Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΥΞΙΑ, ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Το κείμενο που διάβασα το Σάββατο, στον Πολυχώρο του Σύριζα στο Μοσχάτο:

Με απασχολεί συχνά το εξής ερώτημα: «γιατί χρειαζόμαστε το μυθιστόρημα;» Υπάρχει, φυσικά, μια προφανής απάντηση στο ερώτημα αυτό. Από την οπτική εκείνων που γράφουν, η χρησιμότητα του μυθιστορήματος ως φόρμας έγκειται στο ότι τους επιτρέπει να αναπτύξουν με μεγαλύτερη – με τη μέγιστη – άνεση τις ιδέες και τα θέματα που τους απασχολούν, να συμπεριλάβουν στις σελίδες του όσο το δυνατόν περισσότερες προσωπικές εμπειρίες, όσο το δυνατόν περισσότερες ιστορίες που συνέβησαν στους ίδιους και σε ανθρώπους που γνώρισαν κ.ό.κ. Από την οπτική εκείνων που διαβάζουν, το μυθιστόρημα προσφέρει ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, στο οποίο μπορούν να περιπλανηθούν, νοερά έστω, και, μάλιστα σε βάθος χρόνου. Αυτή είναι, όπως είπα, μια προφανής απάντηση. Αρκεί, όμως, μόνο αυτό; Πιστεύω πως όχι. Ένα καλογραμμένο, στιβαρό μυθιστόρημα – εκτός, ίσως, από εκείνα του μέγιστου Ντοστογιέφσκι, που είναι εκτός από διαχρονικά και, στην ουσία, άχρονα – πρέπει, χρόνια αφότου έχει γραφτεί, να δίνει μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα της εποχής στην οποία γράφτηκε και στην οποία αναφέρεται. Θα πρέπει να δίνει μια επαρκή άποψη για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε, πώς αντιλαμβάνονταν τη ζωή, ποια ερωτήματα και αγωνίες τους κατέτρωγαν. Ας πάρουμε την Ελλάδα των τελευταίων τεσσάρων χρόνων. Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ζωής στην Ελλάδα της κρίσης, πέραν της ανεργίας, των κατακερματισμένων σχέσεων και της γενικευμένης μοναξιάς; Αυτό το πνίξιμο. Ή τουλάχιστον έτσι το βίωσα εγώ. Την άνοιξη του 2012, βίωνα μια τριπλή ασφυξία. Τον πανικό που προσπαθούσαν να μας μεταδώσουν πάση θυσία τα ΜΜΕ, την ασφυξία του να δουλεύω σε μια δουλειά που μισούσα αλλά την οποία έπρεπε να κρατήσω προκειμένου να συντηρηθώ οικονομικά και το άγχος που μου δημιουργούσε το ότι δεν είχα κατορθώσει να πετύχω αυτά που ήθελα όσον αφορούσε τη λογοτεχνία. Στο άκουσμα ενός τραγουδιού του Michael Ηutchence, ο οποίος είχε πεθάνει από ερωτική αυτοασφυξία, συνέλαβα την ιδέα της Ελληνικής Ασφυξίας. Ο κεντρικός ήρωας θα βίωνε και αυτός ένα τριπλό πνίξιμο: Το πρώτο πνίξιμο θα ήταν η σεξουαλική του νεύρωση – η επιθυμία του δηλαδή να ελέγχουν οι γυναίκες με τις οποίες συνευρίσκεται την αναπνοή του. Το δεύτερο πνίξιμο θα αφορούσε τις προσωπικές του σχέσεις, την αδυναμία του να πει αυτά που θέλει σε αυτούς που αγαπά αλλά και σε αυτούς που τον καταπιέζουν. Και το τρίτο θα είναι το γενικότερο πνίξιμο, αυτό που βιώνει η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας, των συνεχιζόμενων μέτρων αλλά έντονης καταστροφολογίας. Η ηδονή, ωστόσο, που αντλεί ο ήρωας από το σεξουαλικό πνίξιμο, ίσως να είναι μια μικρογραφία/αλληγορία της ηδονής που αντλεί η ελληνική κοινωνία από το γενικότερο πνίξιμο. Προφανώς και αντλεί ηδονή – αλλιώς θα αντιδρούσε· δεν ξέρω, φυσικά, με ποιον τρόπο και προς ποίον σκοπό.
            Το βιβλίο γράφτηκε εν θερμώ, το καλοκαίρι του 2012, αφότου είχα πια χάσει τη δουλειά που τόσο μισούσα. Προσπάθησα συνειδητά να φτιάξω ένα πυκνογραμμένο μυθιστόρημα, πολυφωνικό και πολυεπίπεδο. Από έναν συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο απορρίφθηκε ως υπερβολικά επίκαιρο – ο υπεύθυνος, μάλιστα του εν λόγω οίκου σχολίασε πως δεν θα έπρεπε να έχω αναφερθεί στην άνοδο του εθνικισμού και του ρατσισμού, αλλά και πως το βιβλίο θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει ως έχει αλλά μόνο μετά από είκοσι χρόνια, ως ένα σχόλιο σε μια καταστροφή που παρήλθε. Είναι παράξενο το πώς με αφορμή οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό φαινόμενο, οι εκδοτικοί οίκοι σπεύδουν να βγάλουν βιβλία που να αναφέρονται σε αυτό, αλλά όσον αφορά την κρίση θεωρούν πως είναι ακόμα νωρίς.

Μετά από αυτό το κείμενο, έθεσα στον εαυτό μου, στο ακροατήριο αλλά και στους συνομιλητές μου (την Μαρώ Τριανταφύλλου, τον Κώστα Ποντικόπουλο και τον Πέτρο Κακολύρη) τα εξής ερωτήματα:
           
-Σε μια χώρα που σκοτώνει – με βεβιασμένες αλλά ύπουλες κινήσεις – τον πολιτισμό της, σε μια χώρα όπου η τέχνη θεωρείται πολυτέλεια και η αισθητική κουτοπονηριά, ποιοι είναι οι λόγοι που ωθούν κάποιον να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία;
-Σε μια χώρα όπου επικρατεί η λογοτεχνία του εξυπνακίστικου και του ροζ, θεωρούμενη, μάλιστα, υψηλή τέχνη, ποιος ο λόγος για ένα συγγραφέα να συνθέσει ένα έργο που να έχει πραγματικά κάτι να πει για την εποχή στην οποία ζει;
-Είναι η κρίση πρόσφορη για καλλιτεχνική δημιουργία; Είναι η κρίση δόκιμο θέμα για ένα λογοτεχνικό έργο, και, μάλιστα, για ένα λογοτεχνικό έργο που θα γραφτεί ακριβώς την εποχή κατά την οποία εξαπλώνεται η κρίση αυτή;

-Μπορούμε να μιλάμε για μια γενιά της κρίσης; Μπορούμε να μιλάμε για μια νέα γενιά λογοτεχνών, άσχετα από την κρίση; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου