Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 27

Είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με την ιδέα πως δεν θα έβγαινε ούτε αυτό το Σαββατόβραδο. Πάλι κατεβασμένες σειρές από το ίντερνετ και ό,τι είχε μείνει από τα φαγητά που του είχε στείλει η μάνα του και καμιά μπύρα από το περίπτερο. Ας χτυπούσε το τηλέφωνο κι ας μην ήταν Εκείνη! Μετά το φαΐ, του ήρθε τελικά η όρεξη για μπύρα. Έβαλε το μπουφάν του και βγήκε στον δρόμο. Αλλά το περίπτερο ήταν κλειστό. Καμία πρόνοια για τα μπακούρια που μένουν σπίτι το Σαββατόβραδο. Τώρα έπρεπε να περπατήσει ως την Αραχώβης, για να πάει στο ψιλικατζίδικο. Εκεί ήταν που την είδε, να προσπαθεί να επιλέξει ανάμεσα στα τυποποιημένα κρουασάν. Η κοπέλα μονολογούσε, καθώς άφηνε το ένα πακέτο και έπιανε το άλλο. Κάποια στιγμή γύρισε και τον κοίταξε, με βλέμμα μπερδεμένο. Ο φίλος μας το εξέλαβε σαν έκκληση βοηθείας και προθυμοποιήθηκε να της δείξει τον σωστό δρόμο.
-Πάρε αυτά, της είπε και της έδωσε ένα πακέτο με πολλά κρουασανάκια, που πάντα του φαίνονταν και εύγεστα και χορταστικά.
-Σε ευχαριστώ, του είπε. Με έβγαλες από χοντρό δίλημμα.
-Τίποτα.
-Εσύ, βλέπω, πήρες μπύρα.
-Ναι.
-Παγκάκι με παρέα;
-Όχι, σπιτάκι με σειρές.
-Σειρές από τον στρατό;
-Όχι, σειρές από το ίντερνετ.
-Κρίμα, γιατί ξέρω ένα ωραίο παγκάκι.
-Και το παγκάκι, δεν με χαλάει.
-Πληρώνουμε και φεύγουμε;
-Πληρώνουμε και φεύγουμε.

Πέρασαν δύο ώρες μαζί, στο παγκάκι του πεζόδρομου, εκεί κοντά. Στο σπίτι του χτύπαγε το τηλέφωνο, αλλά εκείνος δεν το άκουγε. Ήταν η Ρίτα, που είχε θυμηθεί, μετά από έξι μήνες γνωριμίας και τέσσερις απανωτές χυλόπιτες, να τον πάρει τηλέφωνο. Εκείνος δεν το ήξερε και προς το παρόν δεν τον ένοιαζε κιόλας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου