Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 11

Έμοιαζε με πρίγκιπα που γύρευε να γίνει βάτραχος. Η Ρίτα ήταν το είδος της γυναίκας που θα μπορούσε να τον καταστρέψει, αν δεν τον είχε κιόλας ερωτευτεί, με το που τον είδε να μπαίνει στο μαγαζί. Του έφερε το νερό του και περίμενε χαμογελαστή την παραγγελία του.
-Έναν καφέ, της είπε, παρόλο που ήταν οκτώμισι το βράδυ.
-Καφέ; Τι καφέ;
-Ό,τι να ναι. Ένα Νες, σκέτο.
Το ξανασκέφτηκε.
-Με λίγο γάλα, της φώναξε, καθώς εκείνη απομακρυνόταν.
Του τον έφερε. Τον ήπιε σκεπτικός. Γύρω στις εννιά και μισή, τελείωσε, έβγαλε από την τσέπη του κάμποσα νομίσματα και, αφού τα μέτρησε, τα ακούμπησε όλα στο τραπέζι.
-Δεν μου φτάνουν τα λεφτά, της είπε, όταν εκείνη ήρθε να πληρωθεί.
Η Ρίτα πήρε στα χέρια της τα κέρματα και τα μέτρησε. Λείπανε μόλις είκοσι λεπτά του ευρώ.
-Δεν πειράζει, του είπε. Την επόμενη φορά.
-Δεν θα υπάρξει επόμενη φορά, τη διαβεβαίωσε.
-Α, ναι; Και γιατί αυτό;
-Γιατί απόψε σκοπεύω να αυτοκτονήσω.
Φαινόταν να το εννοεί. Η Ρίτα ξέχασε τους υπόλοιπους πελάτες και κάθισε κοντά του. Του ζήτησε να της εξηγήσει κι εκείνος, έστω με τα χίλια ζόρια, της τα είπε όλα, για το χαμό των γονιών του και το διαζύγιό του και την ανεργία του.
-Δεν μπορώ πια να συντηρηθώ. Δεν μπορώ να επιβιώσω, ήταν η κατακλείδα της αφήγησής του.
Της φάνηκε όμορφος μέσα στην απελπισία του. Της φάνηκε επίσης άξιος μιας δεύτερης (ή τρίτης) ευκαιρίας.
-Ξέρεις, μόλις σήμερα μου έφυγε η κυρία που μου έκανε τη λάντζα, του εξομολογήθηκε (και ήταν αλήθεια).
Ένα διστακτικό χαμόγελο μισοφώτισε ξαφνικά το κουρασμένο του πρόσωπο.
Του πρόσφερε τη δουλειά κι αυτός τη δέχτηκε. Έδειξε από την αρχή πολύ πρόθυμος και εργατικός.
Οι μήνες περάσανε. Ο άντρας δούλευε σκληρά και έκανε πάντα το καλύτερο που μπορούσε. Κι όμως, η Ρίτα είχε πάψει πια να νοιώθει το ίδιο για εκείνον, όπως εκείνες τις πρώτες ώρες. Πέρα από την εργατικότητά του και την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του, δεν έδειχνε να έχει καμιά άλλη ενδιαφέρουσα ιδιότητα. Ήταν μίζερος, μονίμως εκνευριστικά σιωπηλός, ανίκανος να μοιραστεί έστω και ένα χαμόγελο με τους γύρω του. Τον κρατούσε, όμως, κοντά της, γιατί της έβγαζε τη δουλειά, και με το παραπάνω.
Αλλά δεν ήξερε πώς ένοιωθε αυτός για εκείνη, πόσο το δέος και η ευγνωμοσύνη του έκαιγαν τα σωθικά. Ενώ τις πρώτες μέρες του είχε φανεί αδιάφορη, αργότερα, όσο περισσότερο τη γνώριζε, όσο περισσότερο την παρατηρούσε, από την απόσταση που όριζαν οι διαφορετικοί ρόλοι τους στο μαγαζί, όσο περισσότερο απολάμβανε τη ζωή που εκείνη του είχε χαρίσει, τόσο πιο βαθιά γοητευόταν. Κι όμως, δεν μπορούσε να το πει. Πίστευε πως μια τέτοια εξομολόγηση θα την τρόμαζε, θα την απωθούσε, θα την έκανε να τον απολύσει.
Όμως, η Ρίτα είχε νεύρα εκείνο τον καιρό, για την αρρώστια του πατέρα της και για κάτι έρωτες που αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και για κάτι δουλειές που δεν τραβάγανε. Άρχισε να πίνει όλο και περισσότερο και να κλείνεται κι αυτή στον εαυτό της. Ο μόνος που νοιάστηκε να τη ρωτήσει τι της συμβαίνει ήταν εκείνος, κάποιο βράδυ, μετά τη δουλειά, όταν πια είχαν μείνει μόνοι τους. Αλλά αυτή ήταν στο δικό της κόσμο, και το μόνο που κατάφερε με την ερώτησή του ο υφιστάμενός της ήταν να την τσατίσει.
-Τώρα θυμήθηκες να μιλήσεις; Άει στο διάολο κι εσύ, μουγκαφόν, ε μουγκαφόν.
Από εκείνο το βράδυ ξεσπούσε όλα της τα προβλήματα σε εκείνον. Κι εκείνος τα δεχόταν, όχι τόσο γιατί είχε ανάγκη τη δουλειά όσο γιατί ένοιωθε πως κάτι της πρόσφερε  με το να είναι το αντικείμενο των ξεσπασμάτων της.
Περάσανε εφτά χρόνια έτσι, εκείνη να βρίζει κι εκείνος να σωπαίνει, ώσπου η Ρίτα πούλησε το μαγαζί σε κάποιον άλλον.
Μπορεί να ηρέμησε από τη δουλειά της νύχτας, βρίσκοντας κάτι άλλο να ασχοληθεί. Αλλά στην καινούρια της δουλειά δεν υπήρχε εκείνος, να τα δέχεται όλα σιωπηλά, να ανασαίνει στον ρυθμό της, να περπατά σαν γάτα γύρω από τον θυμό της. Και η σκέψη της γύρισε πίσω σε εκείνο το πρώτο βράδυ. Πόσο της έλειπε εκείνο το πρώτο βράδυ. Έπειτα συνειδητοποίησε πόσο άσχημα του είχε φερθεί αλλά και πως ίσως ο λόγος που εκείνος τα είχε ανεχτεί όλα αυτά ήταν κάτι παραπάνω από εθισμός στη σιωπή ή μια απλή αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη λάντζα.                     
            Επισκέφτηκε ξανά το μπαρ, στο οποίο είχε ορκιστεί να μην ξαναπατήσει, μόνο και μόνο για να τον βρει. Τον βρήκε σε ένα νέο πόστο, μπάρμαν πια. Του παρήγγειλε ένα Νες σκέτο, νομίζοντας πως εκείνος θα καταλάβαινε.
            -Καφέ, τέτοια ώρα; τη ρώτησε.
            -Καλά, φέρε μου ένα ρούμι.
            Όταν της το σέρβιρε, του έπιασε το χέρι. Εκείνος τραβήχτηκε.
            -Σου φέρθηκα άσχημα, ε; τον ρώτησε.
            Εκείνος σιώπησε για λίγο, κοιτώντας γύρω του.
            -Εγώ σε άφησα, της είπε τελικά.
            -Ναι. Αλλά γιατί;
            -Γιατί τότε μου άρεσες.
            -Και τώρα;
            -Τώρα είμαι μπάρμαν.
            Σαν να της έλεγε: τώρα νοιώθω άνθρωπος. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου