Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Τρεις μέρες στην Πρέβεζα

Προβλέψιμη εισαγωγή: για κάθε άνθρωπο που ασχολείται με την νεοελληνική λογοτεχνία (και ειδικά για κάποιον που εξοκείλει προς τη μελαγχολία – τουλάχιστον στα γραπτά του) ένα μέρος σαν την Πρέβεζα ασκεί – από μακριά, προτού καν το επισκεφθεί- μια κάποια γοητεία – αναφέρομαι φυσικά στο πέρασμα του Κώστα Καρυωτάκη από εκεί, παρά την τραγική, ζοφερή κατάληξη της διαμονής του σπουδαίου ποιητή στην τόσο ιδιαίτερη αυτή πόλη της Ηπείρου.
        Ωστόσο, φτάνοντας εκεί ανακαλύπτεις πως η σχέση του Καρυωτάκη με την πόλη είναι μόνο ένα από τα πλείστα όσα πράγματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους και τα τοπία της, ανακαλύπτεις κι άλλα πολλά στοιχεία, ιστορίες, λεπτομέρειες που γεννούν μέσα σου το θαυμασμό και την περιέργεια, τη θέληση να μάθεις ακόμα περισσότερα.
         Στο ταξίδι μου στην Πρέβεζα, μαζί με την Α., είχα την τύχη να έχω για οικοδεσπότη και ξεναγό έναν άνθρωπο γεμάτο γνώσεις για την ιστορία της (αλλά και για την ιστορία γενικώς – καθότι απόφοιτος του αντίστοιχου τμήματος της Φιλοσοφικής Αθηνών), έναν άνθρωπο που είχε κάτι ενδιαφέρον να πει για κάθε δρομάκι, κάθε κάστρο, κάθε κτήριο που ξύπναγε το ενδιαφέρον το δικό μου και της συνταξιδεύτριάς μου: το πανέμορφο, επιβλητικό ρολόϊ της Μητρόπολης, με τον ιδιαίτερο σχεδιασμό του, τα περίτεχνα ανάγλυφα στον τοίχο λίγο πιο κάτω και τον πανέμορφο πεζόδρομο που απλωνόταν μπροστά του· το εγκαταλελειμμένο, αλλά ακόμα και τώρα μοντέρνο (βλ. πιστό στις τάσεις της σχεδιαστικής πρωτοπορίας του 20ου αιώνα) αναψυκτήριο δίπλα στην παραλία· τη γεμάτη ιστιοπλοϊκά μαρίνα· τις παλιές κατοικίες των ετεροδημοτών αξιωματικών ακριβώς απέναντι από το προαναφερθέν αναψυκτήριο, επίσης εγκαταλελειμμένες αλλά επίσης ντιζαϊνάτες, πολύχρωμες και «τραβηχτικές»· το κομψό, λιτό, φιλικό στον επισκέπτη μουσείο της Νικόπολης, στον δρόμο προς τα Γιάννενα· το ιδιότυπο, αυτοσχέδιο εκκλησάκι στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας· το μεζεδοπωλείο που έπαιζε Michael Kiwanuka και Van Morrison· την πνιγμένη σε βιβλία δημοτική βιβλιοθήκη που φιλοξενείται σε ένα φρεσκοβαμμένο, σε χρώμα κίτρινο, νεοκλασσικό· την πιτσαρία που φιλοξενεί βραδιές ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού· το εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο όπου την επόμενη εβδομάδα θα γινόταν ένα μαζικό πάρτυ.
        Το σε σχήμα "Γ" σοκάκι του Σαϊτάν Παζάρ – που ο οικοδεσπότης μας λέει πως πήρε το όνομά του από τα κακόφημα μαγαζιά που ευδοκιμούσαν εκεί σε παλιότερες εποχές, αν και μια άλλη άποψη, μάλλον αβάσιμη, θέλει την ονομασία αυτή (το παζάρι του Σατανά) να προέρχεται από την κατάρα που του είχε ρίξει ένας τούρκος αξιωματούχος που είχε πέσει θύμα φάρσας/σαμποτάζ – είναι από τα πιο γραφικά σε ολόκληρη την Ελλάδα, με τα πέτρινα σπίτια δεξιά κι αριστερά του, τον ίσκιο από τις φυλλωσιές των δέντρων που απλώνονται από πάνω του, τη γλυκύτητα και την πραότητα των ανθρώπων που «αράζουν» εκεί, μπροστά από τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, το εκπληκτικό κουρείο του κυρίου Τιμολέοντα, που – συγγνώμη για το κλισέ – μοιάζει βγαλμένο από άλλη εποχή – αλλά όχι με τρόπο συνηθισμένο, προβλέψιμο ή που να μαρτυρά επιτήδευση -, το καφενείο απέναντι, με την ξύλινη πρόσοψη, που έχει τη φήμη «αφτεράδικου» (αυτό το τελευταίο δεν μπορέσαμε να το επιβεβαιώσουμε ιδίοις όμμασι) και, βέβαια, την αόριστα παρούσα αύρα του ποιητή που πέρασε μόλις 32 μέρες εκεί, στη γωνία του σοκακίου, αλλά συνέδεσε το όνομά του με την πόλη γενικά, όχι μόνο λόγω της γεμάτης πικρία πράξης της αυτοχειρίας του, αλλά και των στίχων που έγραψε όσο έζησε εκεί. Και μετά, βγαίνοντας στον κεντρικό πεζόδρομο της αγοράς (με το προαναφερθέν ρολόι, αλλά και κάμποσα ζαχαροπλαστεία – είδος εν αφθονία στην Πρέβεζα), ενθουσιάζεσαι με τη ζεστή και μπολιασμένη με ιστορία αιώνων ατμόσφαιρα που κουβαλά αυτό το μέρος. (Ήταν ευτύχημα πως και οι τρεις μέρες που μείναμε εκεί, παρότι τέλη Νοέμβρη, ήταν λουσμένες σ’ ένα ασυνήθιστο για την εποχή φως – βέβαια, ας μην ξεχνάμε την κλιματική αλλαγή, που τα έχει φέρει όλα ανάποδα).
     Την τρίτη μέρα μας εκεί, περπατήσαμε στο κομμάτι της παραλίας που απλώνεται πέρα από το μνημείο του Ναυτικού. Εκεί ανοίγεται ένας δρόμος με σειρές από πανύψηλους ευκαλύπτους στις δύο πλευρές του. Η όλη περιοχή είναι εν πολλοίς ερημική, κι αυτό κάνει το περπάτημα κατά μήκους του δρόμου, ακόμα πιο ατμοσφαιρικό, σαν να νοιώθεις πως βρέθηκες ξαφνικά στο σκηνικό μιας παράξενης ταινίας, μελαγχολικής και ονειρικής, αλλά που σου προκαλεί μια αόριστη αίσθηση μυστηρίου, μια απόκοσμη συγκίνηση. Πάνω από τον παραλιακό δρόμο, δεσπόζει το εγκαταλελειμμένο πια κάστρο του Γενί Καλέ – ο ανηφορικός πεζόδρομος που οδηγεί στην πίσω είσοδο, με τα ψηλά τείχη του κάστρου στη μία πλευρά και, στην άλλη, το στερεμένο ρυάκι με την πυκνή βλάστηση γύρω του, είναι κι αυτό σαν να φωνάζει «χρησιμοποιήστε με σε μια κινηματογραφική ταινία!» (Λίγο πιο κάτω, ένα βανάκι κόντεψε να μας πατήσει - ένα από τα αρνητικά που πρόλαβα να παρατηρήσω αυτές τις τρεις μέρες ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούν οι Πρεβεζάνοι, ακόμα και σε δρομάκια κατοικημένων περιοχών, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο αρνητικό αν αναλογιστεί κανείς τη μακρά παράδοση που έχει η πόλη στη χρήση ποδηλάτων). 
        Θα μπορούσα να συνεχίσω σχεδόν επ’ αόριστον τις περιγραφές τοπίων, δρόμων, κτηρίων. Αλλά πιστεύω πως η ανθρωπογεωγραφία της πόλης – της κάθε πόλης – είναι εξίσου σημαντική. Συνάντησα στην Πρέβεζα μερικές πολύ ξεχωριστές, πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ανθρώπων: τη δικαστικό που σύχναζε στα πάρτυ της ομάδας P.U.R.E. και στο Decadence, τον καιρό που ήταν φοιτήτρια στην Αθήνα· τον ράπερ που δουλεύει δύο δουλειές για να μπορεί να ηχογραφεί τις κασέτες με τα τραγούδια του και παράλληλα σπουδάζει κομμωτής· την πολυπράγμονα αρχαιολόγο που αγαπά τη φωτογραφία· τον μοναδικό χίψτερ της Πρέβεζας, που δουλεύει σε μια δημόσια υπηρεσία και στον ελεύθερο χρόνο του παίζει μπάσο σε μια τοπική μπάντα· τον ένστολο που έχει αποφασίσει αυτόκλητα να ψηφιοποιήσει όσα περισσότερα ντέμο τοπικών συγκροτημάτων μπορεί να βρει (όχι για λόγους φακελώματος, αλλά από αγνή αγάπη για τη μουσική)· τον επαγγελματία οδηγό που – όπως ο αδερφός μου, τον οποίο θα επισκεπτόμασταν μερικές μέρες αργότερα στην Πάτρα – αρνείται να έχει στην κατοχή του κινητό και ο οποίος ακούει, μεταξύ άλλων γιαπωνέζικο post-hardcore· τον συνειδητά και ηθελημένα καλτ σκηνοθέτη ταινιών μικρού μήκους με το σπινθηροβόλο βλέμμα που είχε κάποτε αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από τον Jim Jarmusch· τον υδραυλικό που σχεδιάζει πολύ καλύτερα από αρκετούς επαγγελματίες ζωγράφους που έχω υπόψιν μου, και κάμποσους ακόμη.

          Μα, πάνω απ’ όλα, τον οικοδεσπότη μας, ιστορικό, ραδιοφωνικό παραγωγό, ανήσυχο μουσικό, συλλέκτη βινυλίων, DJ, κινητή εγκυκλοπαίδεια, και, βασικά, πολύ καλό, ευαίσθητο και ευφυή άνθρωπο: τον Κ.Μ. – τον ευχαριστώ βαθιά για το ότι μπόρεσα να κάνω αυτό το σύντομο έστω ταξίδι, όπως ευχαριστώ και την οικογένειά του συνολικά για τη φιλοξενία τους. Εις το επανειδείν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου