Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 14

Δεν ήταν το δικό του απωθημένο, ήταν το απωθημένο του παλιού του κολλητού από το Πανεπιστήμιο. Αλλά τώρα ο κολλητός του ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά –άλλο που ποτέ του δεν την είχε ξεχάσει – κι ο φίλος μας ήταν μισομεθυσμένος. Άλλωστε, η Ρίτα έδειχνε να γουστάρει. Όταν έφερε το χέρι του στον ώμο της, εκείνη το κάλυψε με το δικό της. Όταν της τσούγκρισε χωρίς λόγο το ποτήρι, αυτή τον κάρφωσε με το βλέμμα της, κι έπειτα την πιάσανε δήθεν οι ντροπές. Κι όταν της είπε ότι όλοι οι άντρες στη σχολή ήταν ερωτευμένοι μαζί της, αυτή τον ρώτησε: «Εσύ;»
            -Με υπερκάλυπτε ο κολλητός, της απάντησε, ένα σχόλιο που της φάνηκε γλυκόπικρα αστείο, καθώς η καψούρα του εν λόγω κολλητού ήταν κάτι παραπάνω από παροιμιώδης. Όταν, όμως, ο φίλος μας παραδέχτηκε πως, ναι, τη θαύμαζε, και τότε και τώρα, η Ρίτα πήρε αμέσως την πρωτοβουλία κι έσκυψε να τον φιλήσει.
            Από αυτό το πρώτο φιλί, κατέληξαν στο σπίτι της, και συγκεκριμένα στον καναπέ του σαλονιού, όπου έκαναν μεθυσμένο, αλλιώτικο έρωτα. Ξύπνησαν σχεδόν ευτυχισμένοι, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Όταν ήρθε η ώρα να χωριστούν, αποχαιρετίστηκαν με ένα ακόμα –πεταχτό – φιλί στο στόμα.
            Και μετά ήρθαν οι τύψεις. Όχι για εκείνη, αλλά για εκείνον. Έτυχε να μιλήσει εκείνη την ημέρα στο τσατ με τον παλιό του κολλητό και η συζήτηση κατέληξε, όπως πάντα, στη Ρίτα. «Δεν νομίζω πως θα την ξεπεράσω ποτέ», έγραψε στο φίλο μας ο παλιός του κολλητός. Και, μετά, υπερθεμάτισε: «Θα ζηλεύω πάντα αυτόν που είναι μαζί της». Η σκέψη του φίλου μας γύρισε πίσω σε εκείνα τα πρώτα χρόνια στο Πανεπιστήμιο, όταν ο κολλητός του σκεφτόταν ακόμα και την αυτοκτονία σαν λύση για το πάθος του. Αυτό, λοιπόν, που είχε συμβεί ανάμεσα στον ίδιο και τη Ρίτα μόλις το προηγούμενο βράδυ θα εκλαμβανόταν σαν μια προδοσία. Ήταν μια προδοσία.
            Αποφάσισε να μην την ξαναπάρει τηλέφωνο. Αλλά τον πήρε εκείνη. Της τα μάσησε. Δεν συναντηθήκαν, τελικά, εκείνο το βράδυ. Τις επόμενες μέρες, έκανε το παν προκειμένου να καταλάβει η Ρίτα πως το να τη δει ξανά δεν συμπεριλαμβανόταν στις άμεσες προτεραιότητές του. Κι αυτή, με τον καιρό, παρέδωσε τα όπλα.
            Κι οι μήνες πέρασαν, κι ο αλλοτινός κολλητός εξαφανίστηκε και πάλι –όπως, άλλωστε, το συνήθιζε- κι ο φίλος μας χαραμίστηκε σε ανεπαρκείς, ατελέσφορους  έρωτες, ενώ κάποτε θα μπορούσε να έχει δική του μια από τις πιο εντυπωσιακές γυναίκες που είχε αντικρύσει στη ζωή του.
            Και φυσικά, όπως συμβαίνει πάντα, τη συνάντησε ξανά, όταν εκείνη ήταν στα πάνω της (πότε δεν ήταν;) κι εκείνος έτσι κι έτσι. Του γεννήθηκε αμέσως η επιθυμία, η ανάγκη να βρεθεί κοντά της. Εκείνη έκανε πως δεν το είδε, κι έτσι αυτός την πήρε από πίσω. Την ακολούθησε μέχρι που φτάσανε στο σπίτι της. Μόλις η κοπέλα κοντοστάθηκε προκειμένου να αλιεύσει τα κλειδιά της από την τσάντα της, εκείνος βρήκε ευκαιρία, επιτάχυνε το βήμα του και βρέθηκε κοντά της.
            -Δεν καταλαβαίνεις πως θέλω να σε δω;
            -Όχι, δεν το καταλαβαίνω. Ούτε καταλαβαίνω τι έχουμε να πούμε εμείς οι δυο.
            Της τα εξήγησε όλα κι αυτή έβαλε τα γέλια.
            -Θες να πεις ότι αυτό το θλιβερό ανθρωπάκι, ο κολλητός σου, φταίει για όλα;
            -Δεν θα τον έλεγα θλι… ναι. Ναι, αυτός φταίει.
            -Και τώρα τι θες;
            -Θέλω… θέλω… να έχω εσένα.
            -Έχε με. Αλλά δεν φοβάσαι τι θα πει εκείνος;
            Φοβάμαι, ήθελε να πει, αλλά δεν το είπε. Της φίλησε το χέρι, το μάγουλο, το στόμα. Εκείνη δέχτηκε την τρυφερή του ικεσία. Τον άφησε να την ακολουθήσει ως το διαμέρισμά της. Έκαναν πάλι έρωτα. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, τον έβγαλε φωτογραφία και την ανέβασε στο ίντερνετ.
            Χαμός τα λάικ. Μόνο ένας δεν χάρηκε. Ο παλιός του κολλητός τάραξε τον φίλο μας στα τηλέφωνα και στα μηνύματα, στις βρισιές και τις απειλές.

            Ο φίλος μας το πήρε βαριά στην αρχή, με τον καιρό του φαινόταν πια αστείο. Δεν έφταιγε εκείνος που ο κολλητός του ήταν στην κόλαση. Ούτε έφταιγε που ο ίδιος είχε προσκληθεί στον Παράδεισο.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου