Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

ΕΤΕΡΟΝΗΜΙΣΥΤΕΛΕΙΑΚΟΜ

Ήταν μια βροχερή μέρα του Οκτώβρη, όταν η Τζόντι Φράνκενχαϊμερ, πρόσφατα χωρισμένη και όχι και στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, είχε επιτέλους την επιφοίτηση που περίμενε εδώ και καιρό. Χρόνια τώρα, προσπαθούσε να σχεδιάσει το τέλειο, το πλέον ακαταμάχητο παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, αλλά μέχρι εκείνη την ημέρα, οι απόπειρές της δεν είχαν οδηγήσει πουθενά. Τώρα, όμως… ναι, τώρα είχε συλλάβει κάτι πολύ απλό, που μπορούσε, όμως, χάρη σε αυτήν ακριβώς την απλότητά του, να κάνει θραύση. Η ιδέα είχε ως εξής: υπήρχαν παιχνίδια για υπολογιστές όπου έπαιζες τον κλέφτη αυτοκινήτων, τον κομάντο, τον αρχαιολόγο, τον ντετέκτιβ, τον συγγραφέα που απλά αγωνίζεται να τελειώσει το δεύτερό του μυθιστόρημα, τη νοικοκυρά που παλεύει να τα βγάλει πέρα με τα παιδιά και την καθαριότητα του σπιτιού, την αγρότισσα που πασχίζει να τα φέρει βόλτα με τα ζώα και τα σπαρτά, και τόσα, τόσα άλλα· γιατί, λοιπόν, να μην υπάρχει και ένα παιχνίδι όπου να παίζεις τη ζευγαρωμένη; Γιατί να μην υπάρχει ένα διαδικτυακό παιχνίδι όπου να παίζεις την κοπέλα κάποιου, την κοπέλα κάποιου που δεν υπάρχει;
            Και όχι μόνο την κοπέλα κάποιου· να μπορείς επίσης να παίζεις τον εραστή μιας κοπέλας, ή την ερωμένη μιας κοπέλας ή τον εραστή ενός άντρα και ούτω καθεξής. Η ιδέα της φάνηκε τόσο απλή, που η Τζόντι απόρησε που ήταν η πρώτη που την είχε σκεφτεί. Γιατί, όμως, κάποιον-α που δεν υπάρχει; Γιατί θα μπορούσες να τον-ην ελέγξεις χωρίς να σε ελέγχει κι εκείνος-η. Γιατί θα μπορούσες να του-ης αφιερωθείς μόνο όταν θα ήθελες εσύ κι όχι όταν θα σου ζητούνταν. Γιατί θα μπορούσες να τον-ην κρατήσεις έξω από τον κόσμο σου, χωρίς να νοιώθεις αποκλεισμένη από τον δικό του-ης. Γιατί θα ήταν απλώς ένα παιχνίδι – ένα παιχνίδι που, όπως όλα τα καλά παιχνίδια, θα σε προετοίμαζε για την πραγματικότητα.
            Θα έπρεπε, όμως, να υπάρχουν κάποιοι κανόνες. Δεν θα μπορούσες να παραμελήσεις τον σύντροφό σου. Δεν θα μπορούσες να έχεις υπερβολικές απαιτήσεις. Δεν θα έπρεπε να ξεχνάς τα εικονικά του έστω γενέθλια. Αν σου μιλούσε για ένα πρόβλημά του, θα έπρεπε να τον ακούσεις και να τον νουθετήσεις. Δεν θα έπρεπε να περάσουν πάνω από εφτά μέρες χωρίς να «μιλήσετε». Από την άλλη, θα μπορούσες να τον διαμορφώσεις όπως θα ήθελες. Να τον συμβουλεύσεις να ντύνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, καλύτερα από ό,τι ντυνόταν όταν γνωριστήκατε. Να πάτε για ψώνια και να του διαλέξεις εσύ τα ρούχα του. Να τον μάθεις να διαβάζει τα βιβλία που αγαπάς. Να μιλάτε για τις αναμνήσεις σου και για τα προβλήματά σου. Να τον μάθεις να μην φλερτάρει με άλλες γυναίκες.
            Πάνω από όλα, θα έπρεπε να κρατάς τη σχέση ζωντανή – παθιάρικη και ενδιαφέρουσα.
            Η Τζόντι το σκέφτηκε λίγο παραπάνω και συνειδητοποίησε πως, παρόλο που αναλογιζόταν τις διάφορες παραμέτρους του ανέτοιμου ακόμα παιχνιδιού από την οπτική μιας γυναίκας, το παιχνίδι ίσως να είχε μεγαλύτερη επιτυχία στους άντρες χρήστες, καθώς, από τη μία πλευρά αυτοί είναι που ενδιαφέρονται περισσότερο για ηλεκτρονικά παιχνίδια και από την άλλη, οι άντρες έχουν γίνει στις μέρες μας τόσο διστακτικοί με το να προσεγγίσουν μια γυναίκα, που μάλλον θα προτιμήσουν την ασφάλεια μιας σχέσης εικονικής πραγματικότητας. (Το ότι το παιχνίδι της θα εκμεταλλευόταν τη γενικευμένη μοναχικότητα, οποιουδήποτε φύλου, δεν πέρασε καν από το μυαλό της Τζόντι).
            Σε λίγες μόνο ώρες, είχε γράψει ένα αρκετά εκτενές τρίτμεντ του παιχνιδιού. Ήταν αποφασισμένη να το παρουσιάσει την επόμενη κιόλας μέρα στη δουλειά της. Η ποιότητα της ιδέας την είχε γεμίσει με έναν ενθουσιασμό που δεν είχε νοιώσει εδώ και καιρό, αφού όλες οι τελευταίες της προτάσεις είτε δεν είχαν οδηγήσει πουθενά είτε δεν είχαν αποφέρει ικανοποιητικά κέρδη.
            Αγχώθηκε, βέβαια, όταν, την επόμενη μέρα, της είπαν πως το μίτινγκ των σχεδιαστών θα το παρακολουθούσε και ο ιδιοκτήτης της πολυεθνικής. Πήγε στην αίθουσα συνεδριάσεων μαγκωμένη, χωρίς πλέον σιγουριά για την καινούρια της ιδέα. Όσο οι συνάδελφοί της παρουσίαζαν τις ιδέες και τις παρατηρήσεις τους, το βλέμμα της Τζόντι δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τον μεγάλο, που είχε αποφασίσει να κάτσει σε μια γωνιά του δωματίου και να παίρνει σημειώσεις χωρίς να σχολιάζει. Όταν ήρθε η σειρά της να μιλήσει, το έκανε κομπιασμένα, χωρίς αυτοπεποίθηση. Οι συνάδελφοί της βρήκαν την ιδέα της γελοία, το ίδιο και ο προϊστάμενός της. Ο τελευταίος βάλθηκε να την ειρωνεύεται, αλλά σύντομα τον διέκοψε ο ιδιοκτήτης της πολυεθνικής. Η ιδέα του είχε φανεί όχι απλά καλή, όχι απλά ενδιαφέρουσα, αλλά εξαιρετική. Έδωσε οδηγίες να την προχωρήσουν αμέσως.
            Κάπως έτσι έγινε διάσημη και πλούσια η Τζόντι Φράνκενχαϊμερ.

*

Κάπως έτσι φτώχυνε η Παυλίνα Δερβενιώτου. Στην αρχή δεν της είχε καλαρέσει η ιδέα ενός εικονικού γκόμενου. Της φαινόταν βλακώδης, αποτρόπαια, οργουελικά εφιαλτική. Έπαιξε για πλάκα το παιχνίδι στο σπίτι μιας ξαδέρφης της και το βρήκε άσχημο («άσκημο», όπως της άρεσε να λέει). Κι όμως, όταν ξαναείδε μια διαφήμιση για αυτό στο ίντερνετ, κάτι την τράβηξε να πατήσει κλικ. Ίσως να έφταιγε η πλήξη της, ίσως να έφταιγε το ότι πρόσφατα την είχε απορρίψει κάποιος για τον οποίον είχε μεγάλες προσδοκίες, ίσως να έφταιγε το πόσο ωραία στημένη ήταν η ίδια η διαφήμιση. Πάτησε λοιπόν, και πέρασε στο σάιτ του παιχνιδιού. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε να κατεβάζει το πρόγραμμα. Ένα 3D βίντεο τής εξήγησε τους κανόνες του παιχνιδιού, κάτι που για την Παυλίνα ήταν περιττό. Διέκοψε το βίντεο και ξεκίνησε να παίζει. Έψαξε να βρει – μισοσυνειδητά –μισοασυνείδητα – κάποιον που να μοιάζει στον τύπο που της είχε ρίξει τη χυλόπιτα πριν από λίγο καιρό. Βρίσκοντας τελικά το κατάλληλο άβαταρ και δίνοντάς του το όνομα Κώστας (όπως ήταν το όνομα του λεγάμενου), έβαλε μπρος τη διαδικασία. Ήταν μέρος των κανόνων να επιλέξει αν θα την προσέγγιζε πρώτα εκείνος ή αν θα έκανε εκείνη το πρώτο βήμα.
            Η Παυλίνα επέλεξε το πρώτο πλησίασμα να γίνει από εκείνον, τον εικονικό τύπο που είχε προγραμματιστεί από το παιχνίδι. Θα βρίσκονταν, λέει, σε ένα μπαρ, όπου εκείνη θα είχε πάει με τις «φίλες» της. (Οι φίλες της θα ήταν επίσης εικονικές, αλλά στην ουσία δεν θα εμφανίζονταν στην οθόνη, ούτε θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εξέλιξη της γνωριμίας – προς το παρόν). Η Παυλίνα και ο εικονικός Κώστας βάλθηκαν να μιλάνε. Η Παυλίνα νόμιζε πως το πράγμα πήγαινε καλά, πως έκανε όσα πρέπει προκειμένου να του δείξει πως ενδιαφέρεται, αλλά το φλερτ έληξε άδοξα, με τον εικονικό γκόμενο να προφασίζεται άκομψα κάποια φτηνή δικαιολογία και να απομακρύνεται. Η Παυλίνα δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην οθόνη της ένα μήνυμα, το οποίο έλεγε:
«Η πρώτη σου προσπάθεια απέτυχε. Θες να δεις τι πήγε στραβά;»
Η Παυλίνα σαφώς και ήθελε να μάθει. Έκανε κλικ στην επιλογή ΟΚ και στην οθόνη της εμφανίστηκε ένα άλλο τρισδιάστατο βίντεο, που έδειχνε τον εικονικό Κώστα να μιλά στο κινητό με έναν φίλο του – έστω, στα αγγλικά. Ανάμεσα στα άλλα, είπε:
«Χτες γνώρισα μια πολύ ωραία κοπέλα. Πήγα και της μίλησα, της έκανα κομπλιμέντα, της χαμογέλασα, αλλά εκείνη δεν έδειχνε δεκτική. Μάλλον δεν της άρεσα. Τι να πω; Συμβαίνουν αυτά.»
Ακολούθησε μια μάλλον περιττή επεξήγηση από το ίδιο το παιχνίδι:
«Ο Κώστας θεώρησε πως δεν του έστειλες τα κατάλληλα μηνύματα, ώστε να σου ζητήσει ραντεβού.»
Και μετά, το δόλωμα:
«Θες να προσπαθήσεις ξανά, με κάποιον άλλον;»
Από εγωισμό, η Παυλίνα κλίκαρε ναι. Ξανάρχισε η ίδια διαδικασία, η επιλογή του κατάλληλου υποψηφίου, η ονοματοδοσία, η επιλογή της πλευράς που θα κάνει το πρώτο βήμα. Σε όλα αυτά, η Παυλίνα διάλεξε τα ίδια με την προηγούμενη φορά. Τα πήγε καλύτερα στη δεύτερη απόπειρα. Δείχτηκε πιο ζεστή, πιο δεκτική, πιο ευπροσήγορη. Ο δεύτερος (ο τρίτος, στην ουσία) Κώστας της ζήτησε τελικά ραντεβού. Το ηθικό της Παυλίνας αναπτερώθηκε. Μάλιστα, ένοιωσε κάτι σαν ταχυπαλμία, το είδος της αναστάτωσης που θα ένοιωθε και μπροστά στο ενδεχόμενο ενός πραγματικού πρώτου ραντεβού. Το παιχνίδι την βοήθησε να διαλέξει το εικονικό της φόρεμα για την εικονική συνάντηση με τον εικονικό άντρα. Η Παυλίνα ευχήθηκε να μπορούσε να διαλέξει εκτός από το δικό της ρούχο και τα ρούχα που θα φορούσε εκείνος, αλλά καταλάβαινε πως το πράγμα δεν πήγαινε έτσι. Ο εικονικός άντρας θα εμφανιζόταν στο ραντεβού με ρούχα που θα είχε επιλέξει τυχαία για αυτόν το ίδιο το παιχνίδι, και η Παυλίνα θα καλούνταν να αντιδράσει ανάλογα με το ντύσιμο αυτό.
Ευτυχώς, ο εικονικός Κώστας ήρθε ντυμένος αξιοπρεπώς, αλλά με έναν τρόπο που δεν φανέρωνε ούτε ιδιαίτερη φροντίδα ούτε φαντασία. Τα ρούχα του ήταν καλά αλλά προβλέψιμα. Αυτό δυσαρέστησε κάπως την Παυλίνα και την έκανε να θέλει να μείνει μαζί του αρκετά, ώστε να μπορέσει κάποτε να του αλλάξει το γούστο. Ωστόσο, το υπόλοιπο ραντεβού πήγε μια χαρά. Μετά το δείπνο και το ποτό, την πήγε στο εικονικό της σπίτι. Την ευχαρίστησε για το όμορφο βράδυ που του είχε χαρίσει – η Παυλίνα ανταπέδωσε – και έπειτα έσκυψε να την φιλήσει. Το παιχνίδι έδινε τέσσερις επιλογές στην Παυλίνα: να αποφύγει τελείως το φιλί, να του προσφέρει για φίλημα το μάγουλό της, να τον αφήσει να την φιλήσει μεν στα χείλη αλλά πεταχτά ή να φιληθεί κανονικά μαζί του. Μετά από πολλή σκέψη, επέλεξε το τρίτο. Μοιράστηκαν ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, φευγαλέο φιλί, που, όμως ευχαρίστησε και τους δύο (έτσι της είπε το παιχνίδι).
Αυτή η εξέλιξη γέμισε ενθουσιασμό την Παυλίνα. Δεν μπορούσε, όμως, να μείνει κι άλλο μπροστά στην οθόνη. Βέβαια, αν δεν είχε κάποιες υποχρεώσεις στον πραγματικό κόσμο, θα συνέχιζε να παίζει. Τώρα, όμως, έπρεπε να ξεκολλήσει. Έκλεισε, λοιπόν, τον υπολογιστή, αλλά δεν ξέχασε την αναστάτωση που της είχε προκαλέσει στο ξεκίνημά του και στην κορύφωσή του αυτό το πρώτο, εικονικό ραντεβού.
Οι δουλειές των επόμενων ημερών την κράτησαν μακριά από το παιχνίδι. Αλλά, ακόμα κι έτσι, το σαράκι συνέχιζε να την τρώει. Άλλωστε, στο βάθος του μυαλού της υπήρχε πάντοτε η γνώση πως, αν δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τον εικονικό γκόμενο, παίζοντας στο παιχνίδι, η διαδικασία θα τέλειωνε άδοξα για ακόμα μια φορά. Τέσσερις μέρες, λοιπόν, αφότου είχε κάνει το πρώτο βήμα, επέστρεψε στον ψηφιακό εκείνο κόσμο, για να στείλει ένα μήνυμα στον πιξελωτό Κώστα: είμαι εδώ, μην με ξεχάσεις.
Κι ο πιξελωτός Κώστας χάρηκε. Έτσι της είπε το παιχνίδι. Κι αυτό έκανε και την Παυλίνα να χαρεί. Και την έκανε να θέλει να παίξει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Η σχέση πήγαινε καλά. Η Παυλίνα προσπαθούσε πολύ για αυτό. Τον έφερε στα νερά της. Τον έμαθε να ντύνεται όπως της άρεσε, αλλά τον άφηνε και να βλέπει μπάλα. Τον έπεισε να πάνε θέατρο, αλλά τον άφηνε να βγαίνει και με τους φίλους του. Τα Χριστούγεννα πήγανε στους δικούς της, αλλά την Πρωτοχρονιά στους δικούς του. Δεν του έκανε σκηνές ζηλοτυπίας, εκτός από μια φορά, που μια εικονική γκόμενα του την έπεσε – εικονικά. Κι όσο περισσότερο τον διαμόρφωνε με τον τρόπο που ήθελε, όσο περισσότερο το παιχνίδι την πληροφορούσε πως ο πιξελωτός Κώστας της είχε αφοσιωθεί, τόσο η Παυλίνα βυθιζόταν σε αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, ξεχνώντας τον πραγματικό.
Και οι φίλες της δεν την ενδιέφεραν, η εμφάνισή της δεν την ένοιαζε, οι πραγματικοί γκόμενοι δεν την πλησίαζαν. Αλλά είχε τον Κώστα.



*

Ώσπου χάλασε ο υπολογιστής. Η φρίκη! Η οδύνη! Τι θα έκανε τώρα, χωρίς ίντερνετ, χωρίς τη δυνατότητα να τρυφερεύεται και να τρυφεριάζεται με τον επινοημένο καλό της;
Η μόνη πιθανή λύση ήταν, βέβαια, να πάει να της το φτιάξουν. Αλλά πόσο καιρό θα έπαιρνε κάτι τέτοιο; Δεν θα έπαιρνε την απουσία της σαν αδιαφορία ο Κώστας; Δεν θα την παρατούσε; Ηρέμησε, ηρέμησε, υπάρχουν και τα ίντερνετ καφέ. Θα έχουν, όμως, το παιχνίδι; Κι αν δεν το έχουν;
Έπρεπε, λοιπόν, να βρει κάποιον τεχνικό που να έρχεται σπίτι σου και να φτιάχνει το κομπιούτερ αυθημερόν. Έψαξε με το κινητό της στο ίντερνετ και βρήκε διάφορους. Επέλεξε, για προφανείς λόγους, κάποιον που τον λέγανε κι αυτόν Κώστα. Τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να έρθει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Ο Κώστας – ο τέταρτος συνολικά και δεύτερος πραγματικός – ήρθε  μετά από τρία τέταρτα – αυτό ήταν το «όσο το δυνατόν γρηγορότερα», με βάση το φορτωμένο πρόγραμμά του. Η Παυλίνα τού άνοιξε την πόρτα, μην περιμένοντας να αντικρύσει κάποιον τόσο συμπαθητικό. Χάρηκε και σάστισε ταυτόχρονα. Τον άφησε να περάσει και τον οδήγησε στο δωμάτιό της, όπου κειτόταν ο ασθενής κομπιούτορας. Ο Κώστας τής ζήτησε καφέ κι έπειτα στρώθηκε στη δουλειά.
-Είναι γεμάτος ιούς, της ανακοίνωσε, όταν η Παυλίνα του έφερε την κούπα με το ζεστό ρόφημα.
-Α, ναι; έκανε εκείνη.
-Ναι. Μήπως παίζετε κάποιο παιχνίδι στο ίντερνετ;
Ντράπηκε να του πει ποιο. Τελικά, μουρμούρισε ένα ναι, κι εκείνος έδειξε κατανόηση.
-Μάλλον αυτό φταίει. Θα κάνουμε ένα φορμάτ και θα εγκαταστήσουμε ένα καλό antivirus.
-Θα πάρει ώρα;
-Όχι πολλή.
Της χαμογέλασε.
-Μην ανησυχείς, της είπε, καταλύοντας τον πληθυντικό που είχαν χρησιμοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το χαμόγελό του της φάνηκε ανακουφιστικό.
Όση ώρα γινόταν το φορμάτ, οι δυο τους βάλθηκαν να μιλάνε. Ο καινούριος Κώστας τής φαινόταν πολύ συμπαθητικός, αλλά δεν έμπαινε σε άλλες σκέψεις. Πώς του φαινόταν εκείνη, ούτε που της περνούσε από το μυαλό.
Τελικά ο υπολογιστής ξαναβρήκε την υγειά του. Ο τέταρτος Κώστας έφυγε και η Παυλίνα επέστρεψε στον τρίτο. Είχε περάσει μόνο λίγη ώρα, όταν ο εικονικός γκόμενος της πρότεινε μια εικονική συγκατοίκηση.
Η Παυλίνα δεν ήξερε τι να πει. Μήπως ήταν πολύ βιαστικό;
Βρισκόταν μετέωρη ανάμεσα στο ναι και στο όχι που είχε εμφανιστεί στην οθόνη της, όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό της. Το σήκωσε και άκουσε στην άλλη άκρη της γραμμής τον τεχνικό.
-Κοίτα, δεν το συνηθίζω αυτό, της είπε τελικά, αλλά μήπως θα ήθελες κάποια μέρα να πάμε για έναν καφέ;  
Ήταν τόσο απλό τελικά. Οι φίλες της τής λέγανε πως το παιχνίδι με τον ψηφιακό γκόμενο τής έκανε κακό, αλλά αν δεν υπήρχε αυτό ίσως ποτέ να μην γνώριζε το καλύτερο παιδί που είχε συναντήσει στη ζωή της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου