Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Καθυστερημένη λύτρωση (μια ιστορία της Ρίτας #1)

Μέσα σε όλο αυτό το χάος που ζούσε, ένοιωσε ένα βράδυ την ανάγκη να μιλήσει στη Ρίτα, να της πει πόσο την είχε πεθυμήσει. Δεν είχε, όμως, το τηλέφωνό της, ούτε κάποιο άλλο στοιχείο επικοινωνίας. Η ανάγκη, όμως, φούντωνε μέσα του. Αποφάσισε, λοιπόν, να πάρει την πρώτη τυχούσα, απλά και μόνο για να πει όλα αυτά που ένοιωθε σε έναν άλλον άνθρωπο. Ο κλήρος έπεσε σε μια συνάδελφό του από τη δουλειά. Την πήρε και της τα είπε όλα: «Σε αγαπώ, μου λείπεις, σε σκέφτομαι συνέχεια». Ένοιωσε να ξαλαφρώνει, έστω κι αν δεν τα είχε πει εκεί που έπρεπε. Ακολούθησε σιγή. Τελικά, η γυναίκα μίλησε: «Μου είναι, βέβαια, ξαφνικό όλο αυτό, αλλά πρέπει να ομολογήσω πως κι εγώ νοιώθω το ίδιο. Έρχομαι από εκεί να τα πούμε». Του έκλεισε το τηλέφωνο, στέλνοντάς του ένα φιλί. Ήταν το χειρότερο μπλέξιμο της ζωής του. Απόμεινε με το τηλέφωνο στο χέρι και το στόμα ανοιχτό για κάνα πεντάλεπτο. Μα, ξαφνικά, το τηλέφωνο χτύπησε – ένας άγνωστος αριθμός. Ο φίλος μας το σήκωσε, και τότε ακούστηκε εκείνη η γνωστή, η θεία φωνή:
-Η Ρίτα είμαι.
Η λύτρωση είχε αργήσει ένα πεντάλεπτο.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ο ΜΙΜΟΠΟΤΑΜΟΣ

-Αγάπη μου, εδώ πέρα, όλοι Άγγελος Νείλος λέγονται.
            Ο Άγγελος κοίταξε αποσβολωμένος την εβδομηντάχρονη κυρία που του είχε ανοίξει την πόρτα. Έπειτα, όμως, έγειρε λίγο προς τα μπρος και είδε πως το σαλόνι του σπιτιού ήταν γεμάτο από σωσίες του. Κάποιοι ήταν ντυμένοι όπως ήταν εκείνος την δεκαετία του εβδομήντα, με το κοντογούνι του Μάρκου Μπότσαρη, και την καμπάνα και τις πλατφόρμες και τα οξυζενέ μαλλιά, κάποιοι άλλοι με το κιμονό και το δερμάτινο παντελόνι από τη δεκαετία του ογδόντα, αλλά οι πιο πολλοί είχαν προτιμήσει το λουκ του της δεκαετίας του ενενήντα, το μαύρο κοστούμι με το κόκκινο πουκάμισο και τις κόκκινες καουμπόικες μπότες. Υπέθεσε πως όλοι τους, όπως και εκείνος, είχαν συστηθεί στην οικοδέσποινα ως Άγγελος Νείλος.
            Δεν ήξερε τι να πει – ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Το βλέμμα του επέστρεψε στην γυναίκα που είχε μπροστά του. Της χαμογέλασε αμήχανα κι έπειτα πέρασε μέσα.
            Ήλπιζε πως θα τον αναγνώριζαν, πως θα έβλεπαν σε εκείνον τον άντρα που προσπαθούσαν να μιμηθούν. Τίποτα, όμως. Όσοι, τέλος πάντων, γύρισαν να τον κοιτάξουν, καθώς έμπαινε στο σαλόνι, τον αντιμετώπισαν με αδιαφορία, όπως θα έκαναν με έναν αντίζηλο που είχαν εξαρχής κρίνει ως κατώτερο και ακίνδυνο. Καθένας τους θεωρούσε εαυτόν πιο κοντινό στο αυθεντικό.
            Ο Άγγελος ένοιωθε κιόλας πως είχε βρεθεί στον πιο κωμικό εφιάλτη. Φαντάστηκε πως τους έβαζε όλους στη σειρά, από τον πιο πετυχημένο, μέχρι τον πιο άκυρο σωσία του· θα ήταν σαν μια εικονογράφηση της παρακμής του – άλλωστε κι ο ίδιος ένοιωθε πια σαν μια μπαγιάτικη εκδοχή του εαυτού του.
            Αναρωτήθηκε πού να κάτσει. Όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες. Τελικά πήγε και στάθηκε δίπλα στην παραθυρόπορτα. Από εκεί, άλλωστε, μπορούσε να τους παρατηρεί όλους. Μετά από λίγο, όμως, η κυρία που του άνοιξε την πόρτα τον πλησίασε και πάλι.
            -Για να μην στέκεσαι όρθιος, δεν πας στην κουζίνα; τον παραίνεσε. Είναι κι άλλοι από σας μαζεμένοι εκεί.
            Εκείνος, που είχε αρχίσει πια να αμφιβάλλει για τον αν είναι ο πραγματικός Άγγελος Νείλος, δέχτηκε μάλλον πρόθυμα την πρόταση της άγνωστης γυναίκας. Διέσχισε κάπως αμήχανα το σαλόνι, λες και ένοιωθε να πέφτουν πάνω βλέμματα που του έλεγαν «Είσαι ψεύτικος! Είσαι ψεύτικος!» και βγήκε στον διάδρομο, που ήταν κακοφωτισμένος και στενός.
            Τελικά, έφτασε στην κουζίνα. Αντίκρυσε και πάλι το ίδιο πλήθος, σε μια παραλλαγή του, έστω. Πέντε-έξι μίμοι του, άλλοι καθισμένοι γύρω από το τραπέζι και άλλοι στον καναπέ δίπλα στον τοίχο. Ούτε αυτοί τού έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Απλώς, ο ένας από αυτούς, που εκείνη τη στιγμή μιλούσε στους υπόλοιπους, έκανε μια μικρή παύση, δωρίζοντας μεν προς την κατεύθυνση του νεοφερμένου, αλλά χωρίς να τον κοιτάξει κατάματα και με ιδιαίτερη προσοχή, κι έπειτα ξανάρχισε να μιλά.
            -Επαναλαμβάνω: θα έπρεπε να έχει έρθει, είπε. Ο Κοσμάς ήταν ο καλύτερος μίμος του, ήταν ο πιο ταλαντούχος από όλους μας. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω από το να μιμείται απλώς τον Άγγελο Νείλο. Κι εκείνος τι έκανε; Δεν έστειλε καν ένα στεφάνι. Τόσα λεφτά έχει, διάολε.
            «Εσύ πού το ξέρεις;» σκέφτηκε από μέσα του ο νεοφερμένος, αλλά δεν εξέφρασε την αμφισβήτησή του. Αποφάσισε, ωστόσο, να πει κάτι άλλο.
            -Μπορεί να έχει έρθει, και απλά να μην ξεχωρίζει από εμάς τους υπόλοιπους.
            Ο άλλος, ένας σωματώδης πενηντάρης, ντυμένος Άγγελος Νείλος της δεκαετίας του 1990, αλλά με μωβ πουκάμισο γύρισε και κοίταξε τον νεοφερμένο με ένα εντελώς απαξιωτικό βλέμμα. Έκανε έναν μορφασμό και μετά είπε:
            -Ο πραγματικός Άγγελος θα ξεχώριζε. Ο Άγγελος Νείλος πάντα ξεχωρίζει.
            Έπεσε σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα, σιωπή την οποία έλυσε και πάλι ο σωματώδης μίμος. Κοιτάζοντας τον νεοφερμένο, έκανε την ερώτηση:
            -Συγγενής;
            Ο Άγγελος έριξε μια ματιά στα ρούχα που είχε φορέσει για να έρθει ως εκεί: ένα ξεβαμμένο αλλά καλοσιδερωμένο τζιν, ένα πολυφορεμένο αλλά ακόμα καθαρό λευκό πουκάμισο κι ένα δερμάτινο ημίπαλτο. Τα παπούτσια του ήταν γεροντίστικα, ανατομικά και φτιαγμένα από δερματίνη. Του ήρθε προς στιγμή να δώσει την απάντηση «Όχι, αποτυχημένος μίμος», αλλά τελικά είπε:
            -Ναι.
            Το πρόσωπο του σωματώδους μίμου ανέλαμψε.
            -Α, τότε θα ξέρεις πόσο καλός μουσικός ήταν στην πραγματικότητα ο Κοσμάς.
            Έδειχνε να είναι κάποιου είδους αυθεντία όχι μόνο πάνω στον ίδιο τον Άγγελο αλλά και στον γνωστότερο των μίμων του. Ο Άγγελος, από την πλευρά του, δεν ήξερε τίποτα παραπάνω σχετικά με τον Κοσμά Κοσμόπουλο, πέρα από το ότι είχε αποκτήσει μια κάποια αναγνωρισιμότητα σαν μίμος. Ο Άγγελος είχε πάει και τον είχε δει κάποτε σε ένα αναψυκτήριο, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν ο ίδιος είχε αποφασίσει να αποσυρθεί από το σινάφι και παρόλο που από μια πλευρά είχε απηυδήσει, από την άλλη είχε αναγνωρίσει στον εαυτό του πως ο Κοσμόπουλος τον μιμούνταν καλύτερα από ό,τι μπορούσε πια ο ίδιος να μιμηθεί τον εαυτό του. Τώρα, είχε βρεθεί στην κηδεία του Κοσμόπουλου, μετά από μια παράκληση που είχε εκφράσει η αδελφή του νεκρού – μάλλον η εβδομηντάρα που υποδεχόταν τους καλεσμένους – μέσω τηλεόρασης.
            Το ερώτημα παρέμενε εκκρεμές. Ο Άγγελος αποφάσισε να απαντήσει με ένα ακόμα ψέμα:
            -Δεν είχαμε και τόσο κοντινή σχέση.
            -Α, έκανε κάπως απογοητευμένος ο άλλος. Έπειτα στράφηκε προς τους άλλους μίμους.
            -Έτσι, που λέτε. Μουσικάρα ο μακαρίτης. Έγραφε πολύ ωραία τραγούδια. Θα μπορούσε να κάνει τόσα πολλά, αλλά επέλεξε να ζήσει μια ζωή… μια ζωή όπου δεν έκανε τίποτα από το να διαφημίζει…
            -Να εξυμνεί, πετάχτηκε να τον διορθώσει ένας άλλος από τους μίμους, ντυμένος Νείλος του εβδομήντα.
            -Να εξυμνεί αυτόν τον άνθρωπο –συνέχισε ο σωματώδης μίμος –που άλλαξε τις ζωές όλων μας, που άλλαξε το ελληνικό ροκ όπως το ξέρουμε. Κι ο κύριος Άγγελος Νείλος τι έκανε; Δεν έστειλε καν ένα στεφάνι. 
            Ο Άγγελος είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από όλες αυτές τις καταγγελίες. Αλλά έπρεπε να μείνει εκεί. Τον είχαν ιντριγκάρει τα λόγια του σωσία του περί της μουσικής ικανότητας του συχωρεμένου. Ήθελε να μάθει περισσότερα. Ήταν χρέος του να μάθει περισσότερα.
            Ήταν έτοιμος να γυρέψει περισσότερες πληροφορίες από τον άγνωστο άντρα, όταν από το σαλόνι ακούστηκε ο ήχος του πιάνου. Κάποιος έπαιζε ένα τραγούδι που όλοι τους γνώριζαν πολύ καλά, ο ίδιος ο Άγγελος γιατί το είχε γράψει, οι μίμοι του γιατί το τραγούδαγαν όπου, τέλος πάντων, τους δινόταν η ευκαιρία: το «Κάτι πρέπει να συμβεί».
            Σαν πουλιά που είχαν δεχτεί το κάλεσμα να μεταναστεύσουν προς ένα πιο θερμό κλίμα, οι μίμοι του Άγγελου που ήταν συγκεντρωμένοι στην κουζίνα σηκώθηκαν όλοι μεμιάς όρθιοι και έσπευσαν στο σαλόνι. Ο πραγματικός Άγγελος ξαφνιάστηκε προς στιγμή από αυτή τη μαζική αντίδραση, αλλά τελικά σηκώθηκε και αυτός και τους ακολούθησε.
            Φτάνοντας στο σαλόνι, άκουσε μια ολόκληρη χορωδία από Αγγέλους Νείλους να τραγουδάνε το τραγούδι. Πήγε να βάλει τα κλάματα. Δεν ήταν μόνο αυτή η αγάπη που έδειχναν να του έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, το πώς πάσχιζαν να μιμηθούν όχι μόνο το στυλ του αλλά και την ίδια του τη φωνή. Ήταν όλα αυτά που του θύμιζε το τραγούδι καθεαυτό, ο τρόπος που του ήρθε ο πρώτος στίχος – που ήταν συνάμα και ο τίτλος –, η  μοναξιά και η αδράνεια που τον κατέπνιγαν την εποχή που το εμπνεύστηκε, η πίστη του πως, παρόλα αυτά, μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο –έστω μόνο τον δικό του. Η υπενθύμιση πως το είχε όντως καταφέρει αυτό το τελευταίο – μέχρις ενός σημείου, τουλάχιστον. Έδειχνε να πηγαίνει καλά, τα πρώτα χρόνια, από το 1976, όταν και βγήκε το πρώτο του τραγούδι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Μετά μπήκαν στη μέση πολλά. Ντραγκς, δισκογραφικές, γυναίκες, λυκοφιλίες, η ίδια του η έπαρση. Προσπάθησε να επανεφεύρει την περσόνα του, αλλά δεν ένοιωθε πια την ίδια ικανοποίηση. Μέχρι που σιχάθηκε τα πάντα, και, κυρίως, τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν ανάγκη να τα παρατήσει, όμως; Ήταν ανάγκη να επιστρέψει στο τίποτα;
            Παράλληλα με τη νοσταλγία για τα παλιά του κατορθώματα, τον έπιασε και μια νοσταλγία για τον νεκρό, τον νεκρό που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Τι είδους άνθρωπος να ήταν άραγε, όταν δεν το έπαιζε Άγγελος Νείλος; Γιατί δεν είχε δοκιμάσει να κάνει κάτι δικό του;
            Έψαξε με το βλέμμα του τον σωματώδη άντρα που είχε αναφερθεί νωρίτερα στο ταλέντο του Κοσμά Κοσμόπουλου. Πώς θα μπορούσε, όμως, να τον εντοπίσει σε αυτό το πλήθος από αλληλομιμούμενους;
            Τελικά, τον βρήκε, να στέκεται λίγα μέτρα πιο πέρα, πίσω από την υπόλοιπη χορωδία. Παραμερίζοντας τους παρεμβαλλόμενους, ο Άγγελος έφτασε κοντά του και τον άγγιξε στον ώμο.
            -Θέλω να σου μιλήσω, του είπε, προσπαθώντας να ακουστεί πάνω από τις φωνές των υπολοίπων.
            -Άσε με, τραγουδάω τώρα, έκανε ο μίμος.
            -Θέλω να μου πεις για τα τραγούδια του Κοσμά. 
            -Τα ποια; Έγραφε ο Κοσμάς τραγούδια;
            Ο Άγγελος τον κοίταξε καλύτερα και είδε πως δεν ήταν αυτός που έψαχνε. Ξαναβάλθηκε να ψάχνει. Μετά από ακόμα δύο αποτυχημένες προσπάθειες, εντόπισε τελικά τον άνθρωπο με τον οποίο είχε μιλήσει νωρίτερα, χάρη στο μωβ πουκάμισό του. Τον πλησίασε και του εξήγησε τι τον ήθελε.
            Ο άγνωστος τον κοίταξε καχύποπτα.
            -Θέλω απλά να μάθω καλύτερα τον ξάδερφό μου, είπε ο Άγγελος, συνεχίζοντας το ψέμα του.
            Ο άλλος έδειξε να πείθεται. Με ένα συνωμοτικό βλέμμα στο τροφαντό πρόσωπό του, έκανε νόημα στον Άγγελο να τον ακολουθήσει.
            Ξαναπέρασαν στον μισοφωτισμένο διάδρομο, αλλά δεν πήγαν στην κουζίνα. Ο σωματώδης άντρας άνοιξε μια κλειστή πόρτα και μπήκε σε ένα από τα υπνοδωμάτια του σπιτιού. Ένευσε στον Άγγελο να μπει κι αυτός μέσα.
            Ο Άγγελος δεν ήξερε πώς να νοιώσει. Σαν θεό που μπαίνει στο ναό του; Σαν περίεργος που παραβιάζει ένα άβατο; Σαν ξοφλημένος που δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει;
            Ο ένας τοίχος του δωματίου – που ήταν προφανώς ο χώρος όπου κοιμόταν ο Κοσμάς Κοσμόπουλος – ήταν καλυμμένος με αφίσες και φωτογραφίες του Άγγελου Νείλου, από όλες τις φάσεις της καριέρας του. Ένας άλλος τοίχος κοσμούνταν από τρεις φωτογραφίες του Κοσμά Κοσμόπουλου, από τις οποίες στις δύο τραγουδούσε μπροστά σε κοινό ως Άγγελος Νείλος και στην άλλη, πολύ νέος ακόμα, ως ο εαυτός του. Ώστε έτσι ήταν ο πραγματικός Κοσμάς Κοσμόπουλος, σκέφτηκε ο Άγγελος. Έδειχνε εμφανίσιμος και καλοσυνάτος, ευαίσθητος σαν πραγματικός καλλιτέχνης. Κοίταξε και αλλού στο δωμάτιο και είδε μια γωνία όπου ήταν μαζεμένες έξι κιθάρες και ένα συνθεσάιζερ. Γύρισε και αλλού το βλέμμα του και είδε τον άγνωστο συνεργό του να έχει ανοίξει το συρτάρι του κομό και να ανακατεύει, προφανώς ψάχνοντας για κάτι.
Τελικά, ο μίμος έβγαλε στο φως ένα δισκάκι σαρανταπέντε στροφών, και το έφερε στον Άγγελο.
-Κράτα το, του είπε και ξαναπήγε στο κομό. Άνοιξε ένα άλλο συρτάρι και έβγαλε ένα από τα παλιά, μικρά, φορητά πικ-απ. Το ακούμπησε στο κρεβάτι και ζήτησε με ένα νεύμα το δισκάκι από τον άλλο. Ο Άγγελος του το έδωσε, ο μίμος το έβαλε στο πικ απ και τότε ακούστηκε η πιο καλή, η πιο εντυπωσιακή κιθάρα που είχε ακούσει ποτέ σε ελληνικό δίσκο ο έμπειρος Άγγελος Νείλος. Μα δεν ήταν μόνο ο ήχος της κιθάρας· ήταν η αρμονία του τραγουδιού, η έντονη συγκίνηση που σου προκαλούσε, το πώς σε συνέπαιρνε και συνάμα σε μελαγχολούσε, το πόσο μοντέρνο, το πόσο διαχρονικό ήταν, παρόλο που είχε γραφτεί το 1975 (ο Άγγελος είχε προλάβει να δει την ετικέτα).
Γιατί κάποιος να περάσει τη ζωή του μιμούμενος κάποιον άλλον; Είναι η λατρεία για αυτόν τον άλλον; Είναι απλώς ένας εύκολος τρόπος να βγάλεις λεφτά; Ή είναι ένας τρόπος να παίζεις μπροστά σε κοινό χωρίς, ωστόσο, να εκθέτεις τον πραγματικό εαυτό σου;
Δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλάνε στα μάτια του πραγματικού Άγγελου Νείλου. Αυτό το τραγούδι άξιζε πολλά, άξιζε πολύ περισσότερα από το να βρίσκεται ξεχασμένο σε αυτό και καναδυό άλλα σπίτια της Αθήνας.
Και ξαφνικά, πριν το τραγούδι προλάβει να φτάσει στην προβλεπόμενη ως συγκλονιστική από κάποιον που ήξερε μουσική κορύφωσή του, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και μπήκε μέσα φουριόζα η εβδομηντάχρονη οικοδέσποινα.
-Τι κάνετε εσείς εδώ; Δεν σας είπα να μην μπείτε στο δωμάτιο του Κοσμά;
Ο μίμος έκανε να απολογηθεί.
-Ήθελα να δείξω στον ξάδερφό σας…
-Ποιον ξάδερφο, έκανε η γυναίκα. Κι αυτός μίμος είναι.
-Εμένα μου είπε…
Γυρίζοντας προς τον Άγγελο, η γυναίκα είπε με θυμωμένο ύφος:
-Δεν ξέρω τι απατεωνιές σκαρώνεις, αλλά αν δε φύγεις από το σπίτι μου, θα φωνάξω την αστυνομία.
Ο Άγγελος προσπάθησε να την ηρεμήσει.
-Ακούστε με, σας παρακαλώ. Το όνομά μου είναι όντως Άγγελος Νείλος. Είμαι ο πραγματικός, δεν είμαι μίμος. Ήρθα εδώ επειδή εσείς το ζητήσατε.
-Πέρασε έξω! Πέρασε έξω! ούρλιαξε η γυναίκα.
-Θέλω να ηχογραφήσω το τραγούδι του αδερφού σας. 
Η κυρία δεν άντεξε άλλο. Άρπαξε τον άνθρωπο που της είχε συστηθεί ως Άγγελος από το μπράτσο και προσπάθησε να τον τραβήξει, με όση δύναμη της επέτρεπαν τα εβδομήντα της χρόνια, έξω. Ο Άγγελος μπορούσε κάλλιστα να αντισταθεί, αλλά κατάλαβε πως κάτι τέτοιο ήταν μάταιο. Βγήκε από το δωμάτιο, διέσχισε τον διάδρομο και έπειτα το σαλόνι, όπου το πάρτι συνεχιζόταν, με τους μίμους να τραγουδάνε τώρα ένα άλλο τραγούδι του. Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε έξω.
Ενώ περίμενε το ασανσέρ, άκουσε τη γυναίκα να ουρλιάζει στους μίμους πως το πάρτι είχε τελειώσει και πως έπρεπε να την αφήσουν πια ήσυχη. Ο Άγγελος δεν ήξερε αν έπρεπε να κλάψει ή να βάλει τα γέλια. Τελικά δεν έκανε τίποτα. Απλά κατέβηκε από τις σκάλες και βγήκε από την πολυκατοικία.
Καθώς περπατούσε προς το αυτοκίνητό του, άκουσε μια φωνή κάμποσα μέτρα πίσω του.
-Αυτός φταίει, πιάστε τον!   
Γύρισε και είδε το πλήθος από τους μίμους του να τον κοιτάνε εξαγριωμένοι κι έπειτα να αρχίζουν να τρέχουν ξοπίσω του, μια ορδή από μίμους, ένας μιμοπόταμος, έτοιμοι να τον κατασπαράξουν για τη χαλάστρα που τους είχε κάνει.
Ενώ άρχισε να τρέχει, ο Άγγελος σκέφτηκε πως αν έβγαινε ζωντανός, όλο αυτό θα ήταν ωραία ιστορία για να τη διηγηθεί σε κάποιο τραγούδι του δίσκου που είχε αποφασίσει να βγάλει, του πρώτου μετά από δεκαπέντε χρόνια. Θα ήταν, βέβαια, πολύ ταιριαστό αυτό το τραγούδι να βρίσκεται αμέσως πριν ή αμέσως μετά από εκείνο του Κοσμά Κοσμόπουλου, του πιο σπουδαίου μίμου.

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ

Χλωμή σαν την Πυθία
Πίσω στην Κόλαση
Ο τελευταίος μου εαυτός
Πορεύσου εν πιπίνι
Μικρά όνειρα μεγάλων ανθρώπων
Απελπιστικά ευτυχισμένος
Η νερόβραστη εποχή μας
Ο ουτοπιστής
Περί πικρίας
Νεκροταφείο μολυβιών
Μουσικές του χιονιού
Kiss me, I feel stupid
Επιστρέφω επικινδύνως
Δάκρυα στο κέρινο ομοίωμα του Έλβις
Εύκολα εύκολη
Ο άνθρωπος που ξεθώριασε
Μια κάποια μαυρίλα
Η χρησιμότητα του έρωτα
Η κυρία με το μουστάκι
Γεννημένη στα ερείπια
Ένας κάποιος αποχαιρετισμός
Κόκκινος θόρυβος

Ο υπανθρωπιστής

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Απόσπασμα από την ελληνική ασφυξία ΙΙ

Κι όμως, απέκτησε κάτι σαν συγκρότηση. Δεν βγήκε αλώβητη, αλλά δεν βγήκε και κομματιασμένη. Δεν το καταλάβαινε, αλλά ό,τι κέρδισε στη ζωή της, το κέρδισε χάρη στην πρώτη της οικογένεια, όχι χάρη στη δεύτερη. Η επιμονή της, η επιμέλειά της, η σύνεσή της· αυτά ήταν ναοί που τα θεμέλιά τους είχαν μπει προτού συμπληρώσει τα εννιά και που η σχέση με τον Παντελή και με τον Πέτρο –κυρίως με αυτούς– απλώς δεν τους διέβρωσε. Έπειτα, όταν έφυγε από το σπίτι των Αγριπιώτηδων, ζούσε με την κληρονομιά του πραγματικού της πατέρα, κληρονομιά χρηματική αλλά και πνευματική. Στις σπουδές της τήρησε την ίδια πειθαρχία που εκείνος της είχε μάθει. Στη δουλειά, την ίδια θέληση για πρωτιά. Και στις σχέσεις της με τους άντρες την ίδια επιφύλαξη. 

ΕΤΕΡΟΝΗΜΙΣΥΤΕΛΕΙΑΚΟΜ

Ήταν μια βροχερή μέρα του Οκτώβρη, όταν η Τζόντι Φράνκενχαϊμερ, πρόσφατα χωρισμένη και όχι και στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, είχε επιτέλους την επιφοίτηση που περίμενε εδώ και καιρό. Χρόνια τώρα, προσπαθούσε να σχεδιάσει το τέλειο, το πλέον ακαταμάχητο παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, αλλά μέχρι εκείνη την ημέρα, οι απόπειρές της δεν είχαν οδηγήσει πουθενά. Τώρα, όμως… ναι, τώρα είχε συλλάβει κάτι πολύ απλό, που μπορούσε, όμως, χάρη σε αυτήν ακριβώς την απλότητά του, να κάνει θραύση. Η ιδέα είχε ως εξής: υπήρχαν παιχνίδια για υπολογιστές όπου έπαιζες τον κλέφτη αυτοκινήτων, τον κομάντο, τον αρχαιολόγο, τον ντετέκτιβ, τον συγγραφέα που απλά αγωνίζεται να τελειώσει το δεύτερό του μυθιστόρημα, τη νοικοκυρά που παλεύει να τα βγάλει πέρα με τα παιδιά και την καθαριότητα του σπιτιού, την αγρότισσα που πασχίζει να τα φέρει βόλτα με τα ζώα και τα σπαρτά, και τόσα, τόσα άλλα· γιατί, λοιπόν, να μην υπάρχει και ένα παιχνίδι όπου να παίζεις τη ζευγαρωμένη; Γιατί να μην υπάρχει ένα διαδικτυακό παιχνίδι όπου να παίζεις την κοπέλα κάποιου, την κοπέλα κάποιου που δεν υπάρχει;
            Και όχι μόνο την κοπέλα κάποιου· να μπορείς επίσης να παίζεις τον εραστή μιας κοπέλας, ή την ερωμένη μιας κοπέλας ή τον εραστή ενός άντρα και ούτω καθεξής. Η ιδέα της φάνηκε τόσο απλή, που η Τζόντι απόρησε που ήταν η πρώτη που την είχε σκεφτεί. Γιατί, όμως, κάποιον-α που δεν υπάρχει; Γιατί θα μπορούσες να τον-ην ελέγξεις χωρίς να σε ελέγχει κι εκείνος-η. Γιατί θα μπορούσες να του-ης αφιερωθείς μόνο όταν θα ήθελες εσύ κι όχι όταν θα σου ζητούνταν. Γιατί θα μπορούσες να τον-ην κρατήσεις έξω από τον κόσμο σου, χωρίς να νοιώθεις αποκλεισμένη από τον δικό του-ης. Γιατί θα ήταν απλώς ένα παιχνίδι – ένα παιχνίδι που, όπως όλα τα καλά παιχνίδια, θα σε προετοίμαζε για την πραγματικότητα.
            Θα έπρεπε, όμως, να υπάρχουν κάποιοι κανόνες. Δεν θα μπορούσες να παραμελήσεις τον σύντροφό σου. Δεν θα μπορούσες να έχεις υπερβολικές απαιτήσεις. Δεν θα έπρεπε να ξεχνάς τα εικονικά του έστω γενέθλια. Αν σου μιλούσε για ένα πρόβλημά του, θα έπρεπε να τον ακούσεις και να τον νουθετήσεις. Δεν θα έπρεπε να περάσουν πάνω από εφτά μέρες χωρίς να «μιλήσετε». Από την άλλη, θα μπορούσες να τον διαμορφώσεις όπως θα ήθελες. Να τον συμβουλεύσεις να ντύνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, καλύτερα από ό,τι ντυνόταν όταν γνωριστήκατε. Να πάτε για ψώνια και να του διαλέξεις εσύ τα ρούχα του. Να τον μάθεις να διαβάζει τα βιβλία που αγαπάς. Να μιλάτε για τις αναμνήσεις σου και για τα προβλήματά σου. Να τον μάθεις να μην φλερτάρει με άλλες γυναίκες.
            Πάνω από όλα, θα έπρεπε να κρατάς τη σχέση ζωντανή – παθιάρικη και ενδιαφέρουσα.
            Η Τζόντι το σκέφτηκε λίγο παραπάνω και συνειδητοποίησε πως, παρόλο που αναλογιζόταν τις διάφορες παραμέτρους του ανέτοιμου ακόμα παιχνιδιού από την οπτική μιας γυναίκας, το παιχνίδι ίσως να είχε μεγαλύτερη επιτυχία στους άντρες χρήστες, καθώς, από τη μία πλευρά αυτοί είναι που ενδιαφέρονται περισσότερο για ηλεκτρονικά παιχνίδια και από την άλλη, οι άντρες έχουν γίνει στις μέρες μας τόσο διστακτικοί με το να προσεγγίσουν μια γυναίκα, που μάλλον θα προτιμήσουν την ασφάλεια μιας σχέσης εικονικής πραγματικότητας. (Το ότι το παιχνίδι της θα εκμεταλλευόταν τη γενικευμένη μοναχικότητα, οποιουδήποτε φύλου, δεν πέρασε καν από το μυαλό της Τζόντι).
            Σε λίγες μόνο ώρες, είχε γράψει ένα αρκετά εκτενές τρίτμεντ του παιχνιδιού. Ήταν αποφασισμένη να το παρουσιάσει την επόμενη κιόλας μέρα στη δουλειά της. Η ποιότητα της ιδέας την είχε γεμίσει με έναν ενθουσιασμό που δεν είχε νοιώσει εδώ και καιρό, αφού όλες οι τελευταίες της προτάσεις είτε δεν είχαν οδηγήσει πουθενά είτε δεν είχαν αποφέρει ικανοποιητικά κέρδη.
            Αγχώθηκε, βέβαια, όταν, την επόμενη μέρα, της είπαν πως το μίτινγκ των σχεδιαστών θα το παρακολουθούσε και ο ιδιοκτήτης της πολυεθνικής. Πήγε στην αίθουσα συνεδριάσεων μαγκωμένη, χωρίς πλέον σιγουριά για την καινούρια της ιδέα. Όσο οι συνάδελφοί της παρουσίαζαν τις ιδέες και τις παρατηρήσεις τους, το βλέμμα της Τζόντι δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τον μεγάλο, που είχε αποφασίσει να κάτσει σε μια γωνιά του δωματίου και να παίρνει σημειώσεις χωρίς να σχολιάζει. Όταν ήρθε η σειρά της να μιλήσει, το έκανε κομπιασμένα, χωρίς αυτοπεποίθηση. Οι συνάδελφοί της βρήκαν την ιδέα της γελοία, το ίδιο και ο προϊστάμενός της. Ο τελευταίος βάλθηκε να την ειρωνεύεται, αλλά σύντομα τον διέκοψε ο ιδιοκτήτης της πολυεθνικής. Η ιδέα του είχε φανεί όχι απλά καλή, όχι απλά ενδιαφέρουσα, αλλά εξαιρετική. Έδωσε οδηγίες να την προχωρήσουν αμέσως.
            Κάπως έτσι έγινε διάσημη και πλούσια η Τζόντι Φράνκενχαϊμερ.

*

Κάπως έτσι φτώχυνε η Παυλίνα Δερβενιώτου. Στην αρχή δεν της είχε καλαρέσει η ιδέα ενός εικονικού γκόμενου. Της φαινόταν βλακώδης, αποτρόπαια, οργουελικά εφιαλτική. Έπαιξε για πλάκα το παιχνίδι στο σπίτι μιας ξαδέρφης της και το βρήκε άσχημο («άσκημο», όπως της άρεσε να λέει). Κι όμως, όταν ξαναείδε μια διαφήμιση για αυτό στο ίντερνετ, κάτι την τράβηξε να πατήσει κλικ. Ίσως να έφταιγε η πλήξη της, ίσως να έφταιγε το ότι πρόσφατα την είχε απορρίψει κάποιος για τον οποίον είχε μεγάλες προσδοκίες, ίσως να έφταιγε το πόσο ωραία στημένη ήταν η ίδια η διαφήμιση. Πάτησε λοιπόν, και πέρασε στο σάιτ του παιχνιδιού. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε να κατεβάζει το πρόγραμμα. Ένα 3D βίντεο τής εξήγησε τους κανόνες του παιχνιδιού, κάτι που για την Παυλίνα ήταν περιττό. Διέκοψε το βίντεο και ξεκίνησε να παίζει. Έψαξε να βρει – μισοσυνειδητά –μισοασυνείδητα – κάποιον που να μοιάζει στον τύπο που της είχε ρίξει τη χυλόπιτα πριν από λίγο καιρό. Βρίσκοντας τελικά το κατάλληλο άβαταρ και δίνοντάς του το όνομα Κώστας (όπως ήταν το όνομα του λεγάμενου), έβαλε μπρος τη διαδικασία. Ήταν μέρος των κανόνων να επιλέξει αν θα την προσέγγιζε πρώτα εκείνος ή αν θα έκανε εκείνη το πρώτο βήμα.
            Η Παυλίνα επέλεξε το πρώτο πλησίασμα να γίνει από εκείνον, τον εικονικό τύπο που είχε προγραμματιστεί από το παιχνίδι. Θα βρίσκονταν, λέει, σε ένα μπαρ, όπου εκείνη θα είχε πάει με τις «φίλες» της. (Οι φίλες της θα ήταν επίσης εικονικές, αλλά στην ουσία δεν θα εμφανίζονταν στην οθόνη, ούτε θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εξέλιξη της γνωριμίας – προς το παρόν). Η Παυλίνα και ο εικονικός Κώστας βάλθηκαν να μιλάνε. Η Παυλίνα νόμιζε πως το πράγμα πήγαινε καλά, πως έκανε όσα πρέπει προκειμένου να του δείξει πως ενδιαφέρεται, αλλά το φλερτ έληξε άδοξα, με τον εικονικό γκόμενο να προφασίζεται άκομψα κάποια φτηνή δικαιολογία και να απομακρύνεται. Η Παυλίνα δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην οθόνη της ένα μήνυμα, το οποίο έλεγε:
«Η πρώτη σου προσπάθεια απέτυχε. Θες να δεις τι πήγε στραβά;»
Η Παυλίνα σαφώς και ήθελε να μάθει. Έκανε κλικ στην επιλογή ΟΚ και στην οθόνη της εμφανίστηκε ένα άλλο τρισδιάστατο βίντεο, που έδειχνε τον εικονικό Κώστα να μιλά στο κινητό με έναν φίλο του – έστω, στα αγγλικά. Ανάμεσα στα άλλα, είπε:
«Χτες γνώρισα μια πολύ ωραία κοπέλα. Πήγα και της μίλησα, της έκανα κομπλιμέντα, της χαμογέλασα, αλλά εκείνη δεν έδειχνε δεκτική. Μάλλον δεν της άρεσα. Τι να πω; Συμβαίνουν αυτά.»
Ακολούθησε μια μάλλον περιττή επεξήγηση από το ίδιο το παιχνίδι:
«Ο Κώστας θεώρησε πως δεν του έστειλες τα κατάλληλα μηνύματα, ώστε να σου ζητήσει ραντεβού.»
Και μετά, το δόλωμα:
«Θες να προσπαθήσεις ξανά, με κάποιον άλλον;»
Από εγωισμό, η Παυλίνα κλίκαρε ναι. Ξανάρχισε η ίδια διαδικασία, η επιλογή του κατάλληλου υποψηφίου, η ονοματοδοσία, η επιλογή της πλευράς που θα κάνει το πρώτο βήμα. Σε όλα αυτά, η Παυλίνα διάλεξε τα ίδια με την προηγούμενη φορά. Τα πήγε καλύτερα στη δεύτερη απόπειρα. Δείχτηκε πιο ζεστή, πιο δεκτική, πιο ευπροσήγορη. Ο δεύτερος (ο τρίτος, στην ουσία) Κώστας της ζήτησε τελικά ραντεβού. Το ηθικό της Παυλίνας αναπτερώθηκε. Μάλιστα, ένοιωσε κάτι σαν ταχυπαλμία, το είδος της αναστάτωσης που θα ένοιωθε και μπροστά στο ενδεχόμενο ενός πραγματικού πρώτου ραντεβού. Το παιχνίδι την βοήθησε να διαλέξει το εικονικό της φόρεμα για την εικονική συνάντηση με τον εικονικό άντρα. Η Παυλίνα ευχήθηκε να μπορούσε να διαλέξει εκτός από το δικό της ρούχο και τα ρούχα που θα φορούσε εκείνος, αλλά καταλάβαινε πως το πράγμα δεν πήγαινε έτσι. Ο εικονικός άντρας θα εμφανιζόταν στο ραντεβού με ρούχα που θα είχε επιλέξει τυχαία για αυτόν το ίδιο το παιχνίδι, και η Παυλίνα θα καλούνταν να αντιδράσει ανάλογα με το ντύσιμο αυτό.
Ευτυχώς, ο εικονικός Κώστας ήρθε ντυμένος αξιοπρεπώς, αλλά με έναν τρόπο που δεν φανέρωνε ούτε ιδιαίτερη φροντίδα ούτε φαντασία. Τα ρούχα του ήταν καλά αλλά προβλέψιμα. Αυτό δυσαρέστησε κάπως την Παυλίνα και την έκανε να θέλει να μείνει μαζί του αρκετά, ώστε να μπορέσει κάποτε να του αλλάξει το γούστο. Ωστόσο, το υπόλοιπο ραντεβού πήγε μια χαρά. Μετά το δείπνο και το ποτό, την πήγε στο εικονικό της σπίτι. Την ευχαρίστησε για το όμορφο βράδυ που του είχε χαρίσει – η Παυλίνα ανταπέδωσε – και έπειτα έσκυψε να την φιλήσει. Το παιχνίδι έδινε τέσσερις επιλογές στην Παυλίνα: να αποφύγει τελείως το φιλί, να του προσφέρει για φίλημα το μάγουλό της, να τον αφήσει να την φιλήσει μεν στα χείλη αλλά πεταχτά ή να φιληθεί κανονικά μαζί του. Μετά από πολλή σκέψη, επέλεξε το τρίτο. Μοιράστηκαν ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, φευγαλέο φιλί, που, όμως ευχαρίστησε και τους δύο (έτσι της είπε το παιχνίδι).
Αυτή η εξέλιξη γέμισε ενθουσιασμό την Παυλίνα. Δεν μπορούσε, όμως, να μείνει κι άλλο μπροστά στην οθόνη. Βέβαια, αν δεν είχε κάποιες υποχρεώσεις στον πραγματικό κόσμο, θα συνέχιζε να παίζει. Τώρα, όμως, έπρεπε να ξεκολλήσει. Έκλεισε, λοιπόν, τον υπολογιστή, αλλά δεν ξέχασε την αναστάτωση που της είχε προκαλέσει στο ξεκίνημά του και στην κορύφωσή του αυτό το πρώτο, εικονικό ραντεβού.
Οι δουλειές των επόμενων ημερών την κράτησαν μακριά από το παιχνίδι. Αλλά, ακόμα κι έτσι, το σαράκι συνέχιζε να την τρώει. Άλλωστε, στο βάθος του μυαλού της υπήρχε πάντοτε η γνώση πως, αν δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τον εικονικό γκόμενο, παίζοντας στο παιχνίδι, η διαδικασία θα τέλειωνε άδοξα για ακόμα μια φορά. Τέσσερις μέρες, λοιπόν, αφότου είχε κάνει το πρώτο βήμα, επέστρεψε στον ψηφιακό εκείνο κόσμο, για να στείλει ένα μήνυμα στον πιξελωτό Κώστα: είμαι εδώ, μην με ξεχάσεις.
Κι ο πιξελωτός Κώστας χάρηκε. Έτσι της είπε το παιχνίδι. Κι αυτό έκανε και την Παυλίνα να χαρεί. Και την έκανε να θέλει να παίξει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Η σχέση πήγαινε καλά. Η Παυλίνα προσπαθούσε πολύ για αυτό. Τον έφερε στα νερά της. Τον έμαθε να ντύνεται όπως της άρεσε, αλλά τον άφηνε και να βλέπει μπάλα. Τον έπεισε να πάνε θέατρο, αλλά τον άφηνε να βγαίνει και με τους φίλους του. Τα Χριστούγεννα πήγανε στους δικούς της, αλλά την Πρωτοχρονιά στους δικούς του. Δεν του έκανε σκηνές ζηλοτυπίας, εκτός από μια φορά, που μια εικονική γκόμενα του την έπεσε – εικονικά. Κι όσο περισσότερο τον διαμόρφωνε με τον τρόπο που ήθελε, όσο περισσότερο το παιχνίδι την πληροφορούσε πως ο πιξελωτός Κώστας της είχε αφοσιωθεί, τόσο η Παυλίνα βυθιζόταν σε αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, ξεχνώντας τον πραγματικό.
Και οι φίλες της δεν την ενδιέφεραν, η εμφάνισή της δεν την ένοιαζε, οι πραγματικοί γκόμενοι δεν την πλησίαζαν. Αλλά είχε τον Κώστα.



*

Ώσπου χάλασε ο υπολογιστής. Η φρίκη! Η οδύνη! Τι θα έκανε τώρα, χωρίς ίντερνετ, χωρίς τη δυνατότητα να τρυφερεύεται και να τρυφεριάζεται με τον επινοημένο καλό της;
Η μόνη πιθανή λύση ήταν, βέβαια, να πάει να της το φτιάξουν. Αλλά πόσο καιρό θα έπαιρνε κάτι τέτοιο; Δεν θα έπαιρνε την απουσία της σαν αδιαφορία ο Κώστας; Δεν θα την παρατούσε; Ηρέμησε, ηρέμησε, υπάρχουν και τα ίντερνετ καφέ. Θα έχουν, όμως, το παιχνίδι; Κι αν δεν το έχουν;
Έπρεπε, λοιπόν, να βρει κάποιον τεχνικό που να έρχεται σπίτι σου και να φτιάχνει το κομπιούτερ αυθημερόν. Έψαξε με το κινητό της στο ίντερνετ και βρήκε διάφορους. Επέλεξε, για προφανείς λόγους, κάποιον που τον λέγανε κι αυτόν Κώστα. Τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να έρθει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Ο Κώστας – ο τέταρτος συνολικά και δεύτερος πραγματικός – ήρθε  μετά από τρία τέταρτα – αυτό ήταν το «όσο το δυνατόν γρηγορότερα», με βάση το φορτωμένο πρόγραμμά του. Η Παυλίνα τού άνοιξε την πόρτα, μην περιμένοντας να αντικρύσει κάποιον τόσο συμπαθητικό. Χάρηκε και σάστισε ταυτόχρονα. Τον άφησε να περάσει και τον οδήγησε στο δωμάτιό της, όπου κειτόταν ο ασθενής κομπιούτορας. Ο Κώστας τής ζήτησε καφέ κι έπειτα στρώθηκε στη δουλειά.
-Είναι γεμάτος ιούς, της ανακοίνωσε, όταν η Παυλίνα του έφερε την κούπα με το ζεστό ρόφημα.
-Α, ναι; έκανε εκείνη.
-Ναι. Μήπως παίζετε κάποιο παιχνίδι στο ίντερνετ;
Ντράπηκε να του πει ποιο. Τελικά, μουρμούρισε ένα ναι, κι εκείνος έδειξε κατανόηση.
-Μάλλον αυτό φταίει. Θα κάνουμε ένα φορμάτ και θα εγκαταστήσουμε ένα καλό antivirus.
-Θα πάρει ώρα;
-Όχι πολλή.
Της χαμογέλασε.
-Μην ανησυχείς, της είπε, καταλύοντας τον πληθυντικό που είχαν χρησιμοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το χαμόγελό του της φάνηκε ανακουφιστικό.
Όση ώρα γινόταν το φορμάτ, οι δυο τους βάλθηκαν να μιλάνε. Ο καινούριος Κώστας τής φαινόταν πολύ συμπαθητικός, αλλά δεν έμπαινε σε άλλες σκέψεις. Πώς του φαινόταν εκείνη, ούτε που της περνούσε από το μυαλό.
Τελικά ο υπολογιστής ξαναβρήκε την υγειά του. Ο τέταρτος Κώστας έφυγε και η Παυλίνα επέστρεψε στον τρίτο. Είχε περάσει μόνο λίγη ώρα, όταν ο εικονικός γκόμενος της πρότεινε μια εικονική συγκατοίκηση.
Η Παυλίνα δεν ήξερε τι να πει. Μήπως ήταν πολύ βιαστικό;
Βρισκόταν μετέωρη ανάμεσα στο ναι και στο όχι που είχε εμφανιστεί στην οθόνη της, όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό της. Το σήκωσε και άκουσε στην άλλη άκρη της γραμμής τον τεχνικό.
-Κοίτα, δεν το συνηθίζω αυτό, της είπε τελικά, αλλά μήπως θα ήθελες κάποια μέρα να πάμε για έναν καφέ;  
Ήταν τόσο απλό τελικά. Οι φίλες της τής λέγανε πως το παιχνίδι με τον ψηφιακό γκόμενο τής έκανε κακό, αλλά αν δεν υπήρχε αυτό ίσως ποτέ να μην γνώριζε το καλύτερο παιδί που είχε συναντήσει στη ζωή της.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΥΞΙΑ, ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Το κείμενο που διάβασα το Σάββατο, στον Πολυχώρο του Σύριζα στο Μοσχάτο:

Με απασχολεί συχνά το εξής ερώτημα: «γιατί χρειαζόμαστε το μυθιστόρημα;» Υπάρχει, φυσικά, μια προφανής απάντηση στο ερώτημα αυτό. Από την οπτική εκείνων που γράφουν, η χρησιμότητα του μυθιστορήματος ως φόρμας έγκειται στο ότι τους επιτρέπει να αναπτύξουν με μεγαλύτερη – με τη μέγιστη – άνεση τις ιδέες και τα θέματα που τους απασχολούν, να συμπεριλάβουν στις σελίδες του όσο το δυνατόν περισσότερες προσωπικές εμπειρίες, όσο το δυνατόν περισσότερες ιστορίες που συνέβησαν στους ίδιους και σε ανθρώπους που γνώρισαν κ.ό.κ. Από την οπτική εκείνων που διαβάζουν, το μυθιστόρημα προσφέρει ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, στο οποίο μπορούν να περιπλανηθούν, νοερά έστω, και, μάλιστα σε βάθος χρόνου. Αυτή είναι, όπως είπα, μια προφανής απάντηση. Αρκεί, όμως, μόνο αυτό; Πιστεύω πως όχι. Ένα καλογραμμένο, στιβαρό μυθιστόρημα – εκτός, ίσως, από εκείνα του μέγιστου Ντοστογιέφσκι, που είναι εκτός από διαχρονικά και, στην ουσία, άχρονα – πρέπει, χρόνια αφότου έχει γραφτεί, να δίνει μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα της εποχής στην οποία γράφτηκε και στην οποία αναφέρεται. Θα πρέπει να δίνει μια επαρκή άποψη για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε, πώς αντιλαμβάνονταν τη ζωή, ποια ερωτήματα και αγωνίες τους κατέτρωγαν. Ας πάρουμε την Ελλάδα των τελευταίων τεσσάρων χρόνων. Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ζωής στην Ελλάδα της κρίσης, πέραν της ανεργίας, των κατακερματισμένων σχέσεων και της γενικευμένης μοναξιάς; Αυτό το πνίξιμο. Ή τουλάχιστον έτσι το βίωσα εγώ. Την άνοιξη του 2012, βίωνα μια τριπλή ασφυξία. Τον πανικό που προσπαθούσαν να μας μεταδώσουν πάση θυσία τα ΜΜΕ, την ασφυξία του να δουλεύω σε μια δουλειά που μισούσα αλλά την οποία έπρεπε να κρατήσω προκειμένου να συντηρηθώ οικονομικά και το άγχος που μου δημιουργούσε το ότι δεν είχα κατορθώσει να πετύχω αυτά που ήθελα όσον αφορούσε τη λογοτεχνία. Στο άκουσμα ενός τραγουδιού του Michael Ηutchence, ο οποίος είχε πεθάνει από ερωτική αυτοασφυξία, συνέλαβα την ιδέα της Ελληνικής Ασφυξίας. Ο κεντρικός ήρωας θα βίωνε και αυτός ένα τριπλό πνίξιμο: Το πρώτο πνίξιμο θα ήταν η σεξουαλική του νεύρωση – η επιθυμία του δηλαδή να ελέγχουν οι γυναίκες με τις οποίες συνευρίσκεται την αναπνοή του. Το δεύτερο πνίξιμο θα αφορούσε τις προσωπικές του σχέσεις, την αδυναμία του να πει αυτά που θέλει σε αυτούς που αγαπά αλλά και σε αυτούς που τον καταπιέζουν. Και το τρίτο θα είναι το γενικότερο πνίξιμο, αυτό που βιώνει η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας, των συνεχιζόμενων μέτρων αλλά έντονης καταστροφολογίας. Η ηδονή, ωστόσο, που αντλεί ο ήρωας από το σεξουαλικό πνίξιμο, ίσως να είναι μια μικρογραφία/αλληγορία της ηδονής που αντλεί η ελληνική κοινωνία από το γενικότερο πνίξιμο. Προφανώς και αντλεί ηδονή – αλλιώς θα αντιδρούσε· δεν ξέρω, φυσικά, με ποιον τρόπο και προς ποίον σκοπό.
            Το βιβλίο γράφτηκε εν θερμώ, το καλοκαίρι του 2012, αφότου είχα πια χάσει τη δουλειά που τόσο μισούσα. Προσπάθησα συνειδητά να φτιάξω ένα πυκνογραμμένο μυθιστόρημα, πολυφωνικό και πολυεπίπεδο. Από έναν συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο απορρίφθηκε ως υπερβολικά επίκαιρο – ο υπεύθυνος, μάλιστα του εν λόγω οίκου σχολίασε πως δεν θα έπρεπε να έχω αναφερθεί στην άνοδο του εθνικισμού και του ρατσισμού, αλλά και πως το βιβλίο θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει ως έχει αλλά μόνο μετά από είκοσι χρόνια, ως ένα σχόλιο σε μια καταστροφή που παρήλθε. Είναι παράξενο το πώς με αφορμή οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό φαινόμενο, οι εκδοτικοί οίκοι σπεύδουν να βγάλουν βιβλία που να αναφέρονται σε αυτό, αλλά όσον αφορά την κρίση θεωρούν πως είναι ακόμα νωρίς.

Μετά από αυτό το κείμενο, έθεσα στον εαυτό μου, στο ακροατήριο αλλά και στους συνομιλητές μου (την Μαρώ Τριανταφύλλου, τον Κώστα Ποντικόπουλο και τον Πέτρο Κακολύρη) τα εξής ερωτήματα:
           
-Σε μια χώρα που σκοτώνει – με βεβιασμένες αλλά ύπουλες κινήσεις – τον πολιτισμό της, σε μια χώρα όπου η τέχνη θεωρείται πολυτέλεια και η αισθητική κουτοπονηριά, ποιοι είναι οι λόγοι που ωθούν κάποιον να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία;
-Σε μια χώρα όπου επικρατεί η λογοτεχνία του εξυπνακίστικου και του ροζ, θεωρούμενη, μάλιστα, υψηλή τέχνη, ποιος ο λόγος για ένα συγγραφέα να συνθέσει ένα έργο που να έχει πραγματικά κάτι να πει για την εποχή στην οποία ζει;
-Είναι η κρίση πρόσφορη για καλλιτεχνική δημιουργία; Είναι η κρίση δόκιμο θέμα για ένα λογοτεχνικό έργο, και, μάλιστα, για ένα λογοτεχνικό έργο που θα γραφτεί ακριβώς την εποχή κατά την οποία εξαπλώνεται η κρίση αυτή;

-Μπορούμε να μιλάμε για μια γενιά της κρίσης; Μπορούμε να μιλάμε για μια νέα γενιά λογοτεχνών, άσχετα από την κρίση; 

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

O Γιάννης Αντάμης για την Ασφυξία

Το κείμενο που εκφώνησε ο συγγραφέας και κριτικός Γιάννης Αντάμης στην παρουσίαση του βιβλίου στον Βόλο   

Καλησπέρα σας. Είμαι ο Γιάννης Αντάμης, συγγραφέας του Κατά του δαίμονα εαυτού (έτσι συστήνομαι – όσα βιβλία και να γράψω, πάντα θα αναφέρω το πρώτο) και είμαι εδώ για να παρουσιάσω το βιβλίο του Ηλία Νίσαρη, Ελληνική Ασφυξία. Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο του ανθρώπου που κάθεται δίπλα μου και, αν και πρωτόλεια δουλειά και παρά το ενοχλητικά νεαρό της ηλικίας του, θα σας έλεγα εν πρώτοις πως είναι ένα πολύ σοβαρό, πολύ στιβαρό και πολύ συγκροτημένο μυθιστόρημα. Το θέμα του μυθιστορήματος αυτού είναι η κρίση. Το θέμα σας είναι προφανέστατα σαφές, κοινό και γνώριμο. Ωστόσο, η μυθοποιητική διάσταση της περιβάλλουσας πραγματικότητας, μόνο εύκολο πράμα δεν είναι. Η δράση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται ανάμεσα στον Απρίλιο του 2010, οπότε και ο τότε πρωθυπουργός ανακοινώνει από το Καστελόριζο την είσοδο της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης και ανοίγει έτσι κατά κάποιον τρόπο το καπάκι της κόλασης – το καπάκι, όμως, μόνο, γιατί η κόλαση προφανώς και προϋπήρχε – και τελειώνει τον Φεβρουάριο του 2011. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με την περίπτωση αυτή, την ευτυχή ή δυστυχή – δεν θα το κρίνουμε εμείς –, όπου όλοι μας, συγγραφέας, ήρωες και αναγνώστες, συμπίπτουμε στον ίδιο κρίσιμο χρόνο. Ο χρόνος, ως μονάδα μέτρησης μιας υπαρκτής πλέον κρίσιμης περιόδου, όπου η λέξη κρίση κλίνεται διαρκώς σε όλες τις φωνές, τις κραυγές και τους ψιθύρους, μάλλον παραείναι κρίσιμος. Οι ήρωες του μυθιστορήματος αυτού είναι σε πρώτη ανάγνωση τρία αδέρφια: ο Πέτρος, ο Στέλιος και η Νίνα Αγριπιώτη. Αλλά αφού η δράση του ξεκινάει και τελειώνει στον τρόπο που αυτοί αντιλαμβάνονται, βιώνουν και αντιδρούνε στην κρίση και τα παρελκόμενά της, καταλαβαίνουμε βέβαια πως στην πραγματικότητα, στην πολύ θλιβερή πραγματικότητα, οι ήρωες είμαστε όλοι εμείς. Ή μήπως όχι; Μήπως τελικά η κρίση είναι σαν τη μύγα της γνωστής παροιμίας και ισχύει το «όποιος έχει την κρίση κρίνεται»; Γιατί αυτό που μπορεί να καταλάβει ακόμα και ο πιο σφυρίζων αδιάφορα αναγνώστης-θεατύς αυτής της ιστορίας είναι ότι ο τρόπος που την υφιστάμεθα, ο βαθμός ισχύος με τον οποίο φέρουμε ως ήρωες όλοι μας το πάθος που αυτή παράγει, έχει να κάνει με το πόσο υπό κρίση και κριτική υπήρξε ήδη στην προ ανοίγματος του καπακιού της κολάσεως η ζωή μας. Ο ευρηματικός τίτλος του βιβλίου και της αφίσας της εκδήλωσης – η οποία κακώς και δεν έγινε, κατά τη γνώμη μου, εξώφυλλο του βιβλίου – να συμβολοποιήσει όλη αυτή την ιστορία, προβάλλοντας το ερωτικό μυστικό ενός από τους τρεις ήρωές του, ο οποίος – και μην το δοκιμάσετε όταν γυρίσετε σπίτι – τη βρίσκει με το να τον πνίγουνε ή πιο ευγενικά με το να του ελέγχουνε μεθοδικά την αναπνοή, ένα βίτσιο γνωστό και ως asphyxiophilia ή scarfing (για όσους θέλουν να το ψάξουν μετά στο ίντερνετ). Το σύμβολο αυτό, από τη στιγμή που ο όρος ασφυξία βρίσκεται εδώ και μια πενταετία τουλάχιστον καθημερινά στο λεξιλόγιό μας – ασφυξία της αγοράς, ασφυξιογόνα χημικά, αντιασφυξιογόνες μάσκες, ασφυκτικές πιέσεις των δανειστών και τα λοιπά (μέχρι και ο Kill Bill David Carradine, από σύμβολο κι αυτός της προ ανοίγματος του καπακιού εποχής, από μια τέτοια ερωτική ασφυξία πήγε) – αναρωτιέμαι τελικά, μήπως ο ήρωας-σύμβολο του βιβλίου χρησιμοποιεί την τεχνική-σύμβολο της αφήγησης για να μας πει κάτι; Μήπως τελικά υπάρχει κάτι νοσηρά ηδονιστικό μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση της ασφυξίας; Η γραφή του Ηλία ασφυκτική δεν είναι, αλλά είναι ασθμαίνουσα. Τα εκφραστικά του μέσα είναι αυτά ακριβώς που μόλις σήμερα έμαθα πως κατοχύρωσα προσωπικά ως κριτικός, μέσω της στήλης μου στο Doctv, όπου έγραψα, για κάποιον άλλον συγγραφέα, τον Δημήτρη τον Γκιούλο, ότι ανήκει στην υπό διαμόρφωση λογοτεχνική γενιά της κρίσης, και φωτογράφισα ως χαρακτηριστικά αυτής τον πηγαίο αυτοσαρκασμό, τις αναπάντεχες αναφορές, την κινηματογραφική δομή – η οποία ξεχειλίζει στο βιβλίο του Ηλία – και τη διαρκή υπονόμευση της πλοκής. Μιας γενιάς που μετά από χρόνια, κατά τη γνώμη μου, οι θεωρητικοί θα την αναφέρουνε – και πάω στοίχημα για αυτό – επισημαίνοντας τον Ηλία ως σημαντικό εκπρόσωπό της.