Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τίτλοι για διηγήματα που δεν θα γραφτούν ποτέ # 2

Η Λαίδη Λήθη
Ο μέσα μου θόρυβος
Ελεγεία του λαμόγιου
Όσα δεν ξέρουν οι φίλοι μου για μένα
Σκίγουρος (ο σκίουρος που δεν έχει καμιά αμφιβολία)
Η αισθητική της απόγνωσης
Ιφιγένεια εν κοψίδι
Το ταλαντούχο ανθρωπάκι
Ο διακριτικός δεινόσαυρος
Το βιβλίο των δακρύων
Απομνημονεύματα ενός καθρέφτη
Περί πτήσεων και πτώσεων
Αλκυονίδες νύχτες
Η λέσχη της μοχθηρίας

Ο χορτοφάγος λύκος

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 30 (και τελευταία)

Έβαζε μουσική για να χορεύουν οι κοπέλες – αλλά τον ένοιαζε μόνο εκείνη που δεν χόρευε ποτέ της. Την έβλεπε κάθε Παρασκευή βράδυ να μπαίνει στο μαγαζί, γύρω στις έντεκα το βράδυ, να κάθεται σε μια γωνιά και να πίνει απλώς το ποτό της, χωρίς να κάνει τίποτε άλλο, πάντα κομψή αλλά και πάντα μελαγχολική και μόνη. Ώσπου, μια φορά, η κοπέλα – που ο ντιτζέι είχε μάθει από τον μπάρμαν πως την έλεγαν Ρίτα – έμεινε στο μπαρ μέχρι τα ξημερώματα του Σαββάτου. Ο ντιτζέι συνήθιζε στο κλείσιμο να βάζει κάποιο πιανιστικό κομμάτι κλασσικής μουσικής – κάτι από τις παραλλαγές Γκόλντμπεργκ ή κάποια σονάτα του Μπετόβεν ή κάτι τέτοιο. Εκείνο το ξημέρωμα, έβαλε –κάπως αταίριαστα – ένα νυχτερινό του Σοπέν. Δεν περίμενε καμιά άλλη αντίδραση από τους ακροατές του πέρα από μελαγχολικά βλέμματα. Κι όμως – ω! του θαύματος! – λίγα μέτρα μετά την έναρξη του έργου, η Ρίτα σηκώθηκε όρθια – περήφανη, αγέρωχη, τέλεια – και χόρεψε έναν παράξενο χορό μόνη της, σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος στην αίθουσα παρά εκείνη και ο φανταστικός της εραστής. Με το πέρας του κομματιού, σηκώθηκε κι έφυγε, χωρίς καν να πληρώσει.
Ήταν ένα αναπάντεχο, τελειωτικό χτύπημα για τον νεαρό ντιτζέι. Μετά από αυτό, δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα καλύτερο από την τέχνη του. Δεν ήταν δυνατό να βιώσει πιο δυνατή συγκίνηση από αυτή. Δεν ξανάπαιξε σε μαγαζί, δεν ξανάβαλε δίσκους σε κάποιο μπαρ. Έπιασε μια κανονική δουλειά, κι άκουγε μουσική μόνο στο σπίτι του. Τις σπάνιες φορές που έβαζε να ακούσει Σοπέν, θυμόταν αυτήν την τέλεια μορφή απέναντί του, να χορεύει σαν άγγελος και σαν δαίμονας μαζί, σαν λευκή νύφη και σαν σκοτεινή μαινάδα, σαν άκακο κορίτσι και σαν την πιο επικίνδυνη γυναίκα. Ήταν η πιο συγκλονιστική ανάμνησή του. 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 29

Η Βάκχη. Έτσι χαρακτήριζε τον εαυτό της η Ρίτα. Αλλά ερωτεύτηκε τον πιο καθωσπρέπει άντρα, ένα συνεσταλμένο βιολιστή, έστω κι αν αυτό συνέβη για το βακχικό στοιχείο της μουσικής του, ένα σχεδόν ροκ εν ρολ τρόπο να προσεγγίζει το βιολί. Αυτός από την πλευρά του, την είχε ερωτευτεί γιατί ήταν όλα αυτά που δεν ήταν εκείνος και, συνάμα, όλα αυτά που προσπαθούσε να πει, κάθε φορά που έπιανε στο χέρι του το βιολί και το δοξάρι. Μα όταν είπανε να ζήσουνε μαζί, δεν υπήρχε σωτηρία. Δεν άντεχε τη σταθερότητά του, δεν άντεχε την αστάθειά της. Βέβαια, όταν τα κορμιά τους ενώνονταν, ήταν ο Διόνυσος και η Μαινάδα, μεθυσμένοι από το κρασί του έρωτα και της μουσικής.
Δεν μπόρεσαν να αντέξουν για πολύ. Μα θα θυμόντουσαν για πάντα αυτές τις στιγμές έκστασης και γαλήνης που είχαν νιώσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος, λίγο περισσότερο από ό,τι εκείνη. Όταν, λοιπόν, συνέθεσε την πρώτη του συμφωνία, την Baccha Lacrimosa, την αφιέρωσε στη Ρίτα, ελπίζοντας πως θα την συγκινούσε αρκετά ώστε να πειστεί να επιστρέψει κοντά του. Η Ρίτα πήγε στην πρεμιέρα, επίσημη καλεσμένη, ελπίζοντας πως θα άκουγε κάτι που θα της άλλαζε εκ νέου τη ζωή. Άκουσε όλο το έργο με αφοσίωση και έκσταση. Μελαγχόλησε στα λυπητερά κομμάτια, τονώθηκε στα δυναμικά, αλλά αυτό που της έμεινε στο τέλος ήταν μια γεύση πικρή. Έτσι τελείωνε η συμφωνία, σαν μια ωδή στην απογοήτευση. Ήθελε να φύγει αμέσως, αλλά εκείνος την πρόλαβε.
-Δεν σου άρεσε;
-Δεν είναι αυτό…
Τους διέκοψαν οι θαυμαστές του, που είχαν έρθει να του δώσουν συγχαρητήρια. Η Ρίτα χάθηκε στο πλήθος. Σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα έτσι.
Μα, επιστρέφοντας στο σπίτι της, στο σπίτι που είχε κάποτε μοιραστεί μαζί του, τον βρήκε και πάλι εκεί, να την περιμένει με το σμόκιν του και το βιολί του.
Κάνανε έρωτα, μα το επόμενο πρωί άρχισε και πάλι ο πόλεμος.
-Εσύ δεν ήθελες να με ξανακερδίσεις; του είπε τελικά.
-Ναι, της απάντησε.
-Για αυτό δεν έγραψες όλα αυτά τα κομμάτια;
-Ναι.
-Και τώρα τι κάνουμε;
-Μένουμε μαζί, για χάρη της μουσικής.
Τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή.
-Ή χωρίζουμε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 28

Δεν υπάρχει πιο άκυρη ερώτηση από το να μπει κάποιος σε δισκάδικο και να ρωτήσει «Έχετε τίποτα από Μπιτλς;» Εκτός κι αν την ερώτηση την ξεστομίσει μια ωραία γυναίκα.
-Με λένε Ρίτα και ψάχνω ένα τραγούδι τους που έχει τίτλο το όνομά μου.
-Φυσικά, της απάντησε, το Lovely Rita Meter Maid.
Έψαξε και της βρήκε το δίσκο.
-Ευχαριστώ, του είπε κι έβγαλε το πορτοφόλι της να πληρώσει.
-Κερασμένο, της είπε.
-Γιατί; ρώτησε εκείνη, κάπως σαστισμένη.
-Γιατί μου έφτιαξες τη μέρα.
-Με ένα τραγούδι;
-Με ένα χαμόγελο.
-Κι αν δεν με ξαναδείς;
-Θα ακούω το τραγούδι.
-Τώρα πρέπει να θυμάμαι κι εγώ εσένα, όποτε ακούω το τραγούδι.
-Τόσο κακό είναι;   
-Όχι απαραίτητα. Αλλά πώς θα ξέρω αν αξίζεις την ανάμνηση;
-Θα πρέπει να το ανακαλύψεις.
-Πώς;
-Αν ξανάρθεις εδώ, θα σε περιμένουν τα πιο ωραία τραγούδια της ζωής σου.
Την είχε κιόλας πείσει.

Ρίτα # 27

Είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με την ιδέα πως δεν θα έβγαινε ούτε αυτό το Σαββατόβραδο. Πάλι κατεβασμένες σειρές από το ίντερνετ και ό,τι είχε μείνει από τα φαγητά που του είχε στείλει η μάνα του και καμιά μπύρα από το περίπτερο. Ας χτυπούσε το τηλέφωνο κι ας μην ήταν Εκείνη! Μετά το φαΐ, του ήρθε τελικά η όρεξη για μπύρα. Έβαλε το μπουφάν του και βγήκε στον δρόμο. Αλλά το περίπτερο ήταν κλειστό. Καμία πρόνοια για τα μπακούρια που μένουν σπίτι το Σαββατόβραδο. Τώρα έπρεπε να περπατήσει ως την Αραχώβης, για να πάει στο ψιλικατζίδικο. Εκεί ήταν που την είδε, να προσπαθεί να επιλέξει ανάμεσα στα τυποποιημένα κρουασάν. Η κοπέλα μονολογούσε, καθώς άφηνε το ένα πακέτο και έπιανε το άλλο. Κάποια στιγμή γύρισε και τον κοίταξε, με βλέμμα μπερδεμένο. Ο φίλος μας το εξέλαβε σαν έκκληση βοηθείας και προθυμοποιήθηκε να της δείξει τον σωστό δρόμο.
-Πάρε αυτά, της είπε και της έδωσε ένα πακέτο με πολλά κρουασανάκια, που πάντα του φαίνονταν και εύγεστα και χορταστικά.
-Σε ευχαριστώ, του είπε. Με έβγαλες από χοντρό δίλημμα.
-Τίποτα.
-Εσύ, βλέπω, πήρες μπύρα.
-Ναι.
-Παγκάκι με παρέα;
-Όχι, σπιτάκι με σειρές.
-Σειρές από τον στρατό;
-Όχι, σειρές από το ίντερνετ.
-Κρίμα, γιατί ξέρω ένα ωραίο παγκάκι.
-Και το παγκάκι, δεν με χαλάει.
-Πληρώνουμε και φεύγουμε;
-Πληρώνουμε και φεύγουμε.

Πέρασαν δύο ώρες μαζί, στο παγκάκι του πεζόδρομου, εκεί κοντά. Στο σπίτι του χτύπαγε το τηλέφωνο, αλλά εκείνος δεν το άκουγε. Ήταν η Ρίτα, που είχε θυμηθεί, μετά από έξι μήνες γνωριμίας και τέσσερις απανωτές χυλόπιτες, να τον πάρει τηλέφωνο. Εκείνος δεν το ήξερε και προς το παρόν δεν τον ένοιαζε κιόλας.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 26

Τουλάχιστον ήταν μόνη της στο Λονδίνο. Ένοιωθε σαν ηρωίδα σε τραγούδι των Pulp. Ναι, ήταν τόσο ποιητικά μόνη της. Μόνο που της έλειπε ένας Τζάρβις. Ο μόνος που είχε ήταν ο παιδικός της φίλος, που έγραφε ποιήματα και που είχε έρθει κι αυτός πρόσφατα στην αγγλική πρωτεύουσα. Ήταν καψούρης μαζί της, αλλά ήταν ένα απλώς παιδάκι, κι άλλωστε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι πήγαινε να πει μοναξιά, τι πήγαινε να πει κατάθλιψη. 
-Άσε, ρε συ, είμαι τόσο down.
-Όχι, δεν είσαι.
-Ναι, είμαι. Εσύ που το ξέρεις ότι δεν είμαι;
-Ρίτα, το ξέρω. Δεν έχεις κανένα από τα συμπτώματα και, κυρίως, δεν έχεις καμία από τις συνέπειες. Θες να βγούμε;
Βγήκανε. Περάσανε καλά, μέχρι που κάποια στιγμή, εκείνος μελαγχόλησε.
-Τι σου συμβαίνει;
-Σε αντίθεση με σένα, που νομίζεις πως έχεις κατάθλιψη, εγώ έχω όντως.
Της έδειξε τη συνταγή του γιατρού.
-Και τώρα τι κάνουμε;
-Θα παίρνω φάρμακα.
-Για αυτό δεν ήπιες όλο το βράδυ;

Εκείνος ένευσε καταφατικά. Τον αγκάλιασε. Χωρίστηκαν μετά από λίγο. Μα όταν η Ρίτα γύρισε σπίτι της, ένοιωθε ήδη ερωτευμένη μαζί του, με έναν τρόπο που δεν περίμενε ποτέ πως θα συμβεί, μόνο και μόνο επειδή εκείνος έπασχε από κάτι που εκείνη ονειρευόταν όλη την ενήλικη ζωή της. Και τώρα, πώς θα του το έλεγε;

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 25

-Τι μπορεί να θες πια από μένα; αναρωτήθηκε, μόλις είδε τον αριθμό της Ρίτας στην οθόνη του κινητού του. Η ώρα ήταν τρεις τα ξημερώματα κι οι δυο τους είχαν να μιλήσουν κοντά στα τέσσερα χρόνια.
-Σε παρακαλώ. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, του είπε. Την είχαν παρατήσει μόνη σε μια ερημιά. Πήρε το αμάξι του και πήγε να τη βρει. Την είδε να κόβει βόλτες ανήσυχη, στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε και της φώναξε.
-Έλα μέσα, τι περιμένεις;
-Περίμενε λίγο, του είπε.
Ξαφνικά, άκουσε την άλλη πόρτα να ανοίγει και ένα πιστόλι στον κρόταφό του. Τον ανάγκασαν να βγει από το αμάξι, αφού πρώτα τους είχε δώσει όλα του τα λεφτά. Τον άφησαν εκεί, στην ερημιά, και πήραν μαζί τους τη Ρίτα. Ο φίλος μας δεν ήξερε τι να πει.
Κατέθεσε μήνυση. Δεν περίμενε να τους βρουν, κι όμως, τους βρήκαν. Οι αστυνομικοί του έκαναν λόγο για μια σπείρα. Είχαν συλλάβει τους άντρες που την αποτελούσαν, αλλά όχι την αρχηγό, μια γυναίκα με το κωδικό όνομα Ρίτα. Σε κάθε περίπτωση, θα τον ενημέρωναν.
Γύρισε σπίτι του και την βρήκε εκεί, να τον περιμένει.
-Σε παρακαλώ, χρειάζομαι τη βοήθειά σου, του είπε.
-Θυμάσαι τι συνέβη την τελευταία φορά που μου το είπες αυτό;
-Τώρα είναι διαφορετικά. Σε παρακαλώ. Έχω μετανιώσει.
Κι όμως, τον έπεισε. Της άνοιξε την πόρτα και την άφησε να περάσει. Όταν τον πλησίασε και του έβγαλε το παλτό κι έπειτα το πουλόβερ και ούτω καθεξής, εκείνος της το επέτρεψε, συγχυσμένος και ακόμα ερωτευμένος.
Έμειναν μαζί για μερικούς μήνες. Η αστυνομία συνέχιζε να την ψάχνει, εκείνος συνέχισε να την κρύβει. Μέχρι που άρχισαν να τον υποψιάζονται. Κάτι έπρεπε να γίνει. Εκείνος ήθελε να παραδοθεί από μόνος του, ούτως ώστε να τους αποπροσανατολίσει και να τη γλυτώσει η Ρίτα. Εκείνη, όμως, ούτε να το ακούσει.
Τελικά, ένα πρωινό ο φίλος μας ξύπνησε και δεν βρήκε την ερωμένη του εκεί. Ανοίγοντας ραδιόφωνο στη δουλειά, άκουσε πως είχε παραδοθεί η αρχηγός της μεγαλύτερης σπείρας ληστών, μετά από μήνες καταδίωξης. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Κι άλλωστε, ένοιωθε πως της χρωστούσε χάρη.
Άρχισε να την επισκέπτεται συχνά στη φυλακή. Ένοιωθαν κι οι δύο μια ζεστασιά, αντικρύζοντας ο ένας τον άλλον. Η Ρίτα ζούσε μόνο για τη στιγμή που θα την επισκεπτόταν εκείνος, εκείνος μόνο για τη στιγμή που θα την αντίκρυζε, έστω πίσω από τα κάγκελα του επισκεπτηρίου. Δεν τον ένοιαζε που είχε ερωτευτεί μια εγκληματία, δεν την ένοιαζε που είχε ερωτευτεί έναν φυσιολογικό άνθρωπο.
Παντρεύτηκαν μετά από μερικούς μήνες στο παρεκκλήσι των φυλακών. Όταν η Ρίτα επιτέλους βγήκε, έβαλαν μπροστά καινούρια σπείρα. Μόνο που έπρεπε να περιμένουν εννιά μήνες για να τους παραδοθεί το τρίτο μέλος.