Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Αποχαιρετισμός στα κόλπα

Η αίθουσα ήταν στολισμένη για τη μεγάλη γιορτή. Η εταιρεία είχε κάνει όλες τις ετοιμασίες, προκειμένου να αποχαιρετήσει τον αποχωρούντα γενικό διευθυντή της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είχαν αγοραστεί σαμπάνιες, είχαν προσλάβει έναν πιανίστα και μια σοπράνο – ο κύριος γενικός ήταν της κλασικής –, είχαν παραγγείλει μια τούρτα στα χρώματα του Ολυμπιακού, είχαν στολίσει το χώρο με κορδέλες και σερπαντίνες – ο χώρος έμοιαζε κατάλληλος για το πιο όμορφο πάρτυ.
            Γύρω στις τέσσερις, λίγο πριν σχολάσουν, οι εργαζόμενοι της εταιρείας άρχισαν να καταφτάνουν στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων. Στο θέαμα της διακόσμησης – και της όμορφης σοπράνο που ανέμενε στη γωνία την έναρξη της γιορτής – η καρδιά τους αναθάρρησε. Βολεύτηκαν στις θέσεις τους και περίμεναν.
            Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασε στην αίθουσα ο κύριος γενικός, συνοδευόμενος από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας και την υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων. Οι υπάλληλοι χειροκρότησαν – άλλοι ειλικρινώς, άλλοι από φόβο. Μετά από λίγο, ο ιδιοκτήτης τούς έκανε νεύμα να σταματήσουν κι εκείνοι υπάκουσαν. Ο ιδιοκτήτης πήρε το λόγο. Τα είπε ξερά, σταράτα, με ακρίβεια, χωρίς καμιά φιοριτούρα. Έπειτα παραχώρησε το λόγο στην υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων, που επιδόθηκε σε ένα παραλήρημα γλαφυρότητας, με αλλεπάλληλες, αταίριαστες στην πλειονότητά τους, ποιητικές αναφορές. Μόλις τελείωσε, έκανε νόημα στον κύριο γενικό να έρθει κοντά της. Του παρέδωσε την τιμητική πλακέτα και μια μπάλα υπογεγραμμένη από όλους τους παίκτες του αγαπημένου του Ολυμπιακού. Έπειτα του έδωσε το μικρόφωνο, προκειμένου να βγάλει κι αυτός τον αποχαιρετιστήριο/ευχαριστήριο λόγο.
            Ξεκίνησε:
            -Θα ήθελα να… θα ήθελα να ευχα…
            Μα ξαφνικά φώναξε:
            -Άντε παρατάτε με! Άντε παρατάτε με!
            Πέταξε κάτω με μανία την μπάλα και την πλακέτα.
            -Εγώ άλλα ήθελα από τη ζωή μου! Εγώ ήθελα να γίνω… να γίνω… χαρτοπαίκτης! Ναι, κυρία μου, χαρτοπαίκτης! Αυτό μου ταίριαζε! Σ’ αυτό ήμουν καλός! Μέχρι τα είκοσι πέντε μου δεν είχα χάσει παιχνίδι για παιχνίδι! Ήξερα πώς να υπολογίζω, πώς να μετράω, πώς να μηχανεύομαι! Ήξερα να μπλοφάρω! Θεέ μου, πώς ήξερα να μπλοφάρω! Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην μπορούσα να μπερδέψω! Κι όμως, όχι! Οι γονείς μου δεν το δέχονταν με τίποτα! Οι γονείς μου ήθελαν να έχω σιγουριά. Αυτοί με χώσανε σε αυτήν την παλιοεταιρεία, λες και άμα έκανα αυτό που ήθελα, θα παθαίνανε τίποτα εκείνοι. Κι έμεινα στην εταιρεία. Κι ήμουνα καλός. Δεν ήμουνα, Γιώργο; Αλλά ποτέ δεν μου άρεσε. Τη σιχαινόμουνα τη δουλειά μου. Τη σιχαινόμουνα. Ήθελα να φύγω από την πρώτη εβδομάδα. Τελικά έκατσα σαράντα δύο χρόνια. Άξιζε τον κόπο; Πες μου. Άξιζε τον κόπο.
            Και μ’ αυτό, πέταξε το μικρόφωνο στο πάτωμα κι έφυγε βιαστικά από την αίθουσα – άγνωστο προς τα πού, κανείς δεν τόλμησε να τον ακολουθήσει.
            Όλοι οι υπόλοιποι έμειναν αποσβολωμένοι, να κοιτάζονται μεταξύ τους. Ο πιανίστας το πήρε απάνω του: άρχισε να παίζει την εισαγωγή μιας άριας, ακριβώς όπως ήταν προγραμματισμένο να γίνει μετά τον λόγο του κυρίου γενικού, αλλά σταμάτησε υπό τις ύβρεις του ιδιοκτήτη. Αυτός ο τελευταίος σηκώθηκε όρθιος, και αφού ορμήνεψε οργίλα τους υπαλλήλους του να περάσουν στον μπουφέ, βγήκε από την ίδια πόρτα, πιθανώς προκειμένου να πάει να βρει τον αποχωρήσαντα συνεργάτη του.

            Κανείς από τους υπαλλήλους της εταιρείας δεν κατάλαβε ποτέ τι οδήγησε τον κύριο γενικό να πει αυτά τα πράγματα. Η τούρτα ήταν ωραία, όμως. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου