Κι όμως, απέκτησε κάτι σαν συγκρότηση. Δεν βγήκε
αλώβητη, αλλά δεν βγήκε και κομματιασμένη. Δεν το καταλάβαινε, αλλά ό,τι
κέρδισε στη ζωή της, το κέρδισε χάρη στην πρώτη της οικογένεια, όχι χάρη στη
δεύτερη. Η επιμονή της, η επιμέλειά της, η σύνεσή της· αυτά ήταν ναοί που τα
θεμέλιά τους είχαν μπει προτού συμπληρώσει τα εννιά και που η σχέση με τον
Παντελή και με τον Πέτρο –κυρίως με αυτούς– απλώς δεν τους διέβρωσε. Έπειτα,
όταν έφυγε από το σπίτι των Αγριπιώτηδων, ζούσε με την κληρονομιά του
πραγματικού της πατέρα, κληρονομιά χρηματική αλλά και πνευματική. Στις σπουδές
της τήρησε την ίδια πειθαρχία που εκείνος της είχε μάθει. Στη δουλειά, την ίδια
θέληση για πρωτιά. Και στις σχέσεις της με τους άντρες την ίδια επιφύλαξη.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις των Συναδέλφων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις των Συναδέλφων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013
Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΥΞΙΑ, ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Το κείμενο που διάβασα το Σάββατο, στον Πολυχώρο
του Σύριζα στο Μοσχάτο:
Με απασχολεί συχνά το εξής ερώτημα: «γιατί χρειαζόμαστε
το μυθιστόρημα;» Υπάρχει, φυσικά, μια προφανής απάντηση στο ερώτημα αυτό. Από την
οπτική εκείνων που γράφουν, η χρησιμότητα του μυθιστορήματος ως φόρμας έγκειται
στο ότι τους επιτρέπει να αναπτύξουν με μεγαλύτερη – με τη μέγιστη – άνεση τις ιδέες
και τα θέματα που τους απασχολούν, να συμπεριλάβουν στις σελίδες του όσο το
δυνατόν περισσότερες προσωπικές εμπειρίες, όσο το δυνατόν περισσότερες ιστορίες
που συνέβησαν στους ίδιους και σε ανθρώπους που γνώρισαν κ.ό.κ. Από την οπτική
εκείνων που διαβάζουν, το μυθιστόρημα προσφέρει ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, στο
οποίο μπορούν να περιπλανηθούν, νοερά έστω, και, μάλιστα σε βάθος χρόνου. Αυτή
είναι, όπως είπα, μια προφανής απάντηση. Αρκεί, όμως, μόνο αυτό; Πιστεύω πως
όχι. Ένα καλογραμμένο, στιβαρό μυθιστόρημα – εκτός, ίσως, από εκείνα του μέγιστου
Ντοστογιέφσκι, που είναι εκτός από διαχρονικά και, στην ουσία, άχρονα – πρέπει,
χρόνια αφότου έχει γραφτεί, να δίνει μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα
της εποχής στην οποία γράφτηκε και στην οποία αναφέρεται. Θα πρέπει να δίνει
μια επαρκή άποψη για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε, πώς αντιλαμβάνονταν τη ζωή,
ποια ερωτήματα και αγωνίες τους κατέτρωγαν. Ας πάρουμε την Ελλάδα των
τελευταίων τεσσάρων χρόνων. Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ζωής στην
Ελλάδα της κρίσης, πέραν της ανεργίας, των κατακερματισμένων σχέσεων και της γενικευμένης
μοναξιάς; Αυτό το πνίξιμο. Ή τουλάχιστον έτσι το βίωσα εγώ. Την άνοιξη του 2012,
βίωνα μια τριπλή ασφυξία. Τον πανικό που προσπαθούσαν να μας μεταδώσουν πάση
θυσία τα ΜΜΕ, την ασφυξία του να δουλεύω σε μια δουλειά που μισούσα αλλά την οποία
έπρεπε να κρατήσω προκειμένου να συντηρηθώ οικονομικά και το άγχος που μου δημιουργούσε
το ότι δεν είχα κατορθώσει να πετύχω αυτά που ήθελα όσον αφορούσε τη λογοτεχνία.
Στο άκουσμα ενός τραγουδιού του Michael Ηutchence, ο οποίος είχε πεθάνει από ερωτική αυτοασφυξία, συνέλαβα την ιδέα της Ελληνικής
Ασφυξίας. Ο κεντρικός ήρωας θα βίωνε και αυτός ένα τριπλό πνίξιμο: Το πρώτο
πνίξιμο θα ήταν η σεξουαλική του νεύρωση – η επιθυμία του δηλαδή να ελέγχουν οι
γυναίκες με τις οποίες συνευρίσκεται την αναπνοή του. Το δεύτερο πνίξιμο θα
αφορούσε τις προσωπικές του σχέσεις, την αδυναμία του να πει αυτά που θέλει σε αυτούς
που αγαπά αλλά και σε αυτούς που τον καταπιέζουν. Και το τρίτο θα είναι το γενικότερο
πνίξιμο, αυτό που βιώνει η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, εξαιτίας της οικονομικής
δυσπραγίας, των συνεχιζόμενων μέτρων αλλά έντονης καταστροφολογίας. Η ηδονή,
ωστόσο, που αντλεί ο ήρωας από το σεξουαλικό πνίξιμο, ίσως να είναι μια μικρογραφία/αλληγορία
της ηδονής που αντλεί η ελληνική κοινωνία από το γενικότερο πνίξιμο. Προφανώς
και αντλεί ηδονή – αλλιώς θα αντιδρούσε· δεν ξέρω, φυσικά, με ποιον τρόπο και προς
ποίον σκοπό.
Το
βιβλίο γράφτηκε εν θερμώ, το καλοκαίρι του 2012, αφότου είχα πια χάσει τη
δουλειά που τόσο μισούσα. Προσπάθησα συνειδητά να φτιάξω ένα πυκνογραμμένο μυθιστόρημα,
πολυφωνικό και πολυεπίπεδο. Από έναν συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο απορρίφθηκε ως
υπερβολικά επίκαιρο – ο υπεύθυνος, μάλιστα του εν λόγω οίκου σχολίασε πως δεν
θα έπρεπε να έχω αναφερθεί στην άνοδο του εθνικισμού και του ρατσισμού, αλλά
και πως το βιβλίο θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει ως έχει αλλά μόνο μετά από
είκοσι χρόνια, ως ένα σχόλιο σε μια καταστροφή που παρήλθε. Είναι παράξενο το
πώς με αφορμή οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό φαινόμενο, οι εκδοτικοί οίκοι σπεύδουν
να βγάλουν βιβλία που να αναφέρονται σε αυτό, αλλά όσον αφορά την κρίση θεωρούν
πως είναι ακόμα νωρίς.
Μετά από αυτό το κείμενο, έθεσα στον εαυτό μου,
στο ακροατήριο αλλά και στους συνομιλητές μου (την Μαρώ Τριανταφύλλου, τον
Κώστα Ποντικόπουλο και τον Πέτρο Κακολύρη) τα εξής ερωτήματα:
-Σε μια χώρα που σκοτώνει – με βεβιασμένες αλλά
ύπουλες κινήσεις – τον πολιτισμό της, σε μια χώρα όπου η τέχνη θεωρείται
πολυτέλεια και η αισθητική κουτοπονηριά, ποιοι είναι οι λόγοι που ωθούν κάποιον
να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία;
-Σε μια χώρα όπου επικρατεί η λογοτεχνία του
εξυπνακίστικου και του ροζ, θεωρούμενη, μάλιστα, υψηλή τέχνη, ποιος ο λόγος για
ένα συγγραφέα να συνθέσει ένα έργο που να έχει πραγματικά κάτι να πει για την εποχή
στην οποία ζει;
-Είναι η κρίση πρόσφορη για καλλιτεχνική δημιουργία;
Είναι η κρίση δόκιμο θέμα για ένα λογοτεχνικό έργο, και, μάλιστα, για ένα λογοτεχνικό
έργο που θα γραφτεί ακριβώς την εποχή κατά την οποία εξαπλώνεται η κρίση αυτή;
-Μπορούμε να μιλάμε για μια γενιά της κρίσης; Μπορούμε
να μιλάμε για μια νέα γενιά λογοτεχνών, άσχετα από την κρίση;
Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013
Παρουσίαση Ελληνικής Ασφυξίας
Σας προσκαλούμε στο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων, την Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013, στις εφτά το απόγευμα, στην παρουσίαση του βιβλίου «Ελληνική Ασφυξία» του Ηλία Νίσαρη. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο επιμελητής Παναγιώτης Σουλτάνης και ο συγγραφέας.
Εκδόσεις των Συναδέλφων, Ερεσσού 35, Εξάρχεια
«Ο πατέρας μου κι η μητέρα μου ήταν οι καλύτεροι
άνθρωποι που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου, και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι
χειρότεροι γονείς». Ο Παντελής έφερνε συχνά στο μυαλό του αυτή τη φράση από το
μοναδικό ώς τότε βιβλίο του μικρότερου γιου του, ξέροντας πως, παρόλο που αναφερόταν
σε δύο φανταστικούς χαρακτήρες –τον Μάκη και την Κοραλία Παπασταύρου-, είχε στην
πραγματικότητα γραφτεί για εκείνον και τη γυναίκα του. Είχε διαβάσει ξανά και
ξανά το μυθιστόρημα, που τιτλοφορούνταν Το
Μαμόθρεφτο (αν και ο Παντελής γνώριζε πως ο τίτλος εργασίας ήταν Εξομολογήσεις ενός μπουχέσα), επιχειρώντας
να βρει κάποιο λογικό έρεισμα στα παράπονα –τις
καταγγελίες– του γιου του, προσπαθώντας να καταλάβει τι τον είχε οδηγήσει
να γράψει ένα τόσο πικρόχολο, κυνικό, αηδιαστικό εν τέλει κείμενο, που
παρουσίαζε τους γονείς σαν δυο κτήνη που δεν είχαν την παραμικρή αναστολή να
καταστρέψουν τη ζωή του παιδιού τους. Τελικά, ύστερα από αλλεπάλληλες
αναγνώσεις, είχε αποφασίσει να ξεμπερδεύει με το κωλοβιβλίο και είχε κρύψει το
αντίτυπό του –αντίτυπο που το είχε αγοράσει από μόνος του, καθώς, είτε από
τύψεις είτε από αδιαφορία, ο γιος του δεν του είχε στείλει ένα από τα τεμάχια
που του είχε προμηθεύσει δωρεάν ο εκδοτικός του οίκος– στην αποθήκη του σπιτιού
του κοντά στα Γιάννενα, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια, μη θέλοντας να το
αντικρύζει, αλλά μην έχοντας και το θάρρος να καταστρέψει κάτι που ο γιος του,
ο Στελάκης του, είχε μοχθήσει τόσο για να δημιουργήσει.»
Κυριακή 9 Ιουνίου 2013
Παρασκευή 10 Μαΐου 2013
Ελληνική Ασφυξία - Απόσπασμα Ι
Ο Στέλιος το σκέφτηκε ξανά και βρήκε γελοία,
ακόμα και ανώριμη, αυτήν του την εμμονή με τα bildungsroman, με
την ίδια την λέξη και με ό,τι αυτή συνεπάγεται. Άλλωστε, ό,τι μπορούσε να
προσφέρει στο είδος, το είχε ήδη προσφέρει με το Μαμόθρεφτο. Σε αντίθεση προς την επικρατούσα αντίληψη, το Μαμόθρεφτο δεν αφορούσε τον ίδιο. Αφορούσε
τον αδερφό του. Όσο γι’ αυτό που περιγραφόταν στο βιβλίο, δεν ήταν το μίσος για
τους γονείς. Ήταν ο απογαλακτισμός, η διαμόρφωση μιας προσωπικότητας στιβαρής,
η ενηλικίωση. Και ήταν ο Πέτρος που το είχε καταφέρει αυτό, ο Πέτρος που είχε
κατορθώσει να γίνει άντρας, ο Πέτρος που μπορούσε πια να στέκεται στα πόδια του.
Αυτός είχε σπάσει το κέλυφος, είχε σμιλεύσει τον πραγματικό του εαυτό. Ο
Στέλιος παρέμενε ακόμα κλεισμένος μέσα στον κύβο από μάρμαρο· συνέχιζε να είναι
το παιδάκι που ήταν πάντα, γι’ αυτό και δεν θα τολμούσε ποτέ να κάνει τον εαυτό
του ήρωα ενός τόσο αισιόδοξου μυθιστορήματος. Άλλωστε, για κάποιον με τόσο βαρύ
σύνδρομο καταδίωξης, συνιστούσε αυτοκτονικό άλμα να γράψει ένα βιβλίο όπου να
εκθέτει τόσο απροκάλυπτα τον εαυτό του, τις ήττες και τις αδυναμίες του. Όχι, ο
Ζαχαρίας Παπασταύρου ήταν στην πραγματικότητα ο αδερφός του.
Ελληνική Ασφυξία, σελ. 78
Ετικέτες
αποσπάσματα,
Εκδόσεις των Συναδέλφων,
Ελληνική Ασφυξία,
Ηλίας Νίσαρης,
νεοελληνική λογοτεχνία στο διαδίκτυο
Πέμπτη 2 Μαΐου 2013
Ελληνική Ασφυξία
H "Eλληνική Ασφυξία" είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ηλία Νίσαρη. Γράφτηκε το καλοκαίρι του 2012 και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2013 από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Μυθιστόρημα πολυφωνικό και πολυεπίπεδο, η "Ελληνική Ασφυξία'' εκτυλίσσεται από τον Απρίλιο του 2010, όταν και ανακοινώθηκε η είσοδος της Ελλάδας στον Μηχανισμό Στήριξης μέχρι τα τέλη του Φλεβάρη του 2011. Η δράση του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από τις ζωές των τριών παιδιών του εβδομηντάχρονου Παντελή Αγριπιώτη, του Πέτρου, της Νίνας και του Στέλιου και το πώς καθένα από αυτά βιώνει την πολιτική, οικονομική και ηθική κρίση. Το μυθιστόρημα επιχειρεί να συλλάβει όλη αυτήν την παραφροσύνη των τελευταίων ετών, το άγχος, την κατάθλιψη, την άνοδο του ρατσισμού και του εθνικισμού, όλο αυτό αποπνικτικό αίσθημα που μας δημιούργησε η ύφεση.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

