Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ #8

#8 - Η βράβευση


Νόμιζε πως όλοι τον μισούσαν επειδή ήταν τόσο ταλαντούχος. Όχι· τον μισούσαν επειδή στο πρόσωπό του συνδυάζονταν σε πρωτόγνωρο βαθμό η αταλαντοσύνη με την κενοδοξία και την κακότητα. Όσα είχε καταφέρει στη ζωή του ο Δ.Ν., τα είχε καταφέρει πατώντας επί πτωμάτων, συκοφαντώντας τους άλλους συγγραφείς σε εκδότες και ταυτόχρονα γλείφοντας μέχρι εκεί που δεν πάει τους εκδότες αυτούς, ώστε να του δίνουν να κάνει μεταφράσεις – μεταφράσεις που αποδεικνύονταν τελικά παντελώς αποτυχημένες - και να διαφημίζουν τα δικά του βιβλία – και όχι των άλλων - στις εφημερίδες και τα σάιτ.
     Μα τελικά δεν κατάφερνε τίποτα. Δεν είχε κερδίσει ποτέ την ειλικρινή εκτίμηση κανενός. Απλώς, κάποιοι του ανταπέδιδαν πότε-πότε το γλείψιμο. Πουλούσε μόνο χάρη στην υπερβολική διαφήμιση και χάρη σε όσους αφελείς είχαν χάψει το μύθο του – το μύθο του Έλληνα Μπάροουζ.
   Τα καταλάβαινε όλα αυτά κατά βάθος, μα δεν ήθελε να τα παραδεχτεί, έχοντας πειστεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πως ήταν κάτι σπουδαίο – ενώ δεν ήταν τίποτα τέτοιο. Μα έτσι κι αλλιώς, ήταν σίγουρος πως όλα θα άλλαζαν με το καινούριο του πόνημα – τις «Σημειώσεις ενός μπεκρή». Ήταν βέβαιος, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως με αυτό το μυθιστόρημα θα κέρδιζε την καθολική, μόνιμη, αδιάσειστη αναγνώριση – πως θα γινόταν μόνιμος κάτοικος στο Πάνθεον των Μυθιστοριογράφων.
      Με το που βγήκε το βιβλίο, άρχισε να μιλά για αυτό σαν να ήταν κάτι που είχε γράψει όχι ο ίδιος αλλά κάποια μεγαλοφυΐα τύπου Φλωμπέρ. Οι λίγοι που τον έπαιρναν στα σοβαρά πείθονταν – οι υπόλοιποι γελούσαν με τα χάλια του.
    Σε κάποιο λογοτεχνικό σαλόνι, μια παρέα ανθρώπων που είχαν πληγεί από αυτόν – άλλο αν τελικά είχαν κατακτήσει κορυφές που εκείνος δεν θα έβλεπε καν ποτέ στη ζωή του - και που γύρευαν μια κάποια εκδίκηση για τη συνεχή από μέρος του υπομόνευση, σκέφτηκαν να του σκαρώσουν μια φάρσα, μια μάλλον μοχθηρή φάρσα.
       Τις επόμενες μέρες στην Αθήνα άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη πως ο Δ.Ν. θα ελάμβανε βραβείο από το Ίδρυμα Ανδρεοπούλου, για το σύνολο του έργου του – το πιο σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο στη χώρα. Η φήμη έφτασε στα αυτιά του και τον ικανοποίησε βαθιά – ποιον λόγο είχε να την αμφισβητήσει; Άρχισε απλώς να μετρά τις μέρες μέχρι την τελετή και παράλληλα να ενισχύει τη φήμη και να ρίχνει συνεχώς σπόντες σε δημόσιες τοποθετήσεις του για τη δικαίωση που είχε πλέον φτάσει.
        Το απόγευμα της βράβευσης, έβαλε το καλύτερο κοστούμι του και κατευθύνθηκε από το σπίτι του στη Νεάπολη ως το κτήριο της Ακαδημίας, στην Πανεπιστημίου. Οι εχθροί του είχαν προχωρήσει το αστείο τόσο πολύ, ώστε να του σταλεί πρόσκληση από το ίδρυμα για την εν λόγω τελετή – άλλωστε, οι νικητές των συγκεκριμένων βραβείων δεν ελάμβαναν καμία προειδοποίηση για τον επικείμενο θρίαμβό τους.
         Η τελετή πέρασε ευχάριστα για τον Δ.Ν. – αφού ήταν σίγουρος πως στο τέλος της βραδιάς, ο παρουσιαστής θα φώναζε το όνομά του κι εκείνος θα ανέβαινε με νωχελικό βήμα για να λάβει το βραβείο για το οποίο ετοιμαζόταν όλη του τη ζωή. Παρακολουθούσε τους νικητές στις υπόλοιπες κατηγορίες να παραλαμβάνουν τα βραβεία τους και χαμογελούσε συγκαταβατικά, αφού οι δικές τους δάφνες δεν ήταν τίποτα μπροστά στην τιμή που αποδιδόταν σε λίγο στον ίδιο.
     Και τελικά, η στιγμή έφτασε: ο παρουσιαστής ανακοίνωσε πως θα ακολουθούσε το σπουδαιότερο όλων των βραβείων: το Τιμητικό Βραβείο Ιφιγένειας Ανδρεοπούλου για το Σύνολο του Έργου του πήγαινε στον… Ιάσονα Σαρρή.
      Μια κραυγή ακούστηκε πάνω από τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα. Ο Δ.Ν. είχε σηκωθεί όρθιος και έβριζε τους πάντες: τον παρουσιαστή, το Ίδρυμα, τον ογδοντάχρονο νικητή που πάσχιζε να ανέβει στη σκηνή του Μεγάρου, τους ανθρώπους της ασφάλειας που προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν.
      Τον πετάξανε έξω, στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Κηφισίας. Οι περαστικοί τον κοιτούσαν παραξενεμένοι, ενώ εκείνος τους ξεκαθάριζε, χωρίς να του το έχουν ζητήσει, πως ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας της γενιάς του, ο πιο σπουδαίος όλων, ο Έλληνας Μπάροουζ.

          Το επόμενο πρωί έγραψε ένα λίβελο εναντίον του Ιδρύματος, τον πόσταρε στη σελίδα του στο φέισμπουκ και ξεθύμανε. Περίμενε το πρώτο λάικ. Περίμενε για δέκα λεπτά. Τίποτα. Για είκοσι. Για μισή ώρα. Για τρεις ώρες. Για μια ολόκληρη μέρα. Μα τι διάολο; Κανείς δεν καταλάβαινε πόσο σπουδαίος ήταν; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου