Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΤ̕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ονομάστηκε νόσος των αγίων, επειδή εντοπίστηκε για πρώτη φορά σε μοναστήρια. Ήταν μια παραλλαγή της γρίπης, θανατηφόρα, όμως, και μόλις την πήρανε χαμπάρι οι δημοσιογράφοι, έσπευσαν να τρομοκρατήσουνε τα πλήθη. Αμέσως άρχισε να γίνεται λόγος για τη νέα επικίνδυνη επιδημία, που θα μπορούσε να μειώσει δραματικά τον πληθυσμό της γης, που θα μπορούσε να εξοντώσει όχι μόνο τις ευπαθείς αλλά και τις πιο εύρωστες ομάδες του ανθρώπινου είδους. Έπειτα άρχισαν οι συνομωσιολογίες: ήταν, λέει μια αρρώστια που είχαν εφεύρει οι σκοτεινές δυνάμεις για να ξεπαστρέψουν τους ανεπιθύμητους – ή μήπως ήταν μια νόσος που είχε στείλει ο Θεός για να δοκιμάσει την πίστη μας;  
            Μια τέτοια ιστορία δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τον Νίκο Τσάτσο. Ένας άνθρωπος που έσπευδε να σπείρει τον πανικό ακόμα κι αν καθυστερούσαν μια μέρα οι πληρωμές των συντάξεων, που έβαζε μουσική θρίλερ σε ρεπορτάζ που αφορούσαν στην αυξημένη κίνηση στους δρόμους, που έκανε λόγο για επικείμενη καταστροφή, αν δύο παγκόσμιοι ηγέτες δεν μιλούσαν μεταξύ τους για πάνω από πέντε λεπτά σε μια διεθνή συνδιάσκεψη, βρήκε στη μοναστηριακή νόσο, μια τέλεια ευκαιρία να επιδείξει – και να αναδείξει – το ταλέντο του στο να βγάζει από τη μύγα ξύγκι.
            Άρχισε, λοιπόν, να μιλά για τη νέα πανούκλα. «Να προσέχετε. Μην βγαίνετε από τα σπίτια σας χωρίς λόγο. Αποφύγετε τις χειραψίες. Μην μπαίνετε σε ασανσέρ. Να πλένετε τα χέρια σας με ειδικό σαπούνι. Μαζέψτε φαγητό στο σπίτι σας. Μην πίνετε νερό από δημόσιες βρύσες. Προμηθευτείτε εμβόλια κοινής έστω γρίπης. Τα αποθέματα σε εμβόλια κοινής γρίπης τελειώνουν – τι κάνει η πολιτεία γι̕  αυτό; Που είναι το κράτος; Γιατί αδιαφορεί; Τι μας κρύβουν;» 
            Παράλληλα περίμενε πότε θα εμφανιζόταν το πρώτο κρούσμα του ιού στην Ελλάδα. Διόρθωση: δεν το περίμενε απλώς. Έψαχνε παντού να το ανακαλύψει. Άμα αρρώσταινε κάνας τουρίστας, έβγαινε αμέσως να πει πως η νόσος είχε φτάσει στην Ελλάδα (μα πού είναι το κράτος;). Όμως:
            Ο Ιάπωνας τουρίστας που μπήκε στο νοσοκομείο με πυρετό, είχε απλώς γρίπη.
            Ο Έλληνας που είχε ταξιδέψει στη Νέα Ζηλανδία, κι έδειχνε καταπονημένος, είχε ζαλιστεί από το τζετ λαγκ.
            Ο Αμερικανός μέτοικος που νοσηλεύτηκε με βαριά συμπτώματα είχε καρκίνο.
            Τζίφος, τζίφος, τζίφος.
            Τι θα γίνει, ρε νόσε των αγίων; Θα μας κάνεις τη χάρη να εμφανιστείς και στα μέρη μας; Μικρέ, ψάξ̕  το καλύτερα. Εσύ, πάρε σβάρνα όλα τα νοσοκομεία. Δεν με νοιάζει αν έχεις κατάκοιτη μάνα να φροντίσεις. Φοιτητριούλα που κάνεις την πρακτική σου, θέλω πιο ζουμερά νέα από το εξωτερικό. Άντε, άντε, ρεμάλια, βρείτε μου κάτι, μπας και φοβίσω λίγο τον κοσμάκη στο δελτίο των οχτώ.
            Εν τω μεταξύ, πλησίαζε η σύνοδος των G8 στην Ελβετία. Το κανάλι αποφάσισε να πάει να την καλύψει ο Τσάτσος.
            -Και ποιος θα παρουσιάζει το δελτίο, ρε παιδιά;
            -Ψήνεται κάτι καλό. Θέλουμε να πας να βγάλεις λαυράκι.
            Πήγε. Τίποτα συγκλονιστικό. Έψαξε παντού, έβγαλε από την μύγα ξύγκι, έσπειρε ψευδείς φήμες, επινόησε γεγονότα που δεν είχαν συμβεί ούτε κατά διάνοια, αλλά τίποτα. Το μεγάλο νέο δεν ήρθε ποτέ.
            Πέρασε καλά, πάντως, στην Ελβετία. Χαλάρωσε κάπως. Τα βράδια έβγαινε στις μπυραρίες, έπινε, κουβέντιαζε με μεγαλοκαρχαρίες από ευρωπαϊκά κι αμερικάνικα κανάλια, φλέρταρε με ξανθούλες συναδέλφισσές του.
Ενημερωνόταν, όμως, και για τη νόσο των αγίων. Ευτυχώς, δεν είχε φτάσει ακόμα στην Ελλάδα όσο εκείνος έλειπε. Μπορούσε, λοιπόν, να ελέγξει την κατάσταση, να τη φέρει εκεί που ήθελε εκείνος.
Έφυγε από την Ελβετία ένα βράδυ Κυριακής. Τη Δευτέρα πήγε στη δουλειά, χωρίς, όμως, να νοιώθει καλά. Απέδωσε τη δυσφορία του στο ότι δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ, και, μάλιστα, ύστερα από ταξίδι. Συνέχισε να δουλεύει. Το μεσημέρι, η φοιτητριούλα που έκανε την πρακτική της, του έφερε είδηση πως ένας Νορβηγός τουρίστας νοσηλευόταν με πυρετό και έντονη ζαλάδα στον Ευαγγελισμό. 
Ο Τσάτσος ήταν σίγουρος πως είχαν πετύχει διάνα.
-Το νου σας, μη μαθευτεί παραέξω. Πρέπει να έχουμε την αποκλειστικότητα.
Έστειλε στο νοσοκομείο τον Κοράκη, τον πιο έμπιστό του – δηλαδή, τον πιο γλοιώδη – συνεργάτη. Εν τω μεταξύ, ο ίδιος ένοιωθε όλο και πιο χάλια. Το πάλεψε, όμως, γιατί μάλλον θα χρειαζόταν να βγάλει έκτακτο.
Ο Κοράκης άργησε να επιστρέψει. Τα νέα που έφερνε από το νοσοκομείο δεν ήταν τα αναμενόμενα. Οι γιατροί είχαν πολλές ενδείξεις, αλλά καμιά απόδειξη, πως ο Νορβηγός είχε προσβληθεί από τη νέα νόσο. Ακόμα κι αυτό όμως, ήταν αρκετό για τον Τσάτσο. Ήταν σαν να του έλεγαν πως η νόσος επιτέλους έκανε την εμφάνισή της και στην Ελλάδα.
-Βγάζουμε έκτακτο, είπε στους συνεργάτες του. Συνεννοηθείτε με τους πάνω.
Έγιναν οι απαραίτητες συνεννοήσεις, και, δέκα λεπτά αργότερα, ο Τσάτσος ήταν έτοιμος να εκφωνήσει ο ίδιος το έκτακτο δελτίο.
Μόνο που δεν ένοιωθε καλά. Διέσχισε τον διάδρομο που οδηγούσε στο κεντρικό στούντιο κι ένοιωθε να εξαντλείται. Κάθισε στην καρέκλα του παρουσιαστή κι η μακιγιέζ του είπε πως ήταν μούσκεμα.
-Να κόψεις τον λαιμό σου να εξαφανίσεις τον ιδρώτα, τότε, ήταν η απάντησή του. 
Η γυναίκα προσπάθησε και κάτι κουτσοκατάφερε. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τη ζαλάδα που ένοιωθε ο Τσάτσος – άλλωστε, ο παρουσιαστής την κράταγε κρυφή.
Του έκαναν σήμα. Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα.
-Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, παρουσιάστηκε σήμερα το πρώτο κρούσμα της αποκαλούμενης νόσου των αγίων…
Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Δεν του έβγαιναν οι λέξεις. Ήταν σαν ο λαιμός του να είχε κλείσει και το στόμα του να είχε στεγνώσει. Κι έπειτα ήταν κι αυτό το σκοτάδι. Δελτίο έχουμε, γιατί σβήσατε τα φώτα, ηλίθιοι;
Ξύπνησε σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Από πάνω του στέκονταν δύο γιατροί. Έξω από το δωμάτιο είδε τον Κοράκη και τη φοιτητριούλα. Οι γιατροί φορούσαν μάσκες και γάντια. Οι άλλοι δύο δεν τολμούσαν να μπουν πιο μέσα.
Ο Τσάτσος κατάλαβε, αλλά άφησε τον έναν από τους δύο γιατρούς να του το ξεφουρνίσει και επίσημα.
-Κύριε Τσάτσο, θέλω να επιδείξετε ψυχραιμία. Μετά από εξονυχιστικές εξετάσεις, μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως έχετε προσβληθεί από τον ιό DSSD-737636, την κοινώς λεγόμενη νόσο των αγίων. Θα μείνετε σε καραντίνα μέχρι να νοιώσετε καλύτερα.
-Ή μέχρι να πεθάνω, έκανε ο Τσάτσος.
Οι γιατροί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν. Έκαναν να φύγουν, αλλά ο ασθενής τους τούς σταμάτησε.
-Σας παρακαλώ, φωνάξτε μου τους συνεργάτες μου.
-Είστε σίγουρος;
-Φορέστε τους μάσκες και γάντια. Έχω να τους πω κάτι σημαντικό.
Δεν έλεγες εύκολα όχι σε ολόκληρο Νίκο Τσάτσο. Έχοντας λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις, οι δύο συνεργάτες του Τσάτσου πέρασαν στο εσωτερικό του δωματίου. Ο Κοράκης έδειχνε σκεφτικός. Η φοιτητριούλα, που ο Τσάτσος ποτέ δεν θυμόταν το όνομά της, έδειχνε έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Ήταν ο Κοράκης που μίλησε πρώτος.
-Νίκο, λυπάμαι πολύ…
Ο Τσάτσος τον διέκοψε.
-Τι λυπάσαι, ανόητε;
Ο Κοράκης τον κοίταξε απορημένος.
-Δεν καταλαβαίνετε τι ευκαιρία μας παρουσιάστηκε;
Οι άλλοι δύο δεν χαμπάριαζαν.
-Θα καλύψουμε αποκλειστικά το πρώτο κρούσμα της επιδημίας στην Ελλάδα.
Οι άλλοι δύο νόμιζαν πως τον είχε πιάσει παραλήρημα.
-Το εννοώ. Δεν με τρέλανε η αρρώστια. Συνεννοηθείτε με το κανάλι να φέρουμε κάμερες. Θα στήσουμε μικροκάμερες παντού στο δωμάτιο και θα έχω και ένα λάπτοπ με γουέμπ καμ, εδώ, μπροστά μου.
Όταν κατάλαβε πως ο προϊστάμενός του το εννοούσε, ο Κοράκης μετέφερε την ιδέα στα μεγάλα κεφάλια του καναλιού. Εκείνοι βρήκαν το κόνσπεπτ εξαιρετικό. Συνεννοήθηκαν με τους ανθρώπους του νοσοκομείου (των οποίων η αντίσταση κάμφθηκε χάρη σε μια γερή δωρεά) και η ιδέα μπήκε σε εφαρμογή. Στήθηκαν κάμερες ασφαλείας και μικρόφωνα σε διάφορες γωνιές του δωματίου. Έφεραν ένα λάπτοπ στον Τσάτσο. Επέλεξαν συγκεκριμένες – εμφανίσιμες – νοσοκόμες για να τον φροντίζουν. Τέλος, έβαλαν σεκιουριτάδες έξω από το δωμάτιό του, για να μην πλησιάζει κανένα αδιάκριτο μάτι.        
Το πρόγραμμα (που ονομάστηκε «Νόσος των Αγίων: Το Πρώτο Κρούσμα» - ο Νορβηγός την είχε τελικά γλυτώσει) έβγαινε κάθε δύο ώρες, συν τα ρεπορτάζ στα δελτία ειδήσεων. Τα βίντεο που ετοίμαζε ο Τσάτσος, σε συνεργασία με τον Κοράκη, αφορούσαν τα πάντα. Αυξομειώσεις στη θερμοκρασία του σώματος, λήψεις φαρμάκων, αλλαγές ορού, εξετάσεις αίματος, επισκέψεις γιατρών, σκέψεις του Τσάτσου γύρω από τα νοσοκομεία και το σύστημα υγείας, σχόλια πάνω στην καθημερινότητα, φλερτ με τις μορφονιές νοσοκόμες. Όταν τα πράματα πήγαιναν καλά, ο Τσάτσος ευχαριστούσε τον Θεό και τους γιατρούς. Όταν πήγαιναν άσχημα, κατήγγελλε το σύστημα υγείας, αλλά πέταγε και την ατάκα «πρέπει να φανώ δυνατός» ή «η αγάπη σας μου δίνει κουράγιο».
Ό,τι κι αν λένε για τους Έλληνες γιατρούς, αυτοί που είχαν αναλάβει τον Τσάτσο, τον κούραραν καλά. Η υγεία του έδειχνε να πηγαίνει καλύτερα – κι αυτό δεν του ήταν καθόλου ευχάριστο. Ο Τσάτσος ήθελε να υποφέρει, προκειμένου να αυξήσει με αυτόν τον τρόπο την θεαματικότητα της νέας του εκπομπής.
Τι θα μπορούσε να κάνει για να φέρει τα πάνω κάτω; Κάποιος τρόπος πρέπει να υπήρχε. Το σκεφτόταν για ώρες ένα πρωί, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε στο δωμάτιο μια από τις καλλονές νοσοκόμες. Τον πλησίασε, άπλωσε το λεπτεπίλεπτο χέρι της και του έδωσε ένα από τα χαπάκια που αποτελούσαν μέρος της φαρμακευτικής του αγωγής.
-Έτσι, για να μου γίνετε ακόμα καλύτερα, του είπε, προσφέροντάς του το.
Ο Τσάτσος το πήρε και το έβαλε στο στόμα του. Προτού, όμως, προλάβει να το καταπιεί, ανέλυσε στο μυαλό του από την αρχή την ατάκα της νοσοκόμας. Αν το να πάρει το χάπι, σήμαινε πως θα γινόταν καλύτερα, άρα το να μην το πάρει, σήμαινε πως θα χειροτέρευε. Κι αυτό ακριβώς ήταν που ήθελε: να υποτροπιάσει.
Έβαλε, λοιπόν, το χάπι στο στόμα του, αλλά δεν το κατάπιε, ούτε αυτό ούτε τα επόμενα που του φέρανε μέσα στην ημέρα. Και όταν πια βράδιασε, έκανε κάτι ακόμα χειρότερο: έβγαλε τον ορό. Έμεινε σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο χωρίς φάρμακα συν κάνα οχτάωρο χωρίς ορό. Η κατάστασή του, φυσικά, χειροτέρεψε.
Οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν το γιατί. μπορούσαν μόνο να του ανακοινώσουν πως τα πράγματα είχαν ξαφνικά σκουρύνει.
-Θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, του είπαν.
-Τι να πω; έκανε εκείνος. Ο Θεός να βάλει το χέρι του.
Με δυσκολία συγκρατούσε τα γέλια του. Δεν είχε βιώσει ξανά τέτοια ευτυχία. Ό,τι κι αν του έλεγαν οι γιατροί, αυτός ήταν αποφασισμένος να κάνει το αντίθετο. Με αυτόν τον τρόπο, χειροτέρευε όλο και περισσότερο.
Ήταν πια στα τελευταία του, κι η εκπομπή είχε σαρώσει. Από ώρα σε ώρα, τον περίμεναν να πεθάνει. Το κανάλι διέκοπτε συνεχώς για έκτακτα δελτία. Το πρόγραμμα του Τσάτσου μεταδιδόταν λάιβ όλο το εικοσιτετράωρο στο ίντερνετ. Όλοι κρέμονταν από τις οθόνες τους, προσδοκώντας ταυτόχρονα και μιαν ανάταση και το μοιραίο τέλος. Ο Τσάτσος είχε βρει τον τρόπο να καννιβαλίσει τον εαυτό του.
Από ώρα σε ώρα, από λεπτό σε λεπτό. Ο ήρωας της ενημέρωσης, ο άνθρωπος που έβαλε το δημόσιο συμφέρον πάνω από τη βολή του.
Τι ήταν αυτό που έφταιγε, αναρωτιόντουσαν οι γιατροί. Συνέχιζαν να του χορηγούν φάρμακα, συνέχισαν να του μετράνε την πίεση και τη θερμοκρασία. Τα πράματα όλο και χειροτέρευαν.
Τους φέρανε ένα καινούριο, πειραματικό φάρμακο, μπας και κατάφερναν τίποτα. Στείλανε μια από τις νοσοκόμες στο δωμάτιό του να του το χορηγήσει με ένεση. Στο διάδρομο, η νοσοκόμα συνάντησε τη φοιτητριούλα που ο Τσάτσος δεν θυμόταν το όνομά της.
-Πού πας; ρώτησε από περιέργεια η φοιτήτρια.
-Πάω να του δώσω ένα καινούριο φάρμακο.
-Μα, νόμιζα πως είχατε συμφωνήσει να μην του δίνετε φάρμακα.
-Είχαμε… τι εννοείς;
-Για τη θεαματικότητα. Πως είχατε συμφωνήσει να μην του δίνετε φάρμακα για να χειροτερέψει και να ανέβει η θεαματικότητα της εκπομπής.
Η νοσοκόμα έμεινε άναυδη. Έτρεξε στο γραφείο των γιατρών.
Όταν λύθηκε πια το μυστήριο της επιδείνωσης, οι γιατροί μπόρεσαν να κάνουν τη δουλειά τους σωστά. Τέλος οι κάμερες και τα λάπτοπ και οι ζωντανές συνδέσεις. Τώρα πια, μόνο καλή ιατρική δουλειά.
Ο Τσάτσος βγήκε ζωντανός. Ο ιατρικός σύλλογος Αθηνών του έκανε μήνυση για δυσφήμιση, αλλά κάπως κατάφερε να γλυτώσει. Όλοι του λέγανε «μπράβο που τα κατάφερες», αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζαν οι έπαινοι για την υγεία του. Τον ένοιαζε μόνο που είχε χάσει το απόλυτο λαυράκι. Είχε αποτύχει να πεθάνει και, πεθαίνοντας, να κατακτήσει την μεγαλύτερη αποκλειστικότητα στην ιστορία της τηλεόρασης: ένα θάνατο σε ζωντανή μετάδοση. Εν τω μεταξύ, βρέθηκε η θεραπεία για τη νόσο των αγίων και το όλο θέμα πέρασε στη λήθη. Όχι, όμως, για τον Τσάτσο. Ο Τσάτσος ζούσε για τη στιγμή που θα εμφανιζόταν η επόμενη επιδημία. Τότε, θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να κολλήσει και να πεθάνει σε αποκλειστικό ρεπορτάζ.   

                  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου