύσεις κάθε φορά από την αρχή και να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι είναι αυτό που το κάνει τόσο σπουδαίο, έχοντας, εν τω μεταξύ εθιστεί ακόμα περισσότερο στον τόσο ιδιαίτερο, κοφτό, περιπετειώδη, σκοτεινά γκλαμ αλλά αντι-γκλαμουράτο ήχο του. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο σε χορταστική επανέκδοση από την Cherry Red. Ακούστε το και θα καταλάβετε.