Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Για τον Λου Ριντ

Θυμάμαι ένα βράδυ του 1999, να μιλάω στο τηλέφωνο με την κοπέλα στην οποία μετέπειτα θα βάσιζα τη Νεφέλη από την Ελληνική Ασφυξία. Τα αγαπημένα μας θέματα συζήτησης ήταν η μουσική και το πάθος μου για εκείνη (την κοπέλα, όχι τη μουσική). Ακούμε περισσότερο βρετανικά συγκροτήματα, αλλά κάποια στιγμή εκείνο το βράδυ με ρωτά να της πω ποιος είναι ο αγαπημένος μου αμερικανός τραγουδιστής. Της απαντάω χωρίς να το σκεφτώ καθόλου: ο Λου Ριντ. Δεν είχα εκτιμήσει ακόμα όσο έπρεπε τον Ντίλαν και ο Μάρβιν Γκέι πολύ απλά δεν μου ήρθε στο μυαλό.
            Είχα ανακαλύψει πριν μερικά χρόνια τον Ριντ και τη σπουδαία παλιά του μπάντα, τους Velvet Underground, χάρη στους παραγωγούς του αξεπέραστου Ρόδον FM. Με τα πρώτα λεφτά που έβγαλα σαν ενήλικας, είχα αγοράσει, μεταξύ άλλων, την «μπανάνα», ένα μπεστ οφ των Βέλβετς και το Transformer. Από τους Βέλβετς με είχε ταρακουνήσει κυρίως αυτός ο επιτηδευμένα ακατέργαστος ήχος, οι κοφτερές κιθάρες και η απόκοσμα σπαρακτική βιόλα του Τζον Κέιλ (αν και κάθε άλλο παρά αδιάφορο με άφηναν τα πιο μελαγχολικά, τα πιο μελωδικά κομμάτια τους). Η μουσική των VU ήταν μια μουσική περιπετειώδης, μια μουσική που μίλαγε κατευθείαν στα ένστικτα που δεν ήξερες καν πως είχες – ήταν μια μουσική που γύρευε να ενοχλήσει, να μην σε αφήσει στην ησυχία σου. Το Transformer ήταν κάτι άλλο. Ήταν πιο στρωτό, πιο μελωδικό, πιο μεγαλεπήβολο. Εκείνη την εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν έκανα την προαναφερθείσα συζήτησι, αυτά τα τρία cd αρκούσαν για να με πείσουν πως ο Ριντ ήταν ο πιο μεγάλος αμερικανός τραγουδιστής.
Με το πέρασμα των χρόνων, βυθίστηκα πιο βαθιά στη ζωή (κυρίως στις απογοητεύσεις της) αλλά και πιο βαθιά στη μουσική του Ριντ και των Βέλβετς. Υπήρχαν πολλές διαφορές μεταξύ του σόλο καλλιτέχνη και της μπάντας από την οποία είχε ξεπηδήσει. Υπήρχε, όμως, κάτι κοινό, κάτι που βρισκόταν στο κέντρο και των δύο αυτών corpus. Ο ίδιος ο Ριντ – η φωνή του και τα πράγματα που η φωνή αυτή έλεγε. Είχα στο μεταξύ «ανακαλύψει» τον Ντίλαν, αλλά αυτός ήταν κάτι άλλο. Δεν μπορούσα καν να τους συγκρίνω. Με τον καιρό ομολογώ πως απομυθοποίησα κάπως τον Ριντ, κυρίως σαν κιθαρίστα, αλλά επέστρεψα σε αυτόν στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας κι από τότε δεν σταμάτησα να τον ακούω. Είναι παρών ακόμα και στο πρώτο μου βιβλίο.  
Γιατί, όμως, ο Ριντ; Γιατί είχα δώσει εκείνη την απάντηση εκείνο το βράδυ; Από καθαρά μουσικολογικής άποψης, αυτή η φωνή, που σίγησε για πάντα την Κυριακή που μας πέρασε, είναι μάλλον κακή, χωρίς όλα εκείνα τα τεχνικά χαρακτηριστικά (βιμπράτο, δυναμική, έκταση) που θα μπορούσαν να την καταστήσουν αντικειμενικά αξιόλογη. Κι όμως, ακριβώς επειδή είναι τόσο βραχνή και ανέκφραστη και σαφής, τόσο ξερή, καταφέρνει να είναι τόσο σπουδαία. Άλλωστε, καμιά άλλη φωνή δεν θα ταίριαζε περισσότερο με αυτούς τους στίχους, όσες διασκευές του Perfect Day κι αν ηχογραφηθούν. Το θέμα με τον Λου Ριντ είναι ότι μιλά για ανθρώπους – για ανθρώπους πραγματικούς και ολοζώντανους. Ίσως να μην είναι οι καλύτεροι άνθρωποι, ίσως να μην είναι οι πιο νορμάλ, αλλά πάντως αποτελούν κομμάτι αυτού του κόσμου. Ο Ριντ έγραφε για πράματα που συνέβαιναν γύρω του. Δεν σου έκρυβε τίποτα, σε προειδοποιούσε για τα πιο σκοτεινά κατατόπια, για τους πιο παράξενους ανθρώπους που επρόκειτο να συναντήσεις (και σου έλεγε παράλληλα πως ίσως κι εσύ ο ίδιος έμοιαζες κάπως στους ανθρώπους αυτούς), για καλλιτέχνες, για έκπτωτους κληρονόμους, για φτωχοδιάβολους, για τραβεστί και μοιραίες γυναίκες, για άντρες που χτυπάνε τις γυναίκες τους, για αλκοολικούς, για κοσμικές κυρίες και προβληματικά πλουσιοκόριτσα, για ψώνια, για πρεζόνια, για χαμένα χρόνια. Και στα έλεγε όλα αυτά όπως έπρεπε, ξερά, ανέκφραστα, βραχνά, άσχημα και όμορφα μαζί.
Ειπώθηκε από έναν έλληνα μουσικό πως οι στίχοι του ήταν ακατέργαστοι. Τεράστια ανακρίβεια. Ο Ριντ είχε άλλωστε σπουδάσει δημιουργική γραφή, κοντά στον άγνωστο στην Ελλάδα αλλά αναγνωρισμένο στον αγγλόφωνο κόσμο Ντέλμορ Σβαρτς. Ήταν κι αυτός, όπως και τόσοι άλλοι γραφιάδες, ένας ανελέητος κυνηγός της κατά Φλωμπέρ mot juste. Τραγούδια όπως το Men of Good Fortune, το Coney Island Baby, το Underneath the Bottle δεν θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί από κάποιον που έκανε προχειροδουλειές. Στίχοι όπως το «he had left his soul in someone̕  s RENTED car» στο Romeo had Juliette (όπως έχει επισημάνει ο Jim Carroll σε ένα ντοκιμαντέρ) δείχνουν όλη του τη μαστοριά και την αφοσίωση. Εκείνος ο απίθανος επιθετικός προσδιορισμός silver δίπλα στη λέξη walks (στο I̕  m so Free) δείχνει μια φαντασία αλλά και μια σκληρή δουλειά που δεν θα χαρακτηρίσει ποτέ κανέναν ατζαμή ερασιτέχνη. Οι γυναικείοι χαρακτήρες του που «μιλάνε» (Stephanie says, Lisa Says, Candy Says, Caroline Says), συνθέτουν μερικές από τις σπουδαιότερες βινιέτες στην ιστορία της popular μουσικής. Και τα παραδείγματα είναι αμέτρητα.
Αυτό είναι εν τέλει που κάνει τόσο σημαντικό για μένα. Αλλά ίσως να έχω και άδικο. Ίσως άλλοι να εκτιμούν περισσότερο άλλα πράγματα, που εγώ δεν κατάφερα να δω. Το θέμα είναι ότι όλοι όσοι αγαπήσαμε τον Λου Ριντ, για οποιονδήποτε λόγο, νοιώσαμε το βράδυ της Κυριακής που μας πέρασε να χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο. Και όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, το κενό θα είναι μεν δυσαναπλήρωτο, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε τις αναμνήσεις. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου