Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Η λάθος λίστα - για το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι

Υπάρχει κάτι το βαθιά ρατσιστικό στο να λες πως κάποιος δεν μπορεί να γράψει για κάτι που δεν έζησε ο ίδιος, κάτι που κείται πέρα από τα βιώματά του, τις καταβολές του, την κοινωνική του τάξη (και, βέβαια, υπάρχει αντίστοιχα κάτι το απύθμενα βλακώδες στο να αρνείσαι να γράψεις οτιδήποτε άλλο από αυτά που έζησες).
      Στο καινούριο του βιβλίο –και πρώτο του μυθιστόρημα- ο Μόρισι πέφτει θύμα αυτού ακριβώς του ρατσισμού: έχοντας από τριακονταετίας δηλώσει πως απέχει από το σεξ, κάνει το κατά τους πάντα πρόθυμους επικριτές του το «λάθος» να συμπεριλάβει στο εν λόγω πόνημα κάμποσες ερωτικές σκηνές. Ωστόσο, οι σκηνές αυτές – παρότι δεν στερούνται ελαττωμάτων – δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα του βιβλίου.
        Το “List of the Lost” (Penguin, 2015) αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας σκυταλοδρόμων (σπορ με το οποίο είχε ασχοληθεί και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εφηβεία του), φοιτητών αμερικανικού  κολλεγίου, που τα έχουν όλα – αλλά όχι για πάντα. Οι πρώτες δέκα περίπου σελίδες κυλούν ανούσια, σε μια συνεχή προσπάθεια του Μόρισι να πει κάτι περισπούδαστο και βαθιά λυρικό, ενώ στην ουσία δεν λέει τίποτα για τους τέσσερις νεαρούς ούτε για τους ανθρώπους γύρω τους. Η ιστορία δεν ξεκινά παρά μετά την εμφάνιση της Eliza, της κοπέλας του πρωταγωνιστή Ezra, και απογειώνεται (όσο απογειώνεται) από το συμβάν στο δάσος και μετά. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος ανάμεσα στην απόφασή του να αφηγηθεί την ιστορία και τη ροπή του αφενός προς την αμπελοφιλοσοφία και τη μεγαλοστομία και αφετέρου στα (συχνά αχρείαστα) ευφυολογήματα και λογοπαίγνια – κι όλα αυτά με έναν λόγο που είναι ανούσια μακροπερίοδος και βαρύς. Ο Μόρισι είναι υπερβολικά επικριτικός απέναντι στους χαρακτήρες του και προσπαθεί συνεχώς να καθοδηγήσει τους αναγνώστες του προς συγκεκριμένα συμπεράσματα – είτε σχετικά με την πλοκή είτε σχετικά με τον κόσμο γενικά.
        Η γνώση των αγγλικών που διαθέτει ο Μόρισι είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη, όπως είναι και η ικανότητά του να τη χρησιμοποιεί και να παίζει μαζί της όπως αυτός θέλει, αλλά εδώ λειτουργεί σαν τροχοπέδη, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται παραπάνω, αλλά και γιατί έχει επιλέξει να τοποθετήσει την ιστορία του στις ΗΠΑ. Οι ήρωές του μιλάνε με μια γλώσσα βρετανικότερη των βρετανών – ειδικά ο μονόλογος του αστέγου, της Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και του κοσμήτορα Άϊζακ, αλλά και το ομαδικό παραλήρημα των τριών από τους τέσσερις σκυταλοδρόμους στο μπαρ, λίγο πριν το τέλος, δείχνουν βγαλμένοι από μυθιστόρημα της Τζορτζ Έλιοτ, με αυτήν την τέλεια, ποιητικότατη σύνταξη και την αψεγάδιαστη, περίτεχνη χρήση του λεξιλογίου.
         Τέλος, ο αναγνώστης διαβάζει κάτι παραπάνω από εκατό σελίδες χωρίς να μάθει ποτέ σε βάθος και σε ουσία τους χαρακτήρες του βιβλίου – πέρα από τον προπονητή της ομάδας, τον κύριο Ριμς – ενώ τα γεγονότα που εξιστορούνται, ειδικά μετά το συμβάν στο δάσος, συνδέονται μεν σε φιλοσοφικό επίπεδο αλλά όχι σε δραματουργικό. Ειδικά το κομμάτι που αφορά στην Ελίζαμπεθ Μπαρμπέλο και το γιο της μοιάζει βγαλμένο από το πουθενά.
          Βέβαια, επειδή έχουμε να κάνουμε με έναν μάστορα του λόγου – γραπτού και προφορικού – το βιβλίο δεν στερείται αρετών. Έτσι, η ανάλυση του υποβάθρου του Ριμς είναι υποδειγματική, κάποιοι διάλογοι μεταξύ του Ezra και της Eliza είναι γεμάτοι ενδιαφέρον, σπιρτάδα και ουσιαστική τρυφερότητα, ο τρόπος που εξιστορείται το συμβάν στο δάσος και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας «μεταφέρει» τους ήρωές του από εκεί στο μπαρ είναι αποδεικτικά μεγάλης αφηγηματικής δεινότητας. Το γλυκόπικρο φινάλε είναι και αυτό συγκινητικό και καλοδουλεμένο. Η δε ευθύτητα με την οποία ο συγγραφέας αγγίζει κάποια θέματα που δεν έχουν να κάνουν με την πλοκή (αλλά προκύπτουν από αυτή), όπως το θέμα της βιαιότητας απέναντι στα ζώα ή της δικαιοσύνης που δείχνει φτιαγμένη ώστε να βοηθά τους πλουσίους ή της υποκρισίας των κατεχόντων εξουσία που ξεσπαθώνουν δημοσίως κατά της ομοφυλοφιλίας αλλά πίσω από κλειστές πόρτες ερωτοτροπούν με άτομα του ιδίου φύλου (επίκαιρο) ή οι περιπτώσεις πολιτικών όπως η Θάτσερ ή ο Ρίγκαν είναι αν μη τι άλλο αξιοθαύμαστη.
        Και, βέβαια, υπάρχουν και κάτι αποσπάσματα σαν αυτό, που, παρότι γράφτηκε για την Αμερική του 1970, βρίσκει τέλεια εφαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης:

«Έχεις παρακολουθήσει ποτέ τις ειδήσεις στην τηλεόραση με όλη την προπαγάνδα της τακτικής του εκφοβισμού; Κάθε ρεπορτάζ έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να σε τρομάξει, να σε απωθήσει μέσω του φόβου, να σε κάνει να νοιώσεις μικρός, εν εγρηγόρσει αλλά αβοήθητος, και μετά – μπαμ! – ‘και τώρα έχουμε τα αθλητικά νέα’, λες και αυτό υποτίθεται πως θα αντισταθμίσει όλα τα σκατά που συμβαίνουν στον κόσμο».

(Σελ. 83. Η –πρόχειρη- μετάφραση δική μου)


Με το φόβο να φανώ συγκαταβατικός (όχι ότι θα το μάθαινε ποτέ ή ότι θα τον ένοιαζε) απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει με το παραπάνω το στίγμα του όχι μόνο στις καρδιές, κατά το κοινώς λεγόμενο, εκατομμυρίων ακροατών ανά τον κόσμο αλλά και την ίδια την ιστορία της στιχουργικής, ολοκληρώνω αυτό το κείμενο λέγοντας πως, σε αντίθεση προς τα τραγούδια του αλλά και την εξαιρετικά καλογραμμένη (με εξαίρεση τις τριάντα περίπου τελευταίες σελίδες) αυτοβιογραφία του, το πρώτο μυθιστόρημα του Μόρισι είναι ένα βιβλίο στο οποίο οι αδυναμίες υπερτερούν των αρετών, αλλά το οποίο δείχνει πως ο συγγραφέας του μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα και στον τομέα της πεζογραφίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου