Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΜΕΤΕΩΡΟΣ ΣΤΟΝ ΜΕΤΕΩΡΙΤΗ

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που ζούσε μόνος του σε έναν μετεωρίτη. Η ζωή που έκανε δεν ήταν υπερβολική ούτε πολυέξοδη. Ό,τι χρειαζόταν για την τροφή του το έβρισκε λίγα μέτρα από το σπίτι του. Κάποια στιγμή ήρθε ένας παράξενος άνθρωπος από έναν άλλο πλανήτη. Είπε στον κάτοικο του αστεροειδούς: «Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το ουράνιο σώμα σου είναι πολύτιμο. Στον πλανήτη μου το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν κοσμήματα. Πόσα θέλεις για να μου κόψεις ένα κομμάτι;» Ο κάτοικος του αστεροειδούς δεν ήξερε τι να απαντήσει. Όταν, όμως ο επισκέπτης του τού πρόσφερε ένα πουγκί με νομίσματα, ο κάτοικος του μετεωρίτη αναθάρρησε. Πήρε το πουγκί και άφησε τον άλλον να κόψει ένα κομμάτι. Την επόμενη μέρα ο επισκέπτης από τον άλλο πλανήτη ξαναήρθε. Πρόσφερε πάλι ένα πουγκί στον κάτοικο του μετεωρίτη, με αντάλλαγμα ένα ακόμα κομμάτι. Ο κάτοικος του αστεροειδούς δέχτηκε. Μέτρησε τα περιεχόμενα των δύο πουγκιών που είχε λάβει και αισθάνθηκε ικανοποίηση. Την επόμενη μέρα ήρθε ένας άλλος παράξενος άνθρωπος, κι αυτός από έναν κοντινό πλανήτη. «Αυτός είναι ο πολύτιμος μετεωρίτης;» ρώτησε. Ο κάτοικος του αστεροειδούς δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τελικά είπε ναι, σκεπτόμενος τις δύο προηγούμενες επισκέψεις. Ο επισκέπτης πρόσφερε κι αυτός στον ερημίτη ένα μεγάλο ποσό, κι έπειτα έφυγε, κόβοντας πρώτα ένα κομμάτι από τον μετεωρίτη. Ο ερημίτης χαμογέλασε ικανοποιημένος. Είδε πως ο μετεωρίτης του είχε μικρύνει κάπως τις τελευταίες μέρες, όμως δεν τον ένοιαξε. Ήταν ευχαριστημένος που είχε στα χέρια του λεφτά, πολλά λεφτά. Έτσι, την επόμενη μέρα, που ήρθε ένας τρίτος επισκέπτης και του πρόσφερε κι αυτός ένα πουγκί με αντάλλαγμα ένα κομμάτι από τον μετεωρίτη. Ο ερημίτης δέχτηκε. Ο μετεωρίτης μίκρυνε κι άλλο. Σύντομα, ο μετεωρίτης έγινε γνωστός σε όλη εκείνη τη γωνιά του σύμπαντος. Άνθρωποι έρχονταν και έρχονταν και έρχονταν, προσφέροντας πουγκιά επί πουγκιών, και παίρνοντας ο καθένας από ένα κομμάτι του μετεωρίτη. Σύντομα, ο μετεωρίτης είχε μικρύνει τόσο πολύ, που υπήρχε χώρος μόνο για τον κάτοικό του και τα πουγκιά. Κι όμως, κάθε φορά που ερχόταν ένας καινούριος επισκέπτης, φέρνοντας μαζί του ένα πουγκί, ο ερημίτης τον άφηνε να κόψει ένα κομμάτι από τον μετεωρίτη. Στο τέλος αναγκάστηκε να μείνει σε ένα κομμάτι μετεωρίτη που χωρούσε μόνο εκείνον. Τα πουγκιά του αναγκάστηκε να τα πάρει στα χέρια του. Έμεινε εκεί για μέρες, χωρίς να τρώει, χωρίς να πίνει, χωρίς να μιλά σε κανέναν. Στο τέλος άρχισε να κουράζεται. Δεν μπορούσε πια να σηκώνει όλο αυτό το βάρος. Ένοιωσε τα χέρια του να αρχίζουν να λυγίζουν. Προσπάθησε να αντλήσει δύναμη από το μυαλό του, κι έτσι μπόρεσε να κρατηθεί λίγο ακόμα. Αλλά κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε σχεδόν αμέσως, μόνο και μόνο για να δει πως ένα πουγκί κόντευε να πέσει. Προσπάθησε να αλλάξει θέση, προσπάθησε να στηριχτεί καλύτερα στο κομμάτι του μετεωρίτη που είχε απομείνει και τελικά κατάφερε να μην πέσει το μετέωρο πουγκί. Πάνω που το κατάφερε αυτό, όμως, κατάλαβε πως ένα άλλο πουγκί έπεσε κάτω. Άπλωσε τα χέρια του για να το πιάσει, μην καταλαβαίνοντας πως έτσι θα του έπεφταν όλα τα πουγκιά – όπως και συνέβη. Τα πουγκιά όλα έπεσαν κάτω και μαζί τους έπεσε κι εκείνος. Τώρα πια αιωρείται στο διάστημα, χωρίς σπίτι, χωρίς πουγκιά, χωρίς πνοή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου