Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ # 3

Την εποχή που ο Τζορτζ Μπούκερ πρότεινε στην Τζέιν Κόζακ να της γράψει τα τραγούδια για τον πρώτο της δίσκο, εκείνη τραγουδούσε σε ένα μπαρ της κακιάς ώρας, ξεχασμένη από όλους – παραγωγούς, μουσικούς, ατζέντηδες, θαυμαστές. Λέγεται πως δέχτηκε την πρότασή του με μισή καρδιά, παρόλο που δεν είχε καμιά ελπίδα να της προσφέρει οποιοσδήποτε άλλος κάτι παρόμοιο. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε με έξοδα του Μπούκερ, κι αυτό η Κόζακ το δέχτηκε με μια κάποια δυσπιστία, αλλά και με την υπόσχεση από την πλευρά της πως θα του επέστρεφε αυτό το «δάνειο» και με το παραπάνω. Ο δίσκος, με τίτλο The Wolf Within, υπήρξε ανέλπιστη επιτυχία. Όλοι το απέδιδαν στα ίδια τα τραγούδια, όχι στη φωνή της Τζέιν, που δεν ήταν ακριβώς η καλύτερη στην πιάτσα. Ωστόσο, όσες προτάσεις κι αν έγιναν στον Μπούκερ να γράψει τραγούδια και σε άλλους, εκείνος τις απέρριψε, μένοντας πιστός στο όραμα που είχε για την Τζέιν Κόζακ. Έγινε, μάλιστα, ο αρχιμουσικός της touring band της και την ακολούθησε στις περιοδείες της, πρώτα σε όλες τις ΗΠΑ και μετά στον υπόλοιπο κόσμο.
Οι περιοδείες πήγαν καλά. Ήρθε ο καιρός για τον επόμενο δίσκο. Είχαν μαζευτεί κάμποσα τραγούδια στο σημειωματάριο και στο τετρακάναλο του Τζορτζ Μπούκερ. Τα έδειξε στη μούσα του, με έναν κάποιο δισταγμό, αλλά εκείνη φάνηκε να τα εκτιμά δεόντως. Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν κάπως βιαστικά και ο δεύτερος δίσκος βγήκε γρήγορα στα δισκοπωλεία. Ο δίσκος σημείωσε επιτυχία ανέλπιστη, τερατώδη. Εν μία νυκτί, η Τζέιν Κόζακ μετετράπη από απλή σταρ σε ένα μεγαθήριο. Την ήθελαν όλες οι δισκογραφικές, όλα τα έντυπα, όλοι οι σκηνοθέτες. Την ήθελαν επίσης – για ερωμένη τους - όλοι οι φραγκάτοι της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες. Η Τζέιν Κόζακ υπέκυψε σε όλους αυτούς τους πειρασμούς κι άφησε πίσω της τον φτωχό Τζορτζ Μπούκερ. Έζησε ζωή χαρισάμενη, ενώ εκείνος καιγόταν από τον έρωτά της.

Όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο της, η Τζέιν δεν μπήκε καν στον κόπο να πάρει τηλέφωνο τον Τζορτζ. Εκείνος, όμως, προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί της. Όταν εκείνη του είπε πως δεν θα χρειαζόταν τις υπηρεσίες του, αυτός της είπε απλώς την αλήθεια: «μα όλα αυτά τα έκανα για σένα». Η Τζέιν το είχε καταλάβει από καιρό, μα τώρα πια ήταν «αλλού». Οι δρόμοι τους χωρίσανε. Εκείνος επέστρεψε στα τζαζ κλαμπ από όπου είχε ξεκινήσει, παίζοντας για λίγους μεν, αλλά που καταλαβαίνανε τον πόνο του, εκείνη προσπάθησε να γίνει κάτι παραπάνω από ροκ τραγουδίστρια – προσπάθησε να γίνει ποπ είδωλο. Δεν της βγήκε. Ο τρίτος της δίσκος πήγε άπατος, το ίδιο και ο τέταρτος. Ξεχάστηκε γρήγορα, και από εταιρείες και από ατζέντηδες και από πλούσιους μνηστήρες. Γύρισε ξανά στα μικρά μπαρ της κακιάς ώρας, από τα οποία – σκεφτόταν – δεν έπρεπε να έχει φύγει ποτέ. Κάποιο ξημέρωμα, ξενυχτισμένη και πιωμένη, αφηγήθηκε την ιστορία της σ’ έναν τυχαίο πελάτη, κι εκείνος της είπε το προφανές: «γιατί δεν ζητάς τη βοήθειά του Τζορτζ Μπούκερ;» Η συμβουλή αυτή της φάνηκε παράλογη, αλλά τελικά την ακολούθησε. Πήγε και τον βρήκε κι αυτός τη δέχτηκε από την αρχή, προσφέροντάς της τα τραγούδια που της είχε έτοιμα από καιρό. Το ότι δεν της ζήτησε τίποτα σαν αντάλλαγμα, ενώ θα μπορούσε να της ζητήσει τα πάντα, εκείνη το είδε σαν την πιο καίρια κίνηση αποπλάνησης. Τίποτα δεν θα μπορούσε να την έχει γοητεύσει περισσότερο. Κι όμως, δεν τόλμησε ποτέ να του το πει.  

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ # 2

Όταν χώρισαν οι δρόμοι τους, οι άνθρωποι που κάποτε απάρτιζαν τους Future Foes δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώσουν το όνομα που οι ίδιοι είχαν επιλέξει για την μπάντα τους: μελλοντικοί ΕΧΘΡΟΙ. Οι τέσσερίς τους χωρίστηκαν σε τρία στρατόπεδα: τους «νικητές» Dale Arnold (κιθάρα και τραγούδι) και Ivan Simic (ντραμς), που σχημάτισαν καινούρια μπάντα, τους Lady Noise, τον Gabriel Jonas, που αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ αντί για πληκτράς και τον μπασίστα και τραγουδιστή Andy Stone, που αποφάσισε να βγάλει ένα σόλο δίσκο υπό το ψευδώνυμο The Selfish Fish. Ο δίσκος δεν ήταν κακός – ήταν άθλιος. Ήταν σαν να τον είχε γράψει ένα παιδί πέντε χρονών που έχει μεν ταλέντο στη μουσική, αλλά δεν έχει ακούσει ποτέ του ούτε μισό τραγούδι. Καθώς δεν θύμιζε σε τίποτα ούτε το παλιό του συγκρότημα ούτε οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε εκείνον τον καιρό, το άλμπουμ πήγε άπατο. Εν τω μεταξύ οι Lady Noise έπαιρναν σιγά-σιγά τα πάνω τους. Βλέποντας την κυκλοφορία του Selfish Fish σαν μια κατάντια από την πλευρά του παλιού τους συνεργάτης, που τους ήταν ήδη αντιπαθής, αποφάσισαν να τον γελοιοποιήσουν όσο περισσότερο γινόταν. Κυκλοφορώντας το σινγκλ τους “I Knew Him When He Was Normal”, γύρευαν να τον κάνουν ρεντίκολο, υπονοώντας, μέσα από τους στίχους, πως ο παλιός συνεργάτης είχε πια τρελαθεί. Το τραγούδι έκανε έναν κάποιο θόρυβο, αλλά γρήγορα ξεχάστηκε – το ίδιο και οι δημιουργοί του. Τελικά, και οι τέσσερις πρώην Future Foes επέστρεψαν στην αφάνεια από την οποία είχαν ξεκινήσει. Οι Arnold  και Simic έγιναν σεσιονάδες, ο Jonas σκηνοθέτης δελτίων ειδήσεων και ο Stone αποσύρθηκε από τα εγκόσμια σε ένα ράντσο που κληρονόμησε από κάποιον μακρινό του θείο. Τους είχε πια καλύψει όλους ένα πέπλο λήθης, όταν ένας πολυπράγμων ραδιοφωνικός παραγωγός και μπλόγκερ ανακάλυψε μια κόπια του σινγκλ “I Knew Him When He Was Normal” («Τον ήξερα τότε που ήταν φυσιολογικός») και, χωρίς να ξέρει την ιστορία πίσω από το τραγούδι, το έπαιξε στην εκπομπή του, διερωτώμενος τι θα μπορούσε να έχει αποτελέσει την αφορμή για τη σύνθεση ενός τέτοιου άσματος. Το τραγούδι έκανε και πάλι έναν κάποιο θόρυβο. Κάποιος που ήθελε να φανεί ακόμα πιο ψαγμένος και που ήταν κι αυτός παραγωγός σε έναν ανταγωνιστικό σταθμό, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη φασαρία και, παράλληλα, να δειχτεί πιο βαθύς γνώστης του αντικειμένου κι έτσι έπαιξε κάτι από το Selfish Fish. Ακούγοντας αυτό το παιδιάστικο αριστούργημα, οι χίψτερ της Νέας Υόρκης έκαναν σαν τρελοί, ανακαλύπτοντας κάτι που ήταν «τόσο κακό που είναι υπέροχο», όπως έγραψε ένας από αυτούς στο τουίτερ. Η φήμη του δίσκου άρχισε να αυξάνει και να εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα και μετά σε όλον τον κόσμο, μέχρι που ο Andy Stone αναγκάστηκε να βγει από την απομόνωσή του και να αρχίσει να εμφανίζεται ξανά σε συνεντεύξεις και συναυλίες. Δεν απογοήτευσε τους θαυμαστές του. Εμφανίστηκε μπροστά τους το ίδιο αλλόκοτος – σπουδαία αλλόκοτος – όσο τον είχαν φανταστεί κι όσο θα μπορούσε να έχει καταλήξει μετά από τόσα χρόνια σχεδόν απόλυτης μοναξιάς. Είκοσι χρόνια μετά, έγινε κάτι σαν σταρ, ενώ οι παλιοί του συνεργάτες παρέμειναν ασήμαντοι και αφανείς. Ο Arnold τόλμησε βέβαια να προτείνει στον Stone να ξαναενωθούν. Κι ο Stone του είπε απλώς: «Με ήξερες τότε που ήμουν φυσιολογικός. Δεν είμαι πια. Και ούτε κάνω πια παρέα με φυσιολογικούς ανθρώπους».  

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Οι περιφρονημένοι του ροκ εν ρολ #1

Οι JBTY (ενεργοί από το 1985 ως το 1991) ήταν ροκ συγκρότημα από το Περθ της Αυστραλίας. Το αρχικό τους όνομα ήταν Jeannies Boyfriends Through The Years, λόγω του ότι οι δύο βασικοί τους συνθέτες της πρώτης περιόδου, ο Πωλ Άξελροντ και ο Ντέιβ Μαζίνσκι, υπήρξαν εραστές –σε διαφορετικές περιόδους, και προτού να σχηματιστεί το συγκρότημα – της άσημης κατά τα άλλα γραφίστριας Τζίνι Γούντροου. Μετά το πέρας της τρίτης τους συναυλίας υπό αυτό το όνομα, στις 14 Σεπτεμβρίου 1984, στο Περθ, εμφανίστηκε στα παρασκήνια η Τζίνι. Είχε δει τα πρόσωπα του Πωλ και του Ντέιβ στην αφίσα της συναυλίας και το είχε θεωρήσει ενδιαφέρον να πάει να τους συναντήσει. Και οι δύο μουσικοί ταράχτηκαν μόλις την αντίκρυσαν. Εκείνη τους χαιρέτησε εγκάρδια – τον Ντέιβ λίγο πιο εγκάρδια από τον Πωλ. Βγήκε μαζί τους το βράδυ, αλλά κατέληξε στο κρεβάτι μόνο του ενός, του ρυθμικού κιθαρίστα Ντέιβ Μαζίνσκι.

     Το επόμενο πρωί του ανακοίνωσαν πως ήταν ξανά ζευγάρι. Ο Πωλ προσπάθησε να το καταπιεί. Έμεινε, μάλιστα, με το συγκρότημα για μερικούς μήνες ακόμα, μέχρι που κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους lp, το “Deadlife”, τον Γενάρη του 1985. Ίσως να άντεχε περισσότερο, αν ο Ντέιβ δεν το έβρισκε καλή ιδέα να κουβαλήσει μαζί τους την Τζίνι, στην πρώτη τους παναυστραλιανή περιοδεία, την άνοιξη του 1985. Ο Πωλ εγκατέλειψε την μπάντα το πρωί πριν από την εμφάνισή τους στο Σύδνεϋ, τον Μάρτιο του 1985. Οι JBTY συνέχισαν χωρίς αυτόν. Ηχογράφησαν ακόμα τρία άλμπουμ, για τα οποία αδιαφόρησαν κοινό και κριτικοί. Έπειτα διαλύθηκαν και τα μέλη τους απέκτησαν «κανονικές» δουλειές. Ο Πωλ και ο Ντέιβ δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Η Τζίνι παντρεύτηκε τελικά τον Εντ, τον μάνατζερ του γκρουπ.