Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 15

Πολλά μικροπροβλήματα συνθέτουν μιαν αναπηρία. Έτσι σκεφτόταν τη ζωή της πια. Δεν βρισκόταν κανείς να της πει πως μια κρίση μελαγχολίας δεν ισοδυναμούσε σε καμία περίπτωση με κατάθλιψη. Μέχρι που πήγε σε ψυχίατρο, κι αυτός της είπε πως δεν είχε κανέναν λόγο ανησυχίας.
-Είσαι σίγουρος;
-Φυσικά! Είσαι απολύτως υγιής.
-Δεν ξέρεις τι λες. Θα πάω σε κάποιον άλλον.
-Σε όσους και να πας, το ίδιο θα σου πουν.
-Και τότε, τι θα κάνω;
-Δεν ξέρω. Θα συνεχίσεις τη ζωή σου.
-Πώς;
Ο ψυχίατρος ανασήκωσε τους ώμους του.
-Όπως τη συνεχίζουν όλοι. Υγιείς-ξεϋγιείς.
Και με αυτό, η Ρίτα έφυγε από το γραφείο. Όπου κι αν πήγε στη συνέχεια, της είπανε τα ίδια. Μα να μην βρίσκεται κάποιος να την πιστεύει;
Μήνες μετά, συνάντησε τυχαία τον πρώτο εκείνο ψυχίατρο.
-Είδες; Είσαι ακόμα ζωντανή. Είσαι ακόμα καλά.
-Η καρδούλα μου το ξέρει.
-Η καρδούλα σου δεν ξέρει τίποτα. Η καρδούλα σου έχει πλάσει ένα μύθο. Θέλεις να πιστεύεις πως έχεις προβλήματα, γιατί νομίζεις πως αυτό σε κάνει πιο γοητευτική.
-Όχι, δεν είναι αυτό.
-Αυτό είναι. Ενώ είσαι μια χαρά γοητευτική όπως είσαι.
-Βρίσκεις;
-Ναι. Μάλιστα, την πρώτη φορά που ειδωθήκαμε, ήθελα να σου ζητήσω να βγούμε.
-Και γιατί δεν το έκανες;
-Υπάρχουν κάποιοι κανόνες στη σχέση ιατρού-ασθενούς.
-Ναι, αλλά δεν είμαι ασθενής.
-Δίκιο έχεις. Θες να βγούμε, λοιπόν;
-Εντάξει. Αλλά αν στην πορεία ανακαλύψεις πως είμαι τρελή…

-Μην ανησυχείς, ξέρω έναν καλό ψυχίατρο. 

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 14

Δεν ήταν το δικό του απωθημένο, ήταν το απωθημένο του παλιού του κολλητού από το Πανεπιστήμιο. Αλλά τώρα ο κολλητός του ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά –άλλο που ποτέ του δεν την είχε ξεχάσει – κι ο φίλος μας ήταν μισομεθυσμένος. Άλλωστε, η Ρίτα έδειχνε να γουστάρει. Όταν έφερε το χέρι του στον ώμο της, εκείνη το κάλυψε με το δικό της. Όταν της τσούγκρισε χωρίς λόγο το ποτήρι, αυτή τον κάρφωσε με το βλέμμα της, κι έπειτα την πιάσανε δήθεν οι ντροπές. Κι όταν της είπε ότι όλοι οι άντρες στη σχολή ήταν ερωτευμένοι μαζί της, αυτή τον ρώτησε: «Εσύ;»
            -Με υπερκάλυπτε ο κολλητός, της απάντησε, ένα σχόλιο που της φάνηκε γλυκόπικρα αστείο, καθώς η καψούρα του εν λόγω κολλητού ήταν κάτι παραπάνω από παροιμιώδης. Όταν, όμως, ο φίλος μας παραδέχτηκε πως, ναι, τη θαύμαζε, και τότε και τώρα, η Ρίτα πήρε αμέσως την πρωτοβουλία κι έσκυψε να τον φιλήσει.
            Από αυτό το πρώτο φιλί, κατέληξαν στο σπίτι της, και συγκεκριμένα στον καναπέ του σαλονιού, όπου έκαναν μεθυσμένο, αλλιώτικο έρωτα. Ξύπνησαν σχεδόν ευτυχισμένοι, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Όταν ήρθε η ώρα να χωριστούν, αποχαιρετίστηκαν με ένα ακόμα –πεταχτό – φιλί στο στόμα.
            Και μετά ήρθαν οι τύψεις. Όχι για εκείνη, αλλά για εκείνον. Έτυχε να μιλήσει εκείνη την ημέρα στο τσατ με τον παλιό του κολλητό και η συζήτηση κατέληξε, όπως πάντα, στη Ρίτα. «Δεν νομίζω πως θα την ξεπεράσω ποτέ», έγραψε στο φίλο μας ο παλιός του κολλητός. Και, μετά, υπερθεμάτισε: «Θα ζηλεύω πάντα αυτόν που είναι μαζί της». Η σκέψη του φίλου μας γύρισε πίσω σε εκείνα τα πρώτα χρόνια στο Πανεπιστήμιο, όταν ο κολλητός του σκεφτόταν ακόμα και την αυτοκτονία σαν λύση για το πάθος του. Αυτό, λοιπόν, που είχε συμβεί ανάμεσα στον ίδιο και τη Ρίτα μόλις το προηγούμενο βράδυ θα εκλαμβανόταν σαν μια προδοσία. Ήταν μια προδοσία.
            Αποφάσισε να μην την ξαναπάρει τηλέφωνο. Αλλά τον πήρε εκείνη. Της τα μάσησε. Δεν συναντηθήκαν, τελικά, εκείνο το βράδυ. Τις επόμενες μέρες, έκανε το παν προκειμένου να καταλάβει η Ρίτα πως το να τη δει ξανά δεν συμπεριλαμβανόταν στις άμεσες προτεραιότητές του. Κι αυτή, με τον καιρό, παρέδωσε τα όπλα.
            Κι οι μήνες πέρασαν, κι ο αλλοτινός κολλητός εξαφανίστηκε και πάλι –όπως, άλλωστε, το συνήθιζε- κι ο φίλος μας χαραμίστηκε σε ανεπαρκείς, ατελέσφορους  έρωτες, ενώ κάποτε θα μπορούσε να έχει δική του μια από τις πιο εντυπωσιακές γυναίκες που είχε αντικρύσει στη ζωή του.
            Και φυσικά, όπως συμβαίνει πάντα, τη συνάντησε ξανά, όταν εκείνη ήταν στα πάνω της (πότε δεν ήταν;) κι εκείνος έτσι κι έτσι. Του γεννήθηκε αμέσως η επιθυμία, η ανάγκη να βρεθεί κοντά της. Εκείνη έκανε πως δεν το είδε, κι έτσι αυτός την πήρε από πίσω. Την ακολούθησε μέχρι που φτάσανε στο σπίτι της. Μόλις η κοπέλα κοντοστάθηκε προκειμένου να αλιεύσει τα κλειδιά της από την τσάντα της, εκείνος βρήκε ευκαιρία, επιτάχυνε το βήμα του και βρέθηκε κοντά της.
            -Δεν καταλαβαίνεις πως θέλω να σε δω;
            -Όχι, δεν το καταλαβαίνω. Ούτε καταλαβαίνω τι έχουμε να πούμε εμείς οι δυο.
            Της τα εξήγησε όλα κι αυτή έβαλε τα γέλια.
            -Θες να πεις ότι αυτό το θλιβερό ανθρωπάκι, ο κολλητός σου, φταίει για όλα;
            -Δεν θα τον έλεγα θλι… ναι. Ναι, αυτός φταίει.
            -Και τώρα τι θες;
            -Θέλω… θέλω… να έχω εσένα.
            -Έχε με. Αλλά δεν φοβάσαι τι θα πει εκείνος;
            Φοβάμαι, ήθελε να πει, αλλά δεν το είπε. Της φίλησε το χέρι, το μάγουλο, το στόμα. Εκείνη δέχτηκε την τρυφερή του ικεσία. Τον άφησε να την ακολουθήσει ως το διαμέρισμά της. Έκαναν πάλι έρωτα. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, τον έβγαλε φωτογραφία και την ανέβασε στο ίντερνετ.
            Χαμός τα λάικ. Μόνο ένας δεν χάρηκε. Ο παλιός του κολλητός τάραξε τον φίλο μας στα τηλέφωνα και στα μηνύματα, στις βρισιές και τις απειλές.

            Ο φίλος μας το πήρε βαριά στην αρχή, με τον καιρό του φαινόταν πια αστείο. Δεν έφταιγε εκείνος που ο κολλητός του ήταν στην κόλαση. Ούτε έφταιγε που ο ίδιος είχε προσκληθεί στον Παράδεισο.  

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 13

Αφού είδε κι απόειδε, και κατάλαβε πως με το κλασσικό πιάνο δεν κάνεις τίποτα, αποφάσισε να αξιοποιήσει, τουλάχιστον, το σχεδόν θεσπέσιο κορμί της. Θα εμφανιζόταν ημίγυμνη σε ένα μπαρ, παίζοντας πιάνο βέβαια, αλλά μόνο με τα εσώρουχά της. Συνεννοήθηκε με τον μαγαζάτορα – που δεν του άρεσαν οι γυναίκες, οπότε η Ρίτα δεν κινδύνευε ούτε από εκείνον ούτε από τους μπράβους του – και άρχισε να παίζει, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Χαμός. Συνέρρεαν κατά δεκάδες οι άντρες και μαζί τους οι γυναίκες που ήθελαν να ελέγξουν τις αντιδράσεις των αντρών τους. Μαζί με όλους τους άλλους πήγαινε κι εκείνος, την πρώτη φορά γιατί τον είχε αηδιάσει η όλη ιδέα, τις επόμενες γιατί είχε συγκλονιστεί όχι από τη θέα του ημίγυμνου σώματός της, αλλά από το παίξιμό της. Και κάθε φορά που την άκουγε συγκινούνταν όλο και πιο πολύ από αυτό της το ταλέντο και τη δυστυχία του ότι έπρεπε να εμφανίζεται με τα εσώρουχα προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην. Στην αρχή, τουλάχιστον, τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα. Καθώς περνούσε ο καιρός, όμως, οι θαμώνες γίνονταν όλο και πιο ασυγκράτητοι, όλο και πιο χυδαίοι. Ο φίλος μας δεν μπορούσε να το δεχτεί αυτό – δεν μπορούσε να δεχτεί να υποτιμάται τόσο ακραία η καλλιτεχνική και η ανθρώπινη υπόσταση μιας προφανώς ευαίσθητης γυναίκας. Κι όμως, τι μπορούσε να κάνει; Δεν του ερχόταν κάτι στο μυαλό, αλλά όταν τα πράματα έφτασαν σχεδόν στο απροχώρητο, ανέλαβε δράση ενστικτωδώς. Τη στιγμή που κάποιος φώναξε στην πιανίστα «Βγάλτα όλα!», ο φίλος μας έτρεξε στη μικρή σκηνή και κάλυψε την Ρίτα με το σακάκι του. Η Ρίτα, που είχε σιχαθεί πια τον καινούριο της ρόλο, ένοιωσε ευγνωμοσύνη για αυτήν την κίνηση – ήξερε, όμως, πως δεν θα είχε αποτέλεσμα. Σε λίγο, εξαγριωμένοι, εξαθλιωμένοι θαμώνες έτρεξαν προς το μέρος τους, και ανάγκασαν τον φίλο μας να απαλλάξει την περφόρμερ από το περιττό κατά αυτούς σακάκι. Τον έσπρωξαν βίαια, μάλιστα, κι όταν κείνος πήγε να αντισταθεί, τον ξυλοκόπησαν. Έπειτα πήγαν κοντά της, έτοιμοι να τη γδύσουν. Ευτυχώς, επενέβησαν οι μπράβοι και η κατάσταση ηρέμησε. Η Ρίτα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παραπάνω από το να συνεχίσει να παίζει. Ήταν καταδικασμένη, προφανώς, σε αυτόν τον ρόλο της ημίγυμνης πιανίστας μέχρι που το κορμί της να χαλάσει. Συνέχισε, λοιπόν, να παίζει, με δάκρυα στα μάτια, μέχρι που η βάρδιά της να τελειώσει. Όταν το μαγαζί έκλεισε, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Μα βγαίνοντας από το μαγαζί τον είδε εκεί, στο απέναντι πεζοδρόμιο, αιμόφυρτο ακόμα αλλά αποφασισμένο. Δίστασε να τον πλησιάσει, μέχρι που την κάλεσε εκείνος κοντά του. Η Ρίτα σχεδόν έτρεξε.
-Δεν χρειάζεται πια να υποφέρεις, της είπε.
-Δεν ξέρω, του είπε.
-Ξέρω εγώ. Μπορούμε να φύγουμε. Πρέπει να φύγουμε από εδώ.

Σχεδόν άθελά της, κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Ο ήλιος μόλις άρχιζε να ανατέλλει. 

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 12

Απολάμβανε τη μοναχικότητά του. Εόρταζε τη μοναδικότητά του. Ήταν κι αυτός ένας λύκος της στέπας, όπως έλεγε ένα μυθιστόρημα που είχε διαβάσει μικρός. Είχε γνωρίσει τόσους μπάρμεν και τόσους ντιτζέι που μπορούσε να βγαίνει κάθε βράδυ σε άλλο μπαρ και να έχει κάποιον να μιλήσει, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τους μπάσει στο σπίτι του. Κι άλλωστε, αυτοί από την πλευρά τους τον εκτιμούσαν αρκετά, καθότι συγγραφέας, καθότι άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών.
Πηγαίνοντας στον Υστερόγατο, νόμιζε πως θα πετύχαινε το γνωστό πλήθος. Και ήταν όντως όλοι τους εκεί, με μία προσθήκη, όμως. Το μαγαζί είχε προσλάβει καινούρια σερβιτόρα. Της μίλησε με την ανετίλα που νόμιζε πως είχε αποκτήσει σαν μισοπετυχημένος λογοτέχνης. Εκείνη δεν μάσησε. Του ζήτησε απλώς να της πει τι ποτό ήθελε. Της είπε, ελαφρώς ταπεινωμένος. Σκέφτηκε να της πει κάτι έξυπνο όταν θα του το έφερνε, αλλά δεν πρόλαβε να το ξεστομίσει. Του το άφησε στον πάγκο κι έφυγε. Κι όλο το βράδυ πέρασε έτσι, εκείνος να ζητά ποτά ελπίζοντας να την εντυπωσιάσει με μια ατάκα κι εκείνη να φεύγει προτού εκείνος να μπορέσει να της πει ούτε καν ευχαριστώ.
Από τα πολλά ποτά, έγινε χώμα. Έμεινε μισοκοιμισμένος στο τραπέζι του. Ήρθε ο ιδιοκτήτης να τον περιμαζέψει, να του πει πως ήταν ώρα να κλείσουν. Ο φίλος μας δεν καταλάβαινε. Ωστόσο, παρά τη μέθη του, δεν είχε ξεχάσει το ενδιαφέρον του για την καινούρια σερβιτόρα. Βλέποντάς τη να παρακολουθεί από μακριά τις προσπάθειες του αφεντικού της, τη φώναξε κοντά του. Εκείνη πλησίασε διστακτικά.
-Εμένα που με βλέπεις, είμαι συγγραφέας, της είπε.
Εκείνη δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα.
-Όπως όλοι μας, εξάλλου, μπόρεσε τελικά να του πει.
-Όχι, όχι, εγώ είμαι καλός, της ξεκαθάρισε εκείνος.
-Όλοι καλοί είμαστε, του είπε εκείνη, απαλλάσσοντας το αφεντικό της από την περίθαλψη.
-Πώς σε λένε; ρώτησε ο συγγραφέας.
-Ρίτα.
-Ωραίο όνομα.
-Ευχαριστώ.
-Θα με πας σπίτι μου;
-Θα σε πάει το αφεντικό.
-Εγώ θέλω εσένα.
-Κάποια άλλη φορά.
-Εντάξει.
Σπίτι του τελικά τον πήγε ο ιδιοκτήτης του μπαρ. Το επόμενο μεσημέρι ο συγγραφέας ξύπνησε σε μια άθλια κατάσταση ζάλης και δυσανεξίας. Καθώς έφτιαχνε τον καφέ που έλπιζε να τον απαλλάξει από όλο αυτό το χάλι, άρχισε να θυμάται. Μέχρι που θυμήθηκε το τέλος της βραδιάς. Ρεζίλι! Τι ρεζιλίκι ήταν αυτό! Πώς θα ξέπλενε τώρα την ντροπή; Πώς αλλιώς παρά αποφεύγοντας να ξαναπατήσει στο συγκεκριμένο μπαρ.
Περνούσε πια μόνο απέξω, χωρίς ποτέ να μπαίνει μέσα. Μα κάθε φορά που περνούσε από εκεί και την έβλεπε να σερβίρει τα ποτά στους θαμώνες, δεν σκεφτόταν το ρεζιλίκι. Σκεφτόταν μόνο πόσο όμορφη ήταν. Και τώρα, πώς θα μπορούσε να την κάνει δική του; 

Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα

Επιστρέφω συχνά σε αυτό τραγούδι, όχι μόνο γιατί ακούγεται στο πρώτο μου βιβλίο (ο πρωταγωνιστής χρησιμοποιεί το πρώτο δίστιχο σαν το μότο του δικού του πρώτου βιβλίου), αλλά και γιατί το θεωρώ ένα από τα πιο σπουδαία παραδείγματα της στιχουργικής τέχνης του Μόρισι. Ο John Peel είχε κάποτε πει πως οι στίχοι των Σμιθς είναι χιουμοριστικοί, και τουλάχιστον ο συγκλονιστικός κατά τα άλλα στίχος I dreamt about you last night / and I fell out of bed twice, προσδίδει μια κάποια αληθοφάνεια στον ισχυρισμό αυτό. Σε ονειρεύτηκα χτες, κι έπεσα από το κρεβάτι δύο φορές. Υπάρχει κάτι κωμικό σε αυτήν την εικόνα απόλυτου, απελπισμένου πάθους, και ο στιχουργός φυσικά το ξέρει. Το χιούμορ φυσικά δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο, αλλά χρησιμοποιείται σαν ένα αντίβαρο στην (υπερβολική;) μελαγχολία.



 Στο Ηeaven knows I̕ m miserable now, όταν ο αφηγητής σχολιάζει πως what she asked of me at the end of the day / Caligula would have blushed, δεν είναι σαν να μας προτρέπει να γελάσουμε σε βάρος του – και σε βάρος των εαυτών μας – για τη σεξουαλική απειρία του και την υπερβολική ντροπαλοσύνη του; Τι είναι το Girlfriend in A Coma, αν όχι ο πιο κωμικός απολογισμός μιας σχέσης αγάπης-μίσους;
            Ή μήπως είναι ο χρόνος που μας επιτρέπει να τα βλέπουμε έτσι; Σίγουρα, όταν είσαι όντως 16, clumsy and shy, δεν βρίσκεις το κουράγιο να γελάσεις με τα προβλήματά σου, αλλά όταν είσαι 33 στα 34; Τότε αυτοί οι στίχοι, που τους έχεις ακούσει και τραγουδήσει όλη σου σχεδόν τη ζωή, παίρνουν ένα άλλο νόημα, χωρίς, ωστόσο, να χάνουν ούτε γραμμάριο από την ανθρωπιά τους. Και συνεχίζεις να διαβιείς με αυτούς τους στίχους, με αυτούς τους ήχους, λίγο πιο ώριμος, λίγο πιο έτοιμος να δεχτείς την προβληματικότητά σου.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 11

Έμοιαζε με πρίγκιπα που γύρευε να γίνει βάτραχος. Η Ρίτα ήταν το είδος της γυναίκας που θα μπορούσε να τον καταστρέψει, αν δεν τον είχε κιόλας ερωτευτεί, με το που τον είδε να μπαίνει στο μαγαζί. Του έφερε το νερό του και περίμενε χαμογελαστή την παραγγελία του.
-Έναν καφέ, της είπε, παρόλο που ήταν οκτώμισι το βράδυ.
-Καφέ; Τι καφέ;
-Ό,τι να ναι. Ένα Νες, σκέτο.
Το ξανασκέφτηκε.
-Με λίγο γάλα, της φώναξε, καθώς εκείνη απομακρυνόταν.
Του τον έφερε. Τον ήπιε σκεπτικός. Γύρω στις εννιά και μισή, τελείωσε, έβγαλε από την τσέπη του κάμποσα νομίσματα και, αφού τα μέτρησε, τα ακούμπησε όλα στο τραπέζι.
-Δεν μου φτάνουν τα λεφτά, της είπε, όταν εκείνη ήρθε να πληρωθεί.
Η Ρίτα πήρε στα χέρια της τα κέρματα και τα μέτρησε. Λείπανε μόλις είκοσι λεπτά του ευρώ.
-Δεν πειράζει, του είπε. Την επόμενη φορά.
-Δεν θα υπάρξει επόμενη φορά, τη διαβεβαίωσε.
-Α, ναι; Και γιατί αυτό;
-Γιατί απόψε σκοπεύω να αυτοκτονήσω.
Φαινόταν να το εννοεί. Η Ρίτα ξέχασε τους υπόλοιπους πελάτες και κάθισε κοντά του. Του ζήτησε να της εξηγήσει κι εκείνος, έστω με τα χίλια ζόρια, της τα είπε όλα, για το χαμό των γονιών του και το διαζύγιό του και την ανεργία του.
-Δεν μπορώ πια να συντηρηθώ. Δεν μπορώ να επιβιώσω, ήταν η κατακλείδα της αφήγησής του.
Της φάνηκε όμορφος μέσα στην απελπισία του. Της φάνηκε επίσης άξιος μιας δεύτερης (ή τρίτης) ευκαιρίας.
-Ξέρεις, μόλις σήμερα μου έφυγε η κυρία που μου έκανε τη λάντζα, του εξομολογήθηκε (και ήταν αλήθεια).
Ένα διστακτικό χαμόγελο μισοφώτισε ξαφνικά το κουρασμένο του πρόσωπο.
Του πρόσφερε τη δουλειά κι αυτός τη δέχτηκε. Έδειξε από την αρχή πολύ πρόθυμος και εργατικός.
Οι μήνες περάσανε. Ο άντρας δούλευε σκληρά και έκανε πάντα το καλύτερο που μπορούσε. Κι όμως, η Ρίτα είχε πάψει πια να νοιώθει το ίδιο για εκείνον, όπως εκείνες τις πρώτες ώρες. Πέρα από την εργατικότητά του και την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του, δεν έδειχνε να έχει καμιά άλλη ενδιαφέρουσα ιδιότητα. Ήταν μίζερος, μονίμως εκνευριστικά σιωπηλός, ανίκανος να μοιραστεί έστω και ένα χαμόγελο με τους γύρω του. Τον κρατούσε, όμως, κοντά της, γιατί της έβγαζε τη δουλειά, και με το παραπάνω.
Αλλά δεν ήξερε πώς ένοιωθε αυτός για εκείνη, πόσο το δέος και η ευγνωμοσύνη του έκαιγαν τα σωθικά. Ενώ τις πρώτες μέρες του είχε φανεί αδιάφορη, αργότερα, όσο περισσότερο τη γνώριζε, όσο περισσότερο την παρατηρούσε, από την απόσταση που όριζαν οι διαφορετικοί ρόλοι τους στο μαγαζί, όσο περισσότερο απολάμβανε τη ζωή που εκείνη του είχε χαρίσει, τόσο πιο βαθιά γοητευόταν. Κι όμως, δεν μπορούσε να το πει. Πίστευε πως μια τέτοια εξομολόγηση θα την τρόμαζε, θα την απωθούσε, θα την έκανε να τον απολύσει.
Όμως, η Ρίτα είχε νεύρα εκείνο τον καιρό, για την αρρώστια του πατέρα της και για κάτι έρωτες που αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και για κάτι δουλειές που δεν τραβάγανε. Άρχισε να πίνει όλο και περισσότερο και να κλείνεται κι αυτή στον εαυτό της. Ο μόνος που νοιάστηκε να τη ρωτήσει τι της συμβαίνει ήταν εκείνος, κάποιο βράδυ, μετά τη δουλειά, όταν πια είχαν μείνει μόνοι τους. Αλλά αυτή ήταν στο δικό της κόσμο, και το μόνο που κατάφερε με την ερώτησή του ο υφιστάμενός της ήταν να την τσατίσει.
-Τώρα θυμήθηκες να μιλήσεις; Άει στο διάολο κι εσύ, μουγκαφόν, ε μουγκαφόν.
Από εκείνο το βράδυ ξεσπούσε όλα της τα προβλήματα σε εκείνον. Κι εκείνος τα δεχόταν, όχι τόσο γιατί είχε ανάγκη τη δουλειά όσο γιατί ένοιωθε πως κάτι της πρόσφερε  με το να είναι το αντικείμενο των ξεσπασμάτων της.
Περάσανε εφτά χρόνια έτσι, εκείνη να βρίζει κι εκείνος να σωπαίνει, ώσπου η Ρίτα πούλησε το μαγαζί σε κάποιον άλλον.
Μπορεί να ηρέμησε από τη δουλειά της νύχτας, βρίσκοντας κάτι άλλο να ασχοληθεί. Αλλά στην καινούρια της δουλειά δεν υπήρχε εκείνος, να τα δέχεται όλα σιωπηλά, να ανασαίνει στον ρυθμό της, να περπατά σαν γάτα γύρω από τον θυμό της. Και η σκέψη της γύρισε πίσω σε εκείνο το πρώτο βράδυ. Πόσο της έλειπε εκείνο το πρώτο βράδυ. Έπειτα συνειδητοποίησε πόσο άσχημα του είχε φερθεί αλλά και πως ίσως ο λόγος που εκείνος τα είχε ανεχτεί όλα αυτά ήταν κάτι παραπάνω από εθισμός στη σιωπή ή μια απλή αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη λάντζα.                     
            Επισκέφτηκε ξανά το μπαρ, στο οποίο είχε ορκιστεί να μην ξαναπατήσει, μόνο και μόνο για να τον βρει. Τον βρήκε σε ένα νέο πόστο, μπάρμαν πια. Του παρήγγειλε ένα Νες σκέτο, νομίζοντας πως εκείνος θα καταλάβαινε.
            -Καφέ, τέτοια ώρα; τη ρώτησε.
            -Καλά, φέρε μου ένα ρούμι.
            Όταν της το σέρβιρε, του έπιασε το χέρι. Εκείνος τραβήχτηκε.
            -Σου φέρθηκα άσχημα, ε; τον ρώτησε.
            Εκείνος σιώπησε για λίγο, κοιτώντας γύρω του.
            -Εγώ σε άφησα, της είπε τελικά.
            -Ναι. Αλλά γιατί;
            -Γιατί τότε μου άρεσες.
            -Και τώρα;
            -Τώρα είμαι μπάρμαν.
            Σαν να της έλεγε: τώρα νοιώθω άνθρωπος. 


Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Ιf songs were lines in a conversation (Νικ Ντρέικ)

Αρχές 1998. Έχω ακούσει τον Nick Drake μόλις μία φορά στο ραδιόφωνο (σε εκπομπή του Θανάση Μήνα) και δεν έχω καταφέρει να σχηματίσω ακόμα γνώμη. Ωστόσο, πέφτει εκείνη τη χρονιά στα χέρια μου ένα τεύχος του Q, με γκάλοπ για τα 100 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών, και, παρόλο που η λίστα είναι μάλλον αναξιόπιστη (για να μην πω αναξιοπρεπής, αφού περιλαμβάνει άλμπουμ από τους Τexas και τους Cast – εντάξει, είπαμε, καλοί και άγιοι, αλλά όχι και για τα 100 καλύτερα όλων των εποχών), περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα άλμπουμ από τον Nick Drake, το Bryter Layter. Την επόμενη φορά που το πετυχαίνω στο Μετρόπολις το αγοράζω, προς 2800 δραχμές (η ετικέτα βρίσκεται ακόμα κολλημένη πάνω στο cd). Επιστρέφοντας σπίτι, το βάζω να παίζει. ΤΟ εναρκτήριο κομμάτι μου είναι αδιάφορο. Προχωράμε στο δεύτερο. Μη έχοντας κλείσει ακόμα τα 18, είμαι απόλυτος στα μουσικά μου γούστα, κι αν κάτι δεν είναι χιπ ή δεν μου αρέσει με την πρώτη, δεν ασχολούμαι περαιτέρω μαζί του. Κι όμως, όταν αυτό το δεύτερο κομμάτι (το Ηazey Jane II) τελειώσει, παρόλο που δεν μου έχει αρέσει, αποφασίζω να το ξανακούσω πριν προχωρήσω στο επόμενο, ορμώμενος από μια παράξενη, πρωτόγνωρη επιθυμία, την επιθυμία να καταλάβω γιατί δεν μου άρεσε. Η δεύτερη φορά είναι κοσμογονική. Αμέσως λατρεύω το κομμάτι, για το ρυθμό του, τα πνευστά του, την ηλεκτρική κιθάρα του Ρίτσαρντ Τόμσον (που δεν ξέρω ακόμα ποιος είναι) και αυτούς τους παράξενους στίχους (ειδικά τον εναρκτήριο – What will happen in the morning when the world it gets so crowded that you cant look out your window in the morning –και τον τελευταίο, που μου ταιριάζει, δυστυχώς, ακόμα και σήμερα γάντι – if songs were lines in a conversation, the situation would be fine). Για τις επόμενες ώρες δεν ακούω τίποτα άλλο από αυτό το ένα τραγούδι. Τις επόμενες μέρες προχωράω και στο υπόλοιπο cd, που είναι, ωστόσο, διαφορετικό. Εκεί ανακαλύπτω έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο αιθέριας μελαγχολίας, μιας γαλήνης τόσο απόλυτης, που σε αφήνει ανήμπορο. Ο δίσκος είναι τόσο ωραία παιγμένος, τόσο ωραία ενορχηστρωμένος (από τον συμφοιτητή του Drake, Robert Kirby), που δεν μοιάζει με τίποτα που είχα ακούσει ως τότε και που να έχω ακούσει μέχρι και σήμερα, παρά τις ορδές των τραγουδιστών που λένε πως έχουν επηρεαστεί από τον Drake. Το Bryter Layter είναι από τους δίσκους που σου πλουτίζουν τον κόσμο, που σου προσφέρουν ένα καταφύγιο που ούτε τα καλύτερα βιβλία δεν μπορούν να σου προσφέρουν, και για αυτό θα είμαι πάντα ευγνώμων στον Nick Drake, που πέθανε, από υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών, σαν σήμερα, πριν από 39 χρόνια.