Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 25

-Τι μπορεί να θες πια από μένα; αναρωτήθηκε, μόλις είδε τον αριθμό της Ρίτας στην οθόνη του κινητού του. Η ώρα ήταν τρεις τα ξημερώματα κι οι δυο τους είχαν να μιλήσουν κοντά στα τέσσερα χρόνια.
-Σε παρακαλώ. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, του είπε. Την είχαν παρατήσει μόνη σε μια ερημιά. Πήρε το αμάξι του και πήγε να τη βρει. Την είδε να κόβει βόλτες ανήσυχη, στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε και της φώναξε.
-Έλα μέσα, τι περιμένεις;
-Περίμενε λίγο, του είπε.
Ξαφνικά, άκουσε την άλλη πόρτα να ανοίγει και ένα πιστόλι στον κρόταφό του. Τον ανάγκασαν να βγει από το αμάξι, αφού πρώτα τους είχε δώσει όλα του τα λεφτά. Τον άφησαν εκεί, στην ερημιά, και πήραν μαζί τους τη Ρίτα. Ο φίλος μας δεν ήξερε τι να πει.
Κατέθεσε μήνυση. Δεν περίμενε να τους βρουν, κι όμως, τους βρήκαν. Οι αστυνομικοί του έκαναν λόγο για μια σπείρα. Είχαν συλλάβει τους άντρες που την αποτελούσαν, αλλά όχι την αρχηγό, μια γυναίκα με το κωδικό όνομα Ρίτα. Σε κάθε περίπτωση, θα τον ενημέρωναν.
Γύρισε σπίτι του και την βρήκε εκεί, να τον περιμένει.
-Σε παρακαλώ, χρειάζομαι τη βοήθειά σου, του είπε.
-Θυμάσαι τι συνέβη την τελευταία φορά που μου το είπες αυτό;
-Τώρα είναι διαφορετικά. Σε παρακαλώ. Έχω μετανιώσει.
Κι όμως, τον έπεισε. Της άνοιξε την πόρτα και την άφησε να περάσει. Όταν τον πλησίασε και του έβγαλε το παλτό κι έπειτα το πουλόβερ και ούτω καθεξής, εκείνος της το επέτρεψε, συγχυσμένος και ακόμα ερωτευμένος.
Έμειναν μαζί για μερικούς μήνες. Η αστυνομία συνέχιζε να την ψάχνει, εκείνος συνέχισε να την κρύβει. Μέχρι που άρχισαν να τον υποψιάζονται. Κάτι έπρεπε να γίνει. Εκείνος ήθελε να παραδοθεί από μόνος του, ούτως ώστε να τους αποπροσανατολίσει και να τη γλυτώσει η Ρίτα. Εκείνη, όμως, ούτε να το ακούσει.
Τελικά, ένα πρωινό ο φίλος μας ξύπνησε και δεν βρήκε την ερωμένη του εκεί. Ανοίγοντας ραδιόφωνο στη δουλειά, άκουσε πως είχε παραδοθεί η αρχηγός της μεγαλύτερης σπείρας ληστών, μετά από μήνες καταδίωξης. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Κι άλλωστε, ένοιωθε πως της χρωστούσε χάρη.
Άρχισε να την επισκέπτεται συχνά στη φυλακή. Ένοιωθαν κι οι δύο μια ζεστασιά, αντικρύζοντας ο ένας τον άλλον. Η Ρίτα ζούσε μόνο για τη στιγμή που θα την επισκεπτόταν εκείνος, εκείνος μόνο για τη στιγμή που θα την αντίκρυζε, έστω πίσω από τα κάγκελα του επισκεπτηρίου. Δεν τον ένοιαζε που είχε ερωτευτεί μια εγκληματία, δεν την ένοιαζε που είχε ερωτευτεί έναν φυσιολογικό άνθρωπο.
Παντρεύτηκαν μετά από μερικούς μήνες στο παρεκκλήσι των φυλακών. Όταν η Ρίτα επιτέλους βγήκε, έβαλαν μπροστά καινούρια σπείρα. Μόνο που έπρεπε να περιμένουν εννιά μήνες για να τους παραδοθεί το τρίτο μέλος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου