Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Μια μάλλον γνώριμη ιστορία - για το "Vinyl"

Μαθαίνεις πότε-πότε για την επικείμενη έλευση κάποιων πραγμάτων –δίσκων, ταινιών, βιβλίων κ.ό.κ.- κι αμέσως τα ξεχωρίζεις, χτίζοντας – συνειδητά ή ασυνείδητα – μες στη σκέψη σου έναν ολόκληρο πύργο από προσδοκίες – πύργο που συνήθως καταρρέει τελικά, άμα τη αφίξει αυτού του καλλιτεχνικού προϊόντος, διότι το έχεις αναγάγει εκ των προτέρων σε κάτι ανώτερο από αυτό που όντως είναι.
      Ωστόσο, τι άλλο από υψηλές προσδοκίες μπορείς να καλλιεργήσεις αν είσαι μουσικόφιλος και πληροφορείσαι πως ετοιμάζεται σειρά με θέμα ένα στέλεχος δισκογραφικής κατά την (τόσο επιδραστική, επεισοδιακή, επικίνδυνη) δεκαετία του 1970, και, μάλιστα, με τη συμβολή των Μάρτιν Σκορσέζε και Μικ Τζάγκερ;  
        Και τελικά, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την ανακοίνωση πως οι δύο προαναφερθέντες μαζί με τον Τέρενς Γουίντερ ετοίμαζαν τηλεοπτική σειρά με θέμα τη μουσική βιομηχανία στα ‘70’s, προχτές το βράδυ (ώρα ΗΠΑ), το Vinyl έκανε επιτέλους την πρεμιέρα του στο HBO. Και ναι, είναι όσο δεν πάει καλογυρισμένο – τι άλλο θα μπορούσε να είναι δεδομένου του ότι ο Σκορσέζε έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία του πρώτου, σχεδόν δίωρου επεισοδίου;· ναι, οι ηθοποιοί τα δίνουν όλα – ο πρωταγωνιστής Bobby Cannavale αφήνει κιόλας το στίγμα του στο «τηλεοπτικό τοπίο»· ναι, η πρώτη μπάντα που εμφανίζεται στη σειρά είναι οι New York Dolls· ναι, ακούς κάποια στιγμή τη φωνή του Steve Marriott να τραγουδά (πράγμα μάλλον σπάνιο για αμερικανική σειρά)· ναι, έχει γυρίσματα στο εσωτερικό του Brill Building (ή σε κάτι που μοιάζει με αυτό)· ναι, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι άψογη· ναι, δίνει χώρο σε κάμποσα νέα ταλέντα (μεταξύ των οποίων και το γιο του Μικ Τζάγκερ).
        Ωστόσο, όσο ωραία κι αν είναι όλα αυτά, όσο κι αν έχουν γίνει με βαθιά γνώση του θέματος και με εξαιρετικό επαγγελματισμό, στον πυρήνα του σεναρίου δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ίδια, χιλιοειπωμένη (ειδικά από τον ίδιο τον Σκορσέζε), τετριμμένη εν τέλει ιστορία της ανόδου και της πτώσης, του άντρα που κατέχει θέση ισχύος αλλά μπαίνει σιγά-σιγά στην κρίση μέσης ηλικίας, του εθισμού στην κόκα και το σεξ, των διαλυμένων σχέσεων, της απομόνωσης, του υπερβολικού πάθους για τη μπίζνα (όποια κι αν είναι αυτή), των εξωφρενικών (παρότι αριστοτεχνικά δοσμένων) σκηνών κραιπάλης και βίας και ούτω καθεξής. Κι ενώ ακόμα και ο «Λύκος της Γουώλ Στριτ» ήταν μια απολαυστική ιστορία, εδώ πολύ απλά αυτό το στοιχείο του entertainment είναι σχεδόν παντελώς απόν. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει χιούμορ, δεν υπάρχει "ζουμί". Λες και δεν υπάρχουν άλλες ιστορίες να ειπωθούν, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τύποι ανθρώπων που αξίζουν της προσοχής και του ενδιαφέροντός μας. 
     Περαιτέρω, υπάρχει σε αυτή τη σειρά (όπως και στους Σοπράνος, ένα σίριαλ που κατά τα άλλα εγώ θεωρώ τεχνικά και καλλιτεχνικά αξεπέραστο, αλλά και αλλού), κάτι που μου φαίνεται μάλλον επικίνδυνο, σε καθαρά πολιτικό και ηθικό επίπεδο: η προσπάθεια να βγει λάδι μια περσόνα σαν τον Richard Finestra/Bobby Cannavale - ένας άνθρωπος περιστασιακά βίαιος, ένας άνθρωπος που παραδέχεται στους ακροατές/θεατές του πως κάνει το παν προκειμένου οι μουσικοί της εταιρείας του να μη βγάζουν παρά ελάχιστα χρήματα, και το κέρδος να συγκεντρώνεται στον ίδιο και τους συνεργάτες του κτλ. -, μια προσπάθεια να του αποδοθεί το ακαταλόγιστο, και, μάλιστα, ούτε καν με τη δικαιολογία πως είναι κατά βάθος καλόψυχος, αλλά μονάχα βάσει του ότι είναι, πολύ απλά, ο πρωταγωνιστής.   
     Υπάρχουν ακόμα κάμποσες ανακρίβειες, κάμποσα κλασσικά τραγούδια εκ νέου ηχογραφημένα για τις ανάγκες συγκεκριμένων σκηνών, κάμποσες καρικατούρες υπαρκτών ροκ σταρ (ο Ρόμπερτ Πλαντ της σειράς είναι απερίγραπτα κακός στο ρόλο του), κάμποσες υπερβολές και επαναλήψεις όσον αφορά τις καταχρήσεις και τις κραιπάλες κ.ό.κ. – αλλά αυτά είναι δευτερεύοντα ούτως ή άλλως. Αν η ιστορία ήταν ουσιαστικά ενδιαφέρουσα, τέτοιες λεπτομέρειες θα περνούσαν λίγο-πολύ απαρατήρητες.
    Από την άλλη, ξαναδιαβάζω όσα γράφω παραπάνω και συνειδητοποιώ πως ίσως βιάζομαι λίγο. Η τηλεόραση, ειδικά με τον τρόπο που γράφεται (και «αναπτύσσεται») στις ΗΠΑ, αφήνει χώρο στους σεναριογράφους, τους χαρακτήρες και εν τέλει τους θεατές να αλλάξουν την οπτική τους, και αυτό ακόμα το κέντρο του ενδιαφέροντός τους και στις ιστορίες να παρεκκλίνουν συχνά προς κάπου που κανείς μας δεν είχε στην αρχή φανταστεί. Οψόμεθα…  

(Τέτοιες και άλλες μουσικές ιστορίες κάθε Τρίτη στις οκτώ, εδώ )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου