Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

Έφτασε στο νησί ο υπουργός και θέλησε να δει το φάρο. Κοσμοξάκουστος ο φάρος, ψηλός, όμορφος, από τους πρώτους που χτιστήκαν με την ίδρυση του κράτους. Αλλά ο δήμαρχος έκανε τον ψόφιο κοριό. Ήταν ο φαροφύλακας λίγο περίεργος, βλέπεις. Αλλά επέμεινε ο υπουργός –τριάντα οχτώ χρονών, δεν είχε δει στη ζωή του μήτε φάρο μήτε φαροφύλακα-, κι έτσι ο δήμαρχος υποχώρησε. Τους βάλανε σε δυο τζιπ, υπουργούς, παραυπουργούς, γραμματείς και τους κουβαλήσανε στ’ ακρωτήρι. Είχαν έρθει κι οι τηλεοράσεις εκεί, για να τραβήξουν τον υπουργό να επισκέπτεται το φάρο, λες κι ήταν  καμιά συνάντηση γιγάντων.
            Είχε στείλει εν τω μεταξύ από πριν ο δήμαρχος έναν παρατρεχάμενό του να ειδοποιήσει τον φαροφύλακα να σουλουπωθεί λίγο, μην τον δει ο υπουργός και πει τι αγριάνθρωπος είναι αυτός. Όταν έφτασε η κουστωδία, όμως, δεν είδανε ούτε φαροφύλακα ούτε παρατρεχάμενο ούτε τίποτα. Έστειλε λοιπόν ο δήμαρχος έναν άλλον, γραμματικός ήτανε ή κάτι τέτοιο, να πάει και να χτυπήσει την πόρτα του φάρου. Χτυπάει ο γραμματικός την πόρτα κι ανοίγει ο φαροφύλακας, ίδιος κι απαράλλαχτος όπως πάντα, με το ίδιο κασκέτο και το παλτό του καπετάνιου, να ψιλομυρίζει κιόλας, και τους κοιτάει μ’ ένα βλέμμα λες κι είναι έτοιμος να τους στείλει στο διάολο κι ακόμα παραπέρα. Κι έρχονται ο δήμαρχος με τον υπουργό να του σφίξουν το χέρι. Αυτός δε χαμπαριάζει, όμως. Τους ρίχνει ένα βλέμμα σαν να τους λέει αφήστε με στην ησυχία μου. Και ρωτάει ο υπουργός –καλό παιδάκι, από καλή οικογένεια, ούτε που έχει πάρει χαμπάρι τι πάει να πει ζωή: «Είσαι μόνος σου στο φάρο, κυρ-Στάμο;»
            «Όχι», λέει ο κυρ-Στάμος, «έχω και κάτι ρωσίδες, να μου κάνουνε παρέα». Κανένας δε γέλασε. Ο υπουργός γιατί δεν το κατάλαβε, οι άλλοι γιατί δεν το βρήκαν πρέπον να κοροϊδεύει ένας φαροφύλακας κοτζάμ υπουργό. Μόνο των δημοσιογράφων έσκασε κρυφά το χειλάκι τους. Κι όταν το παίξαν το βράδυ στις ειδήσεις, έγινε χαμός. Πρώτο θέμα ο φαροφύλακας που ’βγαλε γλώσσα στον υπουργό. Το πήραν μετά όλες εκείνες οι εκπομπές που έχουν αποσπάσματα από άλλες εκπομπές, μιας και δεν έχουν τίποτα έξυπνο να πούνε από μόνες τους, και το παίζανε για καμιά εβδομάδα. Και μετά ανέβηκε στο ίντερνετ κι έγινε καινούριος χαμός. Σταρ ο κυρ-Στάμος.
            Και τον βλέπει ένας διευθυντής ειδήσεων και λέει «υπάρχει ζουμί εδώ». Και στέλνει ένα συνεργείο να του πάρει συνέντευξη του κυρ-Στάμου. Και πάνε τα ξεφτέρια, στήνουν την κάμερα έξω από το φάρο και του χτυπάνε την πόρτα. Κι ο κυρ-Στάμος ανοίγει, τους βλέπει και, χωρίς να το σκεφτεί, τους στέλνει το διάολο. Κι αυτοί γελάνε και στέλνουν το βίντεο στα κεντρικά και το παίζουν στις ειδήσεις των οχτώ. Κι οι θεατές βλέπουν τον φαροφύλακα να διαολοστέλνει τους δημοσιογράφους κι αντί να αηδιάσουν, βάζουν τα γέλια. Και πάλι απ’ την αρχή χαμός στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα και τα ιντερνέτια. Κι όλοι ψάχνουν να βρουν που είναι αυτός ο φαροφύλακας. Και μπαρκάρουν με τα βαπόρια να πάνε στο νησί για να δουν από κοντά το φαροφύλακα, για να τον δουν από κοντά. Έχει, λέει, πλάκα το άτομο. Κι όσοι φτάνουν στο φάρο, τους διαολοστέλνει κι αυτούς. Αλλά εκείνοι βάζουν τα γέλια. Το ευχαριστιούνται. Τον γράφουν, μάλιστα,  στα κινητά και τον ανεβάζουν στο ίντερνετ και ο χαμός συνεχίζεται.
            Ώσπου έχει γίνει τόσος πια ντόρος με το ασταδιάλα του φαροφύλακα, που ο διευθυντής ειδήσεων λέει «αυτός αξίζει δική του εκπομπή». Και πάει αυτοπροσώπως ο κυρ-διευθυντής στον κυρ-φαροφύλακα και του εξηγεί με πολύ ήρεμο τρόπο ποιος είναι και τι θέλει. Και στην αρχή ο κυρ-Στάμος του λέει όχι. Αλλά του γράφει ο διευθυντής μια επιταγή πενταψήφια, μόνο για τα πρώτα του έξοδα στην μεγάλη πόλη και του κυρ-Στάμου του θολώνει το μάτι. Επειδή είναι πονηρεμένος, βέβαια, ζητάει μετρητά. Κι ο διευθυντής βγάζει από την τσέπη του δύο πεντακοσάρικα και του τα δίνει, στην ψύχρα, σαν να είναι χαρτομάντηλα. Τα τσεπώνει ο κυρ-Στάμος και δίνουνε τα χέρια.
            Κι έρχεται ο κυρ-Στάμος στην μεγάλη πόλη. Τον παραλαμβάνουν από το λιμάνι με μια κουρσάρα και τον πηγαίνουν στο κανάλι. Συζητάνε τα διαδικαστικά και τις λεπτομέρειες και δεν ξέρω κι εγώ πως τα λένε και μετά τον βάζουνε στο στούντιο για δοκιμαστικό. Τον καθίζουνε σ’ ένα γραφείο με μια κάμερά απέναντί του κι ο κυρ-Στάμος τα ψιλοχάνει. «Τι να πω;» ρωτάει. «Θα σου παίζουμε ένα βίντεο κι εσύ θα λες τη γνώμη σου», του απαντά ο διευθυντής. «Τι γνώμη να ’χω, δηλαδή;» κάνει ο κυρ-Στάμος. «Μην ανησυχείς, θα σου ’ρθει.»
            Και του παίζουν το πρώτο βίντεο κι ο κυρ-Στάμος λέει τα χειρότερα. Αλλά τα λέει τόσο ξερά και τόσο απότομα που όλο το στούντιο κατουριέται απ’ τα γέλια. Και στο επόμενο βίντεο ακόμα καλύτερα και στο τρίτο ακόμα καλύτερα. Και παίζουν την εκπομπή το βράδυ και μαζεύουν κάνα τριαντάρι θεαματικότητα. Ο διευθυντής έτριβε τα χέρια του, και μαζί του όλοι οι καναλάρχες κι οι διαφημιστάδες.  
            Έγινε, που λέτε, συνήθεια στα νοικοκυριά της χώρας, κάθε Τρίτη βράδυ να αράζουν μπροστά στις τηλεοράσεις τους για να δουν το φαροφύλακα να ξεστομίζει πίκρα, να διαολοστέλνει τους «ψευταράδες», να καταριέται όσους έβρισκε –κι ίσως να είχε δίκιο- ηλίθιους. Οι εφημερίδες γράφαν για το νέο φαινόμενο, άλλες αρνητικά, άλλες θετικά, άλλες αρνητικά, όλες, όμως φορτισμένα και με στόμφο. Μέχρι και στο κοινοβούλιο έφτασε η χάρη του φαροφύλακα. Κάτι πολιτικάντηδες που τους είχε πιάσει στο στόμα του, κάνανε παράπονα για αυτά που είχε πει για ελόγου τους, και φτύνανε κατηγόριες κι απειλές, αλλά του καναλιού δεν του ίδρωσε το αυτί του. Αυτό που ένοιαζε τον διευθυντή ήταν τα χρήματα που πέφτανε για τις ρεκλάμες.
             Με τον καιρό, μάλιστα, οι διευθυντές, όμως, και οι διαφημιστάδες κι όλοι αυτοί οι χαρτογιακάδες καταλάβανε πως υπάρχει κάτι πιο βαθύ σ’ αυτήν την ιστορία. Με μια κουβέντα, είδαν πως είχαν χτυπήσει φλέβα. Αν ο φαροφύλακας έλεγε αυτά που πίστευαν οι θεατές, τότε οι θεατές θα μπορούσαν να πιστέψουν αυτά που λέει ο φαροφύλακας. Κοινώς, αν ο φαροφύλακας πει πως την μέρα έχουμε σκοτάδι και τη νύχτα λάμπει ο ήλιος, οι θεατές ήταν ικανοί να το χάψουν.
            Βαλθήκανε, λοιπόν, να τον εσουλουπώσουν. Πρώτα τον ντύσανε με καλύτερα ρούχα. Μετά κόψανε τη γενειάδα του κι αφήσαν μόνο ένα ωραίο, κομψό μουσάκι. Του κόψαν τα μαλλιά και τα χτενίσαν με γλάσο προς τα πίσω. Έπειτα τον βάλανε να διαφημίζει πράγματα μέσα στην εκπομπή του. Και τέλος, τον βάλανε να μιλάει με καλά λόγια την κυβέρνηση, για τα νέα μέτρα και τους καινούριους φόρους, να λέει πως είναι κακό να διαμαρτύρεσαι, αισχρό να διαδηλώνεις. Κι αυτός τα δέχτηκε όλα γιατί δεν ήταν μαθημένος σε τέτοια κόλπα, κι οι διευθυντάδες τον ορμήνεψαν πως ήταν καλύτερα έτσι. Τον τούμπαραν με την πάγια ψευτιά: «Αυτά θέλει ο κόσμος». Κι εσύ, αν θες να συνεχίσεις να τσεπώνεις τα δεκαχίλιαρα, καλά θα κάνεις να λες αυτά που θέλει ν’ ακούσει ο κόσμος. Τον πείσανε πιο εύκολα απ’ ό,τι περίμεναν κι οι ίδιοι. Αυτόν, άλλωστε, τον ένοιαζε μόνο να τσεπώνει τα μισθά του κάθε μήνα – και μιλάμε για λεφτά που σαν φαροφύλακας μήτε που τα είχε ονειρευτεί.
            Κι άλλωστε κατάλαβε πως, όταν άρχισε να παρουσιάζει την πραγματικότητα όπως τη θέλανε οι διευθυντάδες κι οι φραγκάτοι, εκείνοι του ανοίξανε τις πόρτες των σπιτιών τους και τον καλούσανε σε δεξιώσεις και δείπνα και πρεμιέρες, κι όλες οι γυναίκες τους ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί του και να του εκμυστηρευτούν τον πόνο τους και να του πουν πόσο τους αρέσει η εκπομπή του.
            Αλλά αυτό που ευχαριστεί τους πλουσίους, συνήθως προκαλεί τη δυσαρέσκεια των φτωχών. Ήταν εύκολο για μερικούς θεατές να πιαστούν στα δίχτυα της παγίδας που τους στήσανε οι διευθυντάδες. Αλλά σε μερικούς άλλους, η μετάλλαξη του φαροφύλακα σε φερέφωνο δεν προκάλεσε παρά μόνο θυμηδία. Κι όταν έφτασε εκείνη η μαύρη, εκείνη η αποφράδα μέρα που σκοτώσανε το συνδικαλιστή στη διαδήλωση και ο φαροφύλακας βγήκε το βράδυ στην τηλεόραση και είπε πως ο νεκρός πήγαινε γυρεύοντας, η οργή αυτής της μερίδας των θεατών του ξεχείλισε.
            Τον γιαούρτωσαν. Του στήσανε καρτέρι έξω από το στούντιο και τον γιαούρτωσαν. Καμιά εικοσαριά νεαροί, χωρίς κουκούλες και χωρίς μολότωφ, τον περιτριγύρισαν και του ρίξανε γιαούρτια. Κι αυτός δεν μπόρεσε να αντιδράσει, δεν μπόρεσε καν να προφυλαχτεί. Πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε γίνει, οι νεαροί το είχαν βάλει στα πόδια. Κι εκείνος γύρισε σπίτι του, γιαουρτωμένος και καψερός. Έκανε ένα μπάνιο, έκαψε τα ρούχα που φόραγε κι έπεσε για ύπνο. Την επομένη δεν πήγε στη δουλειά του. Ο διευθυντής του έδωσε ρεπό. Ο κυρ-Στάμος –που ήτανε πια κύριος Στάμος- έκατσε σπίτι του. Το βράδυ άνοιξε τηλεόραση, να δει ειδήσεις. Το γιαούρτωμά του ήταν πρώτο θέμα. Όλοι μιλάγανε για «άνανδρη επίθεση», λέγανε πως «η ελευθερία του λόγου απειλείται», αναφέρονταν σε «πλήγμα στη δημοκρατία». Όλα αυτά του φαίνονταν φυσιολογικά και τον καθησύχαζαν.
            Αλλά μετά βάλανε σε επανάληψη την πρώτη του εκπομπή. Κι ο παλιός φαροφύλακας θυμήθηκε ποιος ήταν κάποτε. Θυμήθηκε από πού είχε ξεκινήσει και ένοιωσε σιχαμάρα για αυτό που είχε καταλήξει να είναι. Κάποτε έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους. Τώρα έφτυνε ψέματα, χάιδευε αυτιά. Είχε γίνει ένας λιμοκοντόρος γλείφτης.
Σηκώθηκε, πήγε στον καθρέφτη του σαλονιού, που του τον είχε κάνει δώρο ο διευθυντής του καναλιού, κι έφτυσε το είδωλό του. Έβγαλε τα ακριβά του ρούχα και ντύθηκε και πάλι με το παλιό του ναυτικό παλτό. Φόρεσε το κασκέτο του, ετοίμασε μια φτωχική βαλίτσα κι έφυγε. Δεν ειδοποίησε κανέναν.
Τα κανάλια παρουσιάσανε το φευγιό του όπως τους βόλευε. «Έφυγε γιατί τον είχαν φοβίσει οι τρομοκράτες». Αλλά εκείνος ήξερε την αλήθεια. Γύρισε στο φάρο του και δεν έφυγε από εκεί παρά μόνο για να μιλήσει για το φεγγάρι που πέρασε μπροστά στις κάμερες. Έβρισε όλους αυτούς τους χαρτογιακάδες με το χειρότερο τρόπο. Ζήτησε συγγνώμη από τη χήρα και τα παιδιά του συνδικαλιστή. Απολογήθηκε στους παλιούς του θεατές για το ότι τους χάιδευε τα αυτιά. Και είπε πως αφού δεν μπορούσε να αλλάξει το σύστημα, ας έμενε έξω από αυτό.

Η συνέντευξή του προκάλεσε αίσθηση και γέννησε έναν καινούριο κύκλο ενδιαφέροντος για αυτόν τον παράξενο άνθρωπο. Μέσα σ’ όλα του έγινε καινούρια πρόταση για εκπομπή. Στον άνθρωπο που τον πήρε τηλέφωνο για να του το προτείνει ο κυρ-Στάμος δεν απάντησε. Έδωσε μια στο κινητό του κι αυτό τσακίστηκε στα βράχια, εκεί που σπάγανε τα κύματα, λίγα βήματα από τον παλιό, όμορφο φάρο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου