Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 13

Αφού είδε κι απόειδε, και κατάλαβε πως με το κλασσικό πιάνο δεν κάνεις τίποτα, αποφάσισε να αξιοποιήσει, τουλάχιστον, το σχεδόν θεσπέσιο κορμί της. Θα εμφανιζόταν ημίγυμνη σε ένα μπαρ, παίζοντας πιάνο βέβαια, αλλά μόνο με τα εσώρουχά της. Συνεννοήθηκε με τον μαγαζάτορα – που δεν του άρεσαν οι γυναίκες, οπότε η Ρίτα δεν κινδύνευε ούτε από εκείνον ούτε από τους μπράβους του – και άρχισε να παίζει, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Χαμός. Συνέρρεαν κατά δεκάδες οι άντρες και μαζί τους οι γυναίκες που ήθελαν να ελέγξουν τις αντιδράσεις των αντρών τους. Μαζί με όλους τους άλλους πήγαινε κι εκείνος, την πρώτη φορά γιατί τον είχε αηδιάσει η όλη ιδέα, τις επόμενες γιατί είχε συγκλονιστεί όχι από τη θέα του ημίγυμνου σώματός της, αλλά από το παίξιμό της. Και κάθε φορά που την άκουγε συγκινούνταν όλο και πιο πολύ από αυτό της το ταλέντο και τη δυστυχία του ότι έπρεπε να εμφανίζεται με τα εσώρουχα προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην. Στην αρχή, τουλάχιστον, τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα. Καθώς περνούσε ο καιρός, όμως, οι θαμώνες γίνονταν όλο και πιο ασυγκράτητοι, όλο και πιο χυδαίοι. Ο φίλος μας δεν μπορούσε να το δεχτεί αυτό – δεν μπορούσε να δεχτεί να υποτιμάται τόσο ακραία η καλλιτεχνική και η ανθρώπινη υπόσταση μιας προφανώς ευαίσθητης γυναίκας. Κι όμως, τι μπορούσε να κάνει; Δεν του ερχόταν κάτι στο μυαλό, αλλά όταν τα πράματα έφτασαν σχεδόν στο απροχώρητο, ανέλαβε δράση ενστικτωδώς. Τη στιγμή που κάποιος φώναξε στην πιανίστα «Βγάλτα όλα!», ο φίλος μας έτρεξε στη μικρή σκηνή και κάλυψε την Ρίτα με το σακάκι του. Η Ρίτα, που είχε σιχαθεί πια τον καινούριο της ρόλο, ένοιωσε ευγνωμοσύνη για αυτήν την κίνηση – ήξερε, όμως, πως δεν θα είχε αποτέλεσμα. Σε λίγο, εξαγριωμένοι, εξαθλιωμένοι θαμώνες έτρεξαν προς το μέρος τους, και ανάγκασαν τον φίλο μας να απαλλάξει την περφόρμερ από το περιττό κατά αυτούς σακάκι. Τον έσπρωξαν βίαια, μάλιστα, κι όταν κείνος πήγε να αντισταθεί, τον ξυλοκόπησαν. Έπειτα πήγαν κοντά της, έτοιμοι να τη γδύσουν. Ευτυχώς, επενέβησαν οι μπράβοι και η κατάσταση ηρέμησε. Η Ρίτα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παραπάνω από το να συνεχίσει να παίζει. Ήταν καταδικασμένη, προφανώς, σε αυτόν τον ρόλο της ημίγυμνης πιανίστας μέχρι που το κορμί της να χαλάσει. Συνέχισε, λοιπόν, να παίζει, με δάκρυα στα μάτια, μέχρι που η βάρδιά της να τελειώσει. Όταν το μαγαζί έκλεισε, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Μα βγαίνοντας από το μαγαζί τον είδε εκεί, στο απέναντι πεζοδρόμιο, αιμόφυρτο ακόμα αλλά αποφασισμένο. Δίστασε να τον πλησιάσει, μέχρι που την κάλεσε εκείνος κοντά του. Η Ρίτα σχεδόν έτρεξε.
-Δεν χρειάζεται πια να υποφέρεις, της είπε.
-Δεν ξέρω, του είπε.
-Ξέρω εγώ. Μπορούμε να φύγουμε. Πρέπει να φύγουμε από εδώ.

Σχεδόν άθελά της, κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Ο ήλιος μόλις άρχιζε να ανατέλλει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου