Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου: Το Ορφανό Αριστούργημα - 29/3/2017, Εκδόσεις Εύμαρος, Ταύρος

Oι Εκδόσεις Εύμαρος σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Δρόσου «Το ορφανό αριστούργημα» την Τετάρτη 29 Μαρτίου στις 7:30 μ.μ., στον καινούριο χώρο τους, Ελευθερίας 2, στον Ταύρο.


Για το βιβλίου θα μιλήσουν: 
Μαρώ Τριανταφύλλου, συγγραφέας-ιστορικός
Χρήστος Κορολής, εκπαιδευτικός
Πέτρος Κακολύρης, υπεύθυνος των εκδόσεων Εύμαρος
και ο ίδιος ο συγγραφέας. 
Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η συγγραφέας και επιμελήτρια του βιβλίου Θούλη Στάικου.






ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Το "Ορφανό Αριστούργημα" είναι το δεύτερο βιβλίο του Γιώργου Δρόσου και το πρώτο που εκδίδεται με το πραγματικό του όνομα (είχε προηγηθεί η «Ελληνική Ασφυξία», που είχε κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης).

«…Στο σπίτι του Εολανδού συγγραφέα Ίπκες Γκέρεμι, δε βρέθηκαν πολιτικά βιβλία -μόνο μυθιστορήματα και θεατρικά· στους αστυνομικούς, ωστόσο, που τον συνέλαβαν και έπειτα έψαξαν το διαμέρισμά του, αρκούσε απλώς εκείνο το ένα βιβλίο που είχε γράψει τελευταία –η Καμπάνια- ένα βιβλίο που ήταν από μόνο του ικανό να τον καταστήσει ύποπτο»

Το «Ορφανό Αριστούργημα» τοποθετείται στη φανταστική χώρα Εολάνδη, που είναι χτυπημένη από μια πρωτόγνωρη και πολυεπίπεδη κρίση. Εκεί, ο καταξιωμένος συγγραφέας Ίπκες Γκέρεμι συλλαμβάνεται λόγω του σατιρικού του βιβλίου «Η Καμπάνια». Αφήνει πίσω του μια πλειάδα ανέκδοτων πεζών, μεταξύ των οποίων και το κατ’ αυτόν σπουδαιότερο μυθιστόρημα που έγραψε ποτέ, την ‘Άλλη Αισθηματική Αγωγή’. Η ‘Άλλη Αισθηματική Αγωγή’ είναι ένα κείμενο που δεν αξίζει να μείνει στην αφάνεια – ποιος, όμως, θα μπορούσε να είναι ο τρόπος να φτάσει στο κοινό, τώρα που ο συγγραφέας του έχει καταστεί
persona non grata;


«Το ορφανό αριστούργημα» είναι μια συναρπαστική νουβέλα που μιλά με τρόπο καίριο για τον κοινωνικό ρόλο του συγγραφέα, για την πολιτική, για τη φήμη, αλλά και για τον έρωτα – όλα αυτά σε μια εποχή τόσο παράξενη και τόσο ταραγμένη.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Καινούριο βιβλίο, καινούριο (δηλαδή, το παλιό) όνομα

Τέσσερα χρόνια μετά την Ελληνική Ασφυξία, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος το δεύτερο βιβλίο μου, που φέρει τον τίτλο "Το Ορφανό Αριστούργημα". Μην παραξενευτείτε αν στην παρακάτω φωτογραφία δείτε το όνομα Γιώργος Δρόσος: όπως κάποιοι πιθανώς γνωρίζουν, αυτό είναι το πραγματικό μου, και όχι το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. 





Το γιατί επέλεξα αρχικά να γράφω με ψευδώνυμο, θα μπορούσε πιθανώς να αποτελέσει το αντικείμενο ενός άλλου, ίσως μακροσκελέστερου post. Σε κάθε περίπτωση, θα πω πως τελικά το να υπογράφεις κείμενα (λογοτεχνικά και άλλα) με το πραγματικό σου όνομα σού παρέχει αυτό ακριβώς που νομίζεις πως θα σου παρείχε ένα alter ego: ουσιαστική συγγραφική ελευθερία. 

Όσο για το νέο βιβλίο, αυτό γράφτηκε την άνοιξη του 2014 και τοποθετείται στη φανταστική χώρα Εολάνδη, που είναι χτυπημένη από μια ευρεία κρίση. Η υπόθεση ξεκινά με τη σύλληψη του συγγραφέα Ίπκες Γκέρεμι, όταν  αυτός γράφει ένα βιβλίο που σατιρίζει -σχεδόν ανοιχτά- ένα από τα πιο επιφανή μέλη της τοπικής κυβέρνησης. Ο Γκέρεμι αφήνει πίσω του μια πλειάδα ανέκδοτων πεζογραφημάτων, τα οποία καλείται να διαβάσει ο συνεργάτης των αρχών Γκάμπριελ Κόμοντι - ανακαλύπτοντας, τελικά, ανάμεσα σε αυτά, ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά κείμενα που έχει διαβάσει ποτέ του: το μυθιστόρημα Η Άλλη Αισθηματική Αγωγή, που, καθώς ο δημιουργός του τελεί υπό φυλάκιση, έχει καταστεί πλέον ένα Ορφανό Αριστούργημα

(Το εξώφυλλο σχεδίασε η Αλίκη Κακουλίδου, ενώ τη φιλολογική επιμέλεια είχε η Θούλη Στάικου. Τις ευχαριστώ πολύ και τις δύο, όπως ευχαριστώ και τους ανθρώπους του Εύμαρου για την πραγματικά αγαστή συνεργασία.)  

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

It was 39 years ago today...

Σαν σήμερα, πριν από 39 χρόνια, η δισκογραφική Polydor ανακοίνωνε την έναρξη της συνεργασίας της με ένα νεανικό συγκρότημα από το Surrey, το προάστειο έξω από το Λονδίνο. Επρόκειτο για τους The Jam, το συγκρότημα των Paul Weller (κιθάρα-φωνή), Bruce Foxton (μπάσο-φωνή), Rick Buckler (τύμπανα). Στα πέντε επόμενα χρόνια της κοινής τους πορείας (μέχρι την ξαφνική διάλυση του συγκροτήματος από τον frontman του και βασικό του συνθέτη-στιχουργό, Paul Weller), οι The Jam υπήρξαν ένα από τα πιο σημαντικά και εμπορικά επιτυχημένα συγκροτήματα της γενιάς τους, με αξιοθαύμαστα ακέραιη πολιτική στάση και πρωτοφανές "δέσιμο" με τους οπαδούς τους. Όπως έχω ξαναγράψει, Οι The Jam ήταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η κατεξοχήν νεανική μπάντα, όχι μόνο επειδή οι ίδιοι βρίσκονταν στην πρώιμη νεότητά τους κατά την περίοδο της κοινής τους δραστηριοποίησης ούτε επειδή πολλοί από εμάς τους ανακαλύψαμε σε μια παρόμοια ηλικία, αλλά επειδή και με τους τόσο περίτεχνους στίχους του Γουέλερ, και με τη μελωδικότητα (μια λέξη που ακούγεται πολλάκις στο εν λόγω ντοκυμαντέρ) των συνθέσεων και με τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο τους, τις νευρώδεις κιθάρες του αρχηγού τους, το πάντα ανήσυχο (συναισθηματικά και μουσικά) του Μπρους Φόξτον και το συναρπαστικό παίξιμο στα ντραμς του Ρικ Μπάκλερ, οι The Jam απέδωσαν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη μπάντα είχε προηγηθεί και οποιαδήποτε ακολούθησε όλο αυτό το νεύρο (και τα νεύρα), το θυμό, την απελπισία, αλλά και τη δυναμικότητα, την ευαισθησία, τη ζωντάνια, την ονειροπόληση, τη μαχητικότητα που βιώνει κανείς ειδικά στη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία της ζωής του.




Τέτοιες και άλλες μουσικές ιστορίες αύριο στη Ράμπλα, Ακαδημίας 74. Περισσότερες πληροφορίες, εδώ

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Μια μάλλον γνώριμη ιστορία - για το "Vinyl"

Μαθαίνεις πότε-πότε για την επικείμενη έλευση κάποιων πραγμάτων –δίσκων, ταινιών, βιβλίων κ.ό.κ.- κι αμέσως τα ξεχωρίζεις, χτίζοντας – συνειδητά ή ασυνείδητα – μες στη σκέψη σου έναν ολόκληρο πύργο από προσδοκίες – πύργο που συνήθως καταρρέει τελικά, άμα τη αφίξει αυτού του καλλιτεχνικού προϊόντος, διότι το έχεις αναγάγει εκ των προτέρων σε κάτι ανώτερο από αυτό που όντως είναι.
      Ωστόσο, τι άλλο από υψηλές προσδοκίες μπορείς να καλλιεργήσεις αν είσαι μουσικόφιλος και πληροφορείσαι πως ετοιμάζεται σειρά με θέμα ένα στέλεχος δισκογραφικής κατά την (τόσο επιδραστική, επεισοδιακή, επικίνδυνη) δεκαετία του 1970, και, μάλιστα, με τη συμβολή των Μάρτιν Σκορσέζε και Μικ Τζάγκερ;  
        Και τελικά, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την ανακοίνωση πως οι δύο προαναφερθέντες μαζί με τον Τέρενς Γουίντερ ετοίμαζαν τηλεοπτική σειρά με θέμα τη μουσική βιομηχανία στα ‘70’s, προχτές το βράδυ (ώρα ΗΠΑ), το Vinyl έκανε επιτέλους την πρεμιέρα του στο HBO. Και ναι, είναι όσο δεν πάει καλογυρισμένο – τι άλλο θα μπορούσε να είναι δεδομένου του ότι ο Σκορσέζε έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία του πρώτου, σχεδόν δίωρου επεισοδίου;· ναι, οι ηθοποιοί τα δίνουν όλα – ο πρωταγωνιστής Bobby Cannavale αφήνει κιόλας το στίγμα του στο «τηλεοπτικό τοπίο»· ναι, η πρώτη μπάντα που εμφανίζεται στη σειρά είναι οι New York Dolls· ναι, ακούς κάποια στιγμή τη φωνή του Steve Marriott να τραγουδά (πράγμα μάλλον σπάνιο για αμερικανική σειρά)· ναι, έχει γυρίσματα στο εσωτερικό του Brill Building (ή σε κάτι που μοιάζει με αυτό)· ναι, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι άψογη· ναι, δίνει χώρο σε κάμποσα νέα ταλέντα (μεταξύ των οποίων και το γιο του Μικ Τζάγκερ).
        Ωστόσο, όσο ωραία κι αν είναι όλα αυτά, όσο κι αν έχουν γίνει με βαθιά γνώση του θέματος και με εξαιρετικό επαγγελματισμό, στον πυρήνα του σεναρίου δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ίδια, χιλιοειπωμένη (ειδικά από τον ίδιο τον Σκορσέζε), τετριμμένη εν τέλει ιστορία της ανόδου και της πτώσης, του άντρα που κατέχει θέση ισχύος αλλά μπαίνει σιγά-σιγά στην κρίση μέσης ηλικίας, του εθισμού στην κόκα και το σεξ, των διαλυμένων σχέσεων, της απομόνωσης, του υπερβολικού πάθους για τη μπίζνα (όποια κι αν είναι αυτή), των εξωφρενικών (παρότι αριστοτεχνικά δοσμένων) σκηνών κραιπάλης και βίας και ούτω καθεξής. Κι ενώ ακόμα και ο «Λύκος της Γουώλ Στριτ» ήταν μια απολαυστική ιστορία, εδώ πολύ απλά αυτό το στοιχείο του entertainment είναι σχεδόν παντελώς απόν. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει χιούμορ, δεν υπάρχει "ζουμί". Λες και δεν υπάρχουν άλλες ιστορίες να ειπωθούν, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τύποι ανθρώπων που αξίζουν της προσοχής και του ενδιαφέροντός μας. 
     Περαιτέρω, υπάρχει σε αυτή τη σειρά (όπως και στους Σοπράνος, ένα σίριαλ που κατά τα άλλα εγώ θεωρώ τεχνικά και καλλιτεχνικά αξεπέραστο, αλλά και αλλού), κάτι που μου φαίνεται μάλλον επικίνδυνο, σε καθαρά πολιτικό και ηθικό επίπεδο: η προσπάθεια να βγει λάδι μια περσόνα σαν τον Richard Finestra/Bobby Cannavale - ένας άνθρωπος περιστασιακά βίαιος, ένας άνθρωπος που παραδέχεται στους ακροατές/θεατές του πως κάνει το παν προκειμένου οι μουσικοί της εταιρείας του να μη βγάζουν παρά ελάχιστα χρήματα, και το κέρδος να συγκεντρώνεται στον ίδιο και τους συνεργάτες του κτλ. -, μια προσπάθεια να του αποδοθεί το ακαταλόγιστο, και, μάλιστα, ούτε καν με τη δικαιολογία πως είναι κατά βάθος καλόψυχος, αλλά μονάχα βάσει του ότι είναι, πολύ απλά, ο πρωταγωνιστής.   
     Υπάρχουν ακόμα κάμποσες ανακρίβειες, κάμποσα κλασσικά τραγούδια εκ νέου ηχογραφημένα για τις ανάγκες συγκεκριμένων σκηνών, κάμποσες καρικατούρες υπαρκτών ροκ σταρ (ο Ρόμπερτ Πλαντ της σειράς είναι απερίγραπτα κακός στο ρόλο του), κάμποσες υπερβολές και επαναλήψεις όσον αφορά τις καταχρήσεις και τις κραιπάλες κ.ό.κ. – αλλά αυτά είναι δευτερεύοντα ούτως ή άλλως. Αν η ιστορία ήταν ουσιαστικά ενδιαφέρουσα, τέτοιες λεπτομέρειες θα περνούσαν λίγο-πολύ απαρατήρητες.
    Από την άλλη, ξαναδιαβάζω όσα γράφω παραπάνω και συνειδητοποιώ πως ίσως βιάζομαι λίγο. Η τηλεόραση, ειδικά με τον τρόπο που γράφεται (και «αναπτύσσεται») στις ΗΠΑ, αφήνει χώρο στους σεναριογράφους, τους χαρακτήρες και εν τέλει τους θεατές να αλλάξουν την οπτική τους, και αυτό ακόμα το κέντρο του ενδιαφέροντός τους και στις ιστορίες να παρεκκλίνουν συχνά προς κάπου που κανείς μας δεν είχε στην αρχή φανταστεί. Οψόμεθα…  

(Τέτοιες και άλλες μουσικές ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ )

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ελεγείες των Εξαρχείων - για την περίπτωση του Χρήστου Δ. Τσατσαρώνη

Πηγαίνουμε συχνά με την Α. σε μια καφετέρια στο κέντρο, καφετέρια στην οποία, μεταξύ άλλων, ετοιμάζουμε - με πολύ αργούς ρυθμούς, από δική μου υπαιτιότητα – ένα ας-πούμε-πρότζεκτ (περισσότερα επ’ αυτού σε μελλοντικό ποστ). Εκεί, στην πρόχειρη βιβλιοθήκη που έχουν στήσει οι μαγαζάτορες, βρήκα αφημένο ένα βιβλιαράκι περίπου σαν αυτό που έχω βάλει μπρος κι εγώ: έναν μικρό τόμο με ποιήματα, με χάρτινο εξώφυλλο, αυτοέκδοση κάποιου κυρίου με το όνομα Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης.
    Δεν είναι πρωτότυπο για έλληνες ποιητές να «σκαρώνουν» τέτοια τομίδια (αν δεν κάνω λάθος, ήταν μια πρακτική προσφιλής ακόμα και στον Καβάφη ή τον Νίκο Παναγιωτόπουλο). Ειδικά στις μέρες μας, μέσα σε όλη αυτή την οικονομική δυσπραγία από τη μία και από την άλλη τον συνεχιζόμενο σνομπισμό κάποιων εκδοτικών απέναντι και σε ό,τι δεν ακολουθεί την (ποιητική ή όποια άλλη) νόρμα και σε «πένες» που δεν αντιστοιχούν σε κάποιο «καθιερωμένο» όνομα, δεν είναι καθόλου παράξενο για έναν άνθρωπο που καταπιάνεται με το γράψιμο να ακολουθεί αυτή την οδό. Και ίσως, εκτός αυτών, να υπάρχει και η ακόλουθη, πολύ απλή εξήγηση: να μη θες καν να μπεις στο όλο εκδοτικό «πανηγυράκι» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
       Από τη μία σε βάζουν σε σκέψη τα παραπάνω, από την άλλη λες «ευτυχώς που υπάρχουν (έστω) και οι αυτοεκδόσεις», γιατί έτσι πετυχαίνεις στο διάβα σου κάποιες λογοτεχνικές φωνές που σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα σου γίνονταν γνωστές και οι οποίες είναι πραγματικά άξιες προσοχής. Δεν υπονοώ πως όλοι όσοι κάνουν αυτοεκδόσεις είναι αδικημένες μεγαλοφυΐες ούτε πως όλοι όσοι εκδίδουν δια της καθιερωμένης οδού είναι ανάξιοι και υπερτιμημένοι, ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις από τους μεν που, κατά το κοινώς λεγόμενο, έχουν όντως κάτι να πουν, και σε επίπεδο φόρμας και σε επίπεδο περιεχομένου (και περιπτώσεις από τους δε που, ε, δεν…).
       Ο Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, λοιπόν· γεννημένος το 1968, όπως αναφέρει ο ίδιος στο σύντομο βιογραφικό αυτής της αυτοέκδοσης, «ισόβιος» κάτοικος των Εξαρχείων (συνοικίας που παίζει αρκετά βαρύνοντα ρόλο στο εν λόγω πόνημα), παρουσιάζει την επαγγελματική και καλλιτεχνική του δραστηριότητα με ένα μόνιμο πνεύμα αυτοσαρκασμού: κι όμως, οι δημοσιεύσεις του είναι πολλές – χωρίς να αφορούν μόνο τη λογοτεχνία-, σε μεγάλες εφημερίδες, στο ενδιαφέρον περιοδικό «Φαρφουλάς» και αλλού, όπως πολλά φαίνονται να είναι και τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του.
     Στο δια ταύτα, το πρώτο πράγμα που διακρίνεις στα ανά χείρας ποιήματα είναι μια σχεδόν διαρκής κατήφεια και θλίψη, η οποία, ωστόσο, δεν παίρνει πάντα στα σοβαρά τον εαυτό της. Κάποια ποιήματα (π.χ. Rigor Mortis, 120 κιλά, Θλιβεία, Ο Δόκτωρ Χάνεται κ.ά.) δεν δείχνουν να καταλήγουν πουθενά. Είναι γραμμικά και επίπεδα μέσα στη μαυρίλα τους. Δεν έχουν κάποια κορύφωση, κάποιο φινάλε, κάποια ανατροπή, κάποιο punchline, κάποιο επιμύθιο. Αυτοαναλώνονται στη σκοτεινότητά τους. Αν έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα ή αν κρύβουν στον πυρήνα τους κάποιο αστείο, εγώ προσωπικά δεν είμαι σε θέση να το πιάσω.
      Ωστόσο, προχωρώντας πέρα από αυτό το στοιχείο, ανακαλύπτεις κείμενα που και χιούμορ έχουν, και ενδιαφέρουσα εικονοπλασία και συμβολισμούς, και ανατροπές και ένα ελαφρύ πολιτικό στοιχείο. 
     Ξεχώρισα, μεταξύ άλλων, το «Σ’ αυτή τη γιορτή», το οποίο έχει μεν μια προφανή ίσως κατάληξη, αλλά η κατάληξη αυτή γίνεται με πολύ ενδιαφέροντα τεχνικά τρόπο – ο οποίος έχει να κάνει με την ομοιοκαταληξία του τελευταίου διστίχου. Ξεχώρισα επίσης το ποίημα «Ο Σπόγγος», το οποίο είναι μια αλληγορία για τους ανθρώπους τους οποίους οι γύρω τους επιφορτίζουν με το ρόλο του τέρατος, έστω κι αν δεν διαθέτουν στην πραγματικότητα οτιδήποτε το τερατώδες, αλλά θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει σαν μια αλληγορία για τον συγγραφέα ή ακόμα και για τον ψυχοθεραπευτή, δύο τύπους ανθρώπων που επίσης σφουγγίζουν τη δυστυχία (ή την ευτυχία) των γύρω τους και τη μετουσιώνουν (ή, έστω, προσπαθούν) σε κάτι άλλο. Τεχνικά, το ποίημα «Το άδειο κατάστημα» ακολουθεί μεν την οδό της κατήφειας που περιγράφηκε παραπάνω, ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Χ.Δ.Τ. αφήνει ανολοκλήρωτη την τελευταία φράση, όχι μόνο αποφεύγει να επαναληφθεί αλλά δίνει και το ελεύθερο στον αναγνώστη να φανταστεί ό,τι ο ίδιος επιθυμεί σχετικά με αυτόν τον λειψό παραλληλισμό. «Τα γυαλιτάκια» και «Οι φακές» χρησιμοποιούν τα σύμβολά τους με πολύ ωραίο τρόπο και θα μπορούσαν και τα δύο να γίνουν λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια (κι αυτό, εν προκειμένω, είναι κάτι σαφώς θετικό). Το «Χάσμα γενεών» είναι ένα πολύπλευρα πολιτικό ποίημα, ενώ η «Χημειοθεραπεία» είναι αφοπλιστικά απλή και αφοπλιστικά ειλικρινής. Το «Χώνεται» είναι στημένο πάνω σε μια εξαιρετική (όσο και εφιαλτική) παρομοίωση, ενώ το τελευταίο ποίημα, τα «Ψωμιά» είναι γεμάτο από εξαιρετικά δοσμένες εικόνες της σύγχρονης Αθήνας.
     Γενικά, έχουμε να κάνουμε με έναν ευφυή άνθρωπο, ευαίσθητο και εξαιρετικά παρατηρητικό, με οξεία λεξιπλαστική ικανότητα και χιούμορ, ο οποίος αξίζει πολύ περισσότερη προσοχή από αυτή που λαμβάνει. Γενικά, υπάρχει στη λογοτεχνική σκηνή αυτής εδώ της χώρας, ένα παράλληλο ποιητικό ποτάμι, που είναι κατά καιρούς και κατά περιπτώσεις πολύ πιο ενδιαφέρον και πολύ πιο ευρηματικό από το mainstream (pun intended),  που πλασάρεται ως σπουδαίο.


            

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Το Χαμένο Ακόρντο - με αφορμή την επέτειο γέννησης του Τζέιμς Τζόυς (2 Φλεβάρη)

Πριν τέσσερις μέρες συμπληρώθηκαν 134 έτη από τη γέννηση του μεγαλοφυούς Τζέιμς Τζόυς, ενός ανθρώπου που είχε πέσει θύμα κι αυτός του (πάντα ζωντανού, στα μέρη μας) φαινομένου της λογοκρισίας, αλλά έχει τώρα πια φτάσει να αναγνωρίζεται ως ο σπουδαιότερος Ιρλανδός πεζογράφος και ένας από τους σημαντικότερους παγκοσμίως. 

Η πολυπλοκότητα της σκέψης και του ταλέντου του Τζόυς φαίνεται όχι μόνο από τα γραπτά του αλλά και από την ικανότητά του ως μουσικού, καθώς και από το ότι χρησιμοποίησε τεχνικές μουσικής σύνθεσης στην ίδια τη διαδικασία διαμόρφωσης των κειμένων του. Και, βέβαια, η μουσική δεν θα μπορούσε παρά να έχει κι αυτή το ρόλο της στην πεζογραφία του - πάρτε για παράδειγμα το διήγημά του "Οι Νεκροί" (από τη συλλογή "Οι Δουβλινέζοι") ή τον περίφημο "Οδυσσέα" του. 

Ένα από τα τραγούδια που "ακούγονται" σε αυτό το μνημειώδες μυθιστόρημα είναι το "The Lost Chord", το μελοποιημένο από τον Άρθουρ Σάλλιβαν (για όσους δεν τον έχουν υπόψιν τους, μια πρώτη γνωριμία μαζί του θα μπορούσε να γίνει εδώ) ποίημα της Άντελεϊντ Αν Πρόκτερ. Η Πρόκτερ, φιλάνθρωπος, φεμινίστρια, αλλά και αγαπημένη ποιήτρια της βασίλισσας Βικτώριας, μάλλον άγνωστη στην Ελλάδα, έγραψε το ποίημα αυτό στα 1858.

Η ιστορία αφορά ένα (άγνωστο) ακόρντο το οποίο παίζει τυχαία στο αρμόνιο η αφηγήτρια, κατά τη διάρκεια μιας δυσάρεστης για εκείνη μέρας, χωρίς να βλέπει ποια πλήκτρα πατάνε τα δάχτυλά της. Το ακόρντο αυτό ακούγεται τέλειο, δείχνει να ταυτίζεται με (ή, τουλάχιστον, να αποκαλύπτει) το ίδιο το νόημα της ζωής, αλλά χάνεται, προτού καν η αφηγήτρια να καταλάβει ποιο είναι, ποιες νότες το αποτελούν. Έκτοτε το αναζητά σε όλη της τη ζωή, σίγουρη πως δεν θα το ξανακούσει, παρά μόνον, ίσως, στο υπερπέραν. 

Το ποίημα έχει σαφώς θεολογικές/μεταφυσικές αναφορές, αλλά θα μπορούσε επίσης να ερμηνευτεί ως ένα σχόλιο πάνω στο φευγαλέο χαρακτήρα της ευτυχίας ή του ταλέντου ή του έρωτα (ή όλων των παραπάνω μαζί) ή απλά σαν μια αλληγορία για όλες τις χαμένες ευκαιρίες (ή δημιουργικές ιδέες) που περνάνε μπροστά μας κι εμείς δεν μπαίνουμε στον κόπο να τις εκμεταλλευτούμε, ζώντας έκτοτε με το πικρό ερώτημα "Τι θα είχε γίνει αν...;". 

Παρακάτω, επιχειρώ μια αρκετά ελεύθερη μετάφραση του εν λόγω ποιήματος:

"Καθισμένη μία μέρα στο αρμόνιο, κουρασμένη και με διάθεση πικράν
Τα δάχτυλά μου ροβολούσαν άνευρα πάνω από τα πλήκτρα τα οχληρά
Δεν ήξερα τι έπαιζα, σε ποια χώρα ήμουν καν ονειρικήν,
Μα κάπως σήμανα ένα ακόρντο, ίδιο ο ήχος του Μεγάλου Αμήν

Πλημμύρισε το άλικο λυκόφως, σαν το φινάλε κάποιου ουράνιου ψαλμού
Και άγγιξε το εμπύρετό μου πνεύμα με ένα χάδι γαληνέματος βαθιού   
Ημέρεψε τον πόνο και τη θλίψη, σαν την αγάπη που διαπάλες ξεπερνά  
Και θύμιζε ηχώ που εναρμονίζει όλου του βίου μας τη διάφωνη στριγκλιά 

Συνέδεσε έννοιες μπερδεμένες σε μιαν ειρήνη που ‘ν’ απόλυτα στρωτή
Και τρέμοντας εσιώπησε για πάντα σαν να εδίσταζε να παύσει, να χαθεί
Το έψαξα, το ψάχνω ακόμα εις μάτην, αυτό το ένα το ακόρντο το θεϊκό
Που ήρθε από το είναι του αρμονίου και μπήκε στο δικό μου το τρωτό

Ίσως μονάχα ο λαμπρός ο Άγγελος Θανάτου ξανά το ακόρντο αυτό να κάνει ν’ ακουστεί
Και μόνο στον Παράδεισο να ξανακούσω εκείνο το ένα, το Μεγάλο Αμήν."

Το ποίημα το μελοποίησε σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα ο συνθέτης Άρθουρ Σάλλιβαν, με αφορμή το θάνατο του αδερφού του. Ορίστε και η πρώτη ηχογράφηση της σύνθεσης, από τον ίδιο το μουσουργό: 


Πέρα από τις σαφείς αναφορές στο ποίημα και το τραγούδι στην αγγλόφωνη λογοτεχνία και μαζική κουλτούρα (π.χ. ο κωμικός και μουσικός Τζίμι Ντουράντε είχε γράψει ένα τραγούδι-απάντηση, με τίτλο "I'm The Guy Who Found The Lost Chord"), είναι ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς πως ένα παρόμοιο θέμα αγγίζει (ακροθιγώς) και ο Leonard Cohen στο διάσημο τραγούδι του "Hallelujah" ("I heard there was a secret chord/ that David played and it pleased the lord"), αλλά και παλιότερα, οι The Who, στο "Pure and Easy", ένα από τα τραγούδια που είχαν γραφτεί για την ροκ όπερα Lifehouse, η οποία ποτέ δεν ολοκληρώθηκε ("Τhere once was a note/ pure and easy/ playing so free/ like a breath, rippling by/The note is eternal/ I hear it, it sees me/forever we blend/and forever we die"): τη σύνδεση ενός μουσικού στοιχείου με το σύμπαν ή το νόημα της ζωής. Παραμένοντας στην popular μουσική, παρακάτω έχουμε τη μελοποίηση ενός ποιήματος του ίδιου του Τζόυς από τον Σιντ Μπάρετ:



Περισσότερος Τζόυς και μουσική εδώ

Τέτοιες και άλλες ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ








Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Αναμνήσεις μιας Pop Πάτρας

(Πρώτο διήγημα για το μπλογκ φέτος, γραμμένο προ διμήνου για μια δημοφιλή ιστοσελίδα που δεν εδέησε να το χρησιμοποιήσει -και, κυρίως, δεν εδέησε να με ενημερώσει καν για τη μη χρήση, προχωρώντας σε άλλη θεματική διηγημάτων. Η ιστορία είναι βασισμένη σε ένα από τα αγαπημένα μου indie pop τραγούδια της εγχώριας σκηνής, το οποίο παίζω συχνά πυκνά στην εκπομπή, αλλά για το οποίο δεν γνωρίζω απολύτως τίποτα πέραν του τίτλου του και του ονόματος του συγκροτήματος που το ερμηνεύει. Σε κάθε περίπτωση, το ποστάρω στο βίντεο μετά το τέλος του διηγήματος, με μοναδική σημείωση πως η φωτογραφία που χρησιμοποιείται στο βίντεο αυτό είναι κατά πάσα πιθανότητα λάθος. Οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία είναι, φυσικά, ευπρόσδεκτη.)

Με τον Φρίξο δεν βρίσκονταν πια παρά μόνο για να αγοράσουν κάνα δίσκο, κυρίως όταν το ένα ή το άλλο μαγαζί οργάνωνε ειδική ημέρα προσφορών· κατά τα άλλα, ο Αλέξης δεν την πολυπάλευε με τις όλο και πιο υπερφίαλες δηλώσεις του παλιού του συμφοιτητή.
      Αλλά το συνήθειο, το «έθιμο» της αγοράς δίσκων, το είχαν, με κάποιον τρόπο, τηρήσει παρά το πέρασμα των χρόνων και την αποξένωση που είχε επέλθει κατά τα άλλα μεταξύ τους. Συναντιόντουσαν πάντα κάπου κεντρικά και μετά περπατούσαν ως το δισκάδικο. Φτάνοντας εκεί, ψάχνανε για ώρες τις ντάνες, μπας και βρουν κάτι που δεν μπορούσαν να κατεβάσουν από torrent ή που είχε πολύ ιδιαίτερο εξώφυλλο ή που, πολύ απλά, ήθελαν να το έχουν σε φυσική μορφή.
    Ένα από τα πράγματα που εκνεύριζαν περισσότερο τον Αλέξη σχετικά με τον Φρίξο ήταν τα ειρωνικά σχόλια που πέταγε ο τελευταίος προς το μέρος του για το ότι έψαχνε και στις ντάνες των CD, εκτός από αυτές των βινυλίων, λες και αυτό ήταν κάποιο ανόσιο παραστράτημα, σύμφωνα με τη Βίβλο του cool που υπήρχε μόνο στο μυαλό του Freakshow.
    Εκείνο το πρωί, στο Dig!, που γιόρταζε τα δέκατα γενέθλιά του με ένα διήμερο ειδικών εκπτώσεων, o Αλέξης δεν βρήκε τίποτα στα βινύλια – ούτε στα DVD, ούτε στα βιβλία και τα περιοδικά – και έτσι κατευθύνθηκε νομοτελειακά προς τη γωνία με τα CD, που τόσο σνόμπαρε ο αλλοτινός του κολλητός. Δεν πέρασαν τρία λεπτά, και αντιλήφθηκε τον Freakshow να το πλησιάζει.
-Ρε συ, δεν σου έχω πει να μη με κάνεις ρεζίλι; Είσαι ο μόνος που κοιτάει τα CD, είπε ο Φρίξος.
Βλέποντας πως το χιουμοράκι του δεν είχε πέραση, άρχισε κι αυτός να ψάχνει στο χώρο του τόσο αναξιόλογου κατά τη γνώμη του φορμάτ. Λίγα λεπτά μετά, σκάλιζε την ντάνα με τα δισκάκια από περιοδικά. Κάτι τράβηξε την προσοχή του και φώναξε τον άλλο.
Ο Αλέξης, που εκείνη τη στιγμή περιεργαζόταν ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο από το σόλο άλμπουμ του Guy Chadwick, γύρισε και είδε πρώτα τον παλιό του κολλητό κι έπειτα το CD που κρατούσε.
-Το θυμάσαι αυτό; έκανε ο Φρίξος.
Ο Αλέξης το θυμόταν. Φυσικά και το θυμόταν. Ήταν η συλλογή Pop Secrets from the Greek Underground Scene, το CD από το πρώτο τεύχος του Voice, ενός περιοδικού που είχε κυκλοφορήσει μονοψήφιο αριθμό τευχών, πίσω στα 1997. Θυμήθηκε τα κομμάτια των Pillow (ειδικά αυτό που ήταν αφιερωμένο στη Rebecca De Ruvo) και του Crooner, το Talking to A Poet των Raining Pleasure - που τότε ο Αλέξης δυσκολευόταν να πιστέψει πως δεν ήταν διασκευή -, και, κυρίως, το All Over των The Wish.
Από την πρώτη στιγμή που είχε ακούσει αυτό το τραγούδι – το όγδοο στο CD – ο Αλέξης το είχε ξεχωρίσει. Δεν εξέταζε αν ήταν καλύτερο στιχουργικά, μουσικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Απλά υπήρχε κάτι σε αυτό, ίσως το ριφ της κιθάρας ή ο τρόπος που το τόσο χαρακτηριστικό βιολί συμπλήρωνε το ριφ αυτό, ή ο ρυθμός ή το ότι δεν είχε μάθει ποτέ τίποτα παραπάνω για την μπάντα που το είχε γράψει.
Μα ήταν και κάτι άλλο: δυο-τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του περιοδικού και του CD που το συνόδευε, όταν οι δυο τους ήταν πια φοιτητές στην Πάτρα, ο Αλέξης είχε παίξει τη συλλογή στην Μάρθα κι εκείνη είχε επίσης ξεχωρίσει το κομμάτι των The Wish, χωρίς αυτός να της πει κάτι, χωρίς να υπαινιχθεί τίποτα ή να προσπαθήσει να επηρεάσει την κρίση της με οποιονδήποτε τρόπο.
Γνωρίζονταν μόλις δυο εβδομάδες τότε κι αυτό το δισκάκι κατέληξε να γίνει με κάποιο τρόπο η μουσική υπόκρουση των πρώτων μηνών της κοινής τους ζωής, της πρώτης σοβαρής σχέσης που είχαν κι οι δύο στη ζωή τους. Θυμήθηκε εκείνη τη φορά που οι φίλοι τους είχαν μαζευτεί στο μικρό διαμέρισμα της Μάρθας, στην οδό Θεσσαλονίκης, κι ο Αλέξης είχε βάλει χωρίς να το πολυσκεφτεί το εν λόγω CD· το γεγονός ότι όλοι οι άλλοι, πλην εκείνου και της Μάρθας, είχαν δυσανασχετήσει στο άκουσμα αυτών των τραγουδιών κι είχαν απαιτήσει – με αποδοκιμασίες γηπεδικού τύπου - να βγει το δισκάκι από το στερεοφωνικό είχε εδραιώσει στο μυαλό του ζευγαριού πως αυτή η μουσική μπορούσε να αγγίξει και να δέσει μόνο τους δυο τους. Θυμήθηκε επίσης το βράδυ που η Μάρθα είχε σκίσει κατά λάθος τη γωνία από το booklet και εκείνος είχε τσατιστεί και την είχε βρίσει – όχι από προσκόλληση σε όλα όσα σηματοδοτούσε το CD αλλά από την τελειομανία του εκκολαπτόμενου συλλέκτη δίσκων.
Μα δεν θυμόταν πού είχε καταλήξει ο δίσκος μετά από όλα αυτά τα χρόνια – σίγουρα όχι σπίτι του, όταν πια πήρε πτυχίο και γύρισε από την Πάτρα στην Αθήνα. Ζήτησε από τον Φρίξο να δει το συγκεκριμένο αντίτυπο και πρόσεξε πως και σ’ αυτό το βιβλιαράκι ήταν σκισμένο στην πάνω αριστερά γωνία – στην ίδια γωνία με το δικό του;
Ένοιωσε την τσαντίλα να τον κυριεύει. Σηκώθηκε κι έφυγε από το δισκάδικο χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του, χωρίς καν να εξηγήσει στον Φρίξο τι συνέβαινε.
Κατευθύνθηκε στο μετρό. Κατεβαίνοντας στην αποβάθρα, προσπάθησε να θυμηθεί: σε ποιον είχε δανείσει το CD; Από ποιανών τα χέρια είχε περάσει μέχρι να καταλήξει στη ντάνα με τα μεταχειρισμένα ενός δισκάδικου;
Όσο πιο πολύ το σκεφτόταν, τόσο πιο προφανής του φαινόταν η απάντηση: ήταν η Μάρθα που το είχε πουλήσει. Η Μάρθα, που, το βράδυ που της είπε να χωρίσουν, του υποσχόταν δήθεν πως θα τον περίμενε για πάντα και πως ήταν σίγουρη πως κι εκείνος από την πλευρά του θα το μετάνιωνε. Ο Αλέξης τα αναπολούσε όλα αυτά – ενώ ταυτόχρονα το All Over των The Wish είχε αρχίσει ασυνείδητα να «παίζει» στο κεφάλι του – και η οργή τον πλημμύριζε.
Κι ας είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από το χωρισμό τους - ήταν δυνατόν η Μάρθα να έχει πουλήσει το πρώτο πράγμα που τους είχε ενώσει;
Γυρνώντας σπίτι, της τηλεφώνησε εξαγριωμένος. Εκείνη το σήκωσε έκπληκτη και παραξενεμένη. Ήταν τόσος ο θυμός του Αλέξη, που τα λόγια που εξαπέλυε το στόμα του δεν έβγαζαν νόημα στη συνομιλήτριά του – ούτε καν στον ίδιο. Η συζήτηση μεταξύ τους εκείνο το βράδυ ήταν ταυτόχρονα τίγκα στην τσαντίλα αλλά και τίγκα τον τραγέλαφο, τίγκα στην απόγνωση αλλά και τίγκα στη γελοιότητα.
Κι όμως, τελικά συμφώνησαν να βρεθούν το επόμενο απόγευμα.
Στο αγαπημένο καφέ της Μάρθας, στα Εξάρχεια, ο πρώην της τής είπε τα νέα του, άκουσε τα δικά της και μετά τη ρώτησε ξερά και αναπάντεχα γιατί είχε πουλήσει το CD.
-Το ποιο; Ποιο CD;
-Ξέρεις ποιο. Εκείνο με το All Over, των The Wish. Εκείνο που ακούγαμε συνέχεια, όταν είχαμε πρωτογνωριστεί στην Πάτρα.
-Δεν… δεν καταλαβαίνω…
-Εντάξει, θέλω να πω, ένα CD είναι, αλλά, εκτός του ότι είναι σπάνιο πλέον,  είναι δυνατόν να πουλάς αυτό το CD;
Η Μάρθα δεν ήταν καν σε θέση να αντιληφθεί τι της έλεγε. Έτσι κι αλλιώς, είχε τόσα στο μυαλό της εκείνον τον καιρό. Τον πατέρα της που ήταν άρρωστος, και το αφεντικό της, που συνεχώς τους απειλούσε με απολύσεις και μειώσεις και… και…
-Πραγματικά, δεν σε αναγνωρίζω, της πέταξε πικρόχολα εκείνος, ενώ η Μάρθα είχε προσωρινά χαθεί στις σκέψεις της.
-Α, δεν με αναγνωρίζεις.
-Ναι, δεν σε αναγνωρίζω.
-Εντάξει, λοιπόν. Ναι, το πούλησα το CD. Ευχαριστήθηκες; Το πούλησα γιατί είμαι κακός άνθρωπος κι εσύ υπέροχος. Ένας άγγελος. Καλόπαιδο από τα λίγα. Ευχαριστήθηκες;
Ο Αλέξης δεν ήξερε τι να απαντήσει. Την παρακολούθησε αποσβολωμένος να σηκώνεται – να πετάγεται – όρθια, να αφήνει νευριασμένη ένα δεκάευρο στο τραπέζι για τους μισοπιωμένους καφέδες και να φεύγει.
Ο Αλέξης απόμεινε μόνος του, αλλά δεν ένοιωθε ικανοποίηση, τώρα που οι υποψίες του είχαν, απ’ ό,τι φαινόταν, επιβεβαιωθεί. Αντίθετα, ένοιωθε κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορούσε ακριβώς να εντοπίσει και να αποδώσει με λέξεις αλλά που μετά από λίγες ώρες, όταν είχε πια γυρίσει σπίτι, κατάλαβε πως είχε μόνο μια ονομασία: οι τύψεις που νοιώθεις όταν ξέρεις πως φέρθηκες μαλακισμένα.
Όσο για τη Μάρθα, γύρισε σπίτι της φουριόζα. Κοπάνησε την πόρτα, πέταξε τα πράγματά της στον καναπέ κι έβαλε ένα ουίσκυ. Μετά από καναδυό γουλιές θυμήθηκε ακριβώς ποιο ήταν το CD για το οποίο της μιλούσε νωρίτερα ο πρώην της. Πετάχτηκε όρθια και πήγε στη παλιά της σιντιέρα. Δεν το βρήκε εκεί. Πήρε τηλέφωνο την αδερφή της, που είχε μείνει στην Πάτρα και ζούσε πλέον στο ίδιο διαμέρισμα που μοιράζονταν κάποτε η Μάρθα με τον Αλέξη. Της ζήτησε επιτακτικά να ψάξει «για το γαμημένο το CD» - μήπως και υπήρχε εκεί. Η Αντωνία δεν βρήκε τίποτα. Η Μάρθα έκλεισε το τηλέφωνο.

Και μετά θυμήθηκε: πήγε στο υπνοδωμάτιό της, άνοιξε το πάνω ντουλάπι και κατέβασε το παλιό χάρτινο κουτί που έγραφε «Πάτρα». Το άνοιξε και, ανάμεσα σε flyer από συναυλίες, φωτογραφίες με τις συμφοιτήτριές της και πρόχειρα σκίτσα που της είχε ζωγραφίσει ο Αλέξης, βρήκε το παλιό CD από το πρώτο εκείνο τεύχος του βραχύβιου μουσικού περιοδικού Voice. Το άνοιξε και το περιεργάστηκε. Είδε πως το βιβλιαράκι ήταν σκισμένο στην κάτω δεξιά γωνία. Πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το μικρό στερεοφωνικό της – που σπάνια το χρησιμοποιούσε πια –, τοποθέτησε μέσα το CD κι έβαλε το όγδοο τραγούδι να παίζει. Στο άκουσμα εκείνου του τόσο χαρακτηριστικού μοτίβου στην κιθάρα, και του βιολιού αμέσως μετά, ταξίδεψε ξανά στην εποχή όπου ο Αλέξης δεν ήταν ένας ακόμα μ***κας κι εκείνη ήταν ευτυχισμένη μαζί του.