Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Girl In A Band της Kim Gordon

Ποιος είναι ο λόγος που μας ελκύουν τόσο τα απομνημονεύματα και οι (αυτό)βιογραφίες διασήμων ανθρώπων; Πέρα από το θαυμασμό μας, πέρα από την περιέργειά μας να τους «μάθουμε καλύτερα», πέρα από την επιθυμία να ταξιδέψουμε νοερά σε μια εποχή που δεν ζήσαμε – ή τη ζήσαμε υπό ένα άλλο πρίσμα - πιστεύω πως ένας σημαντικός παράγοντας είναι να αντλήσουμε κάτι σαν κουράγιο, να ταυτιστούμε με την ιστορία του φτωχού, άσημου αλλά κοπιάζοντος καλλιτέχνη (πρόχειρη μετάφραση του struggling artist) που στο τέλος τα καταφέρνει.
            Το καινούριο βιβλίο της Kim Gordon, των Sonic Youth (βιβλίο που σωστά πλασάρεται ως ένας τόμος απομνημονευμάτων και όχι ως αυτοβιογραφία), προσφέρει απλόχερα όλα τα παραπάνω. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο το παρουσιάζουν εκείνα τα κεφάλαια ακριβώς που μιλούν για την παιδική της ηλικία και την εφηβεία της στην Καλιφόρνια (αλλά και τη Χαβάη και το Χονγκ Κονγκ), τη σχέση της με τους γονείς της και κυρίως με τον αδερφό της, τον Κέλλερ, που εκτός του ότι διαμόρφωσε τα μουσικά της γούστα, υπήρξε μια καταλυτική παρουσία, λόγω της πληθωρικής, χαρισματικής του περσόνας, αλλά και λόγω της λεκτικής βιαιότητας που επεδείκνυε απέναντι στη μετέπειτα μπασίστρια (τελικά, αποδείχτηκε πως ήταν σχιζοφρενής). Η Γκόρντον μιλά γι’ αυτόν άλλοτε με δυσφορία, άλλοτε με θαυμασμό και άλλοτε με τρυφερότητα και παραδέχεται, μέσες-άκρες, πως διαμόρφωσε όχι μόνο την προσωπικότητά της αλλά και τον τρόπο που έβλεπε τις σχέσεις (ειδικά με τους άντρες). Πέρα από τον Κέλλερ, σε αυτά τα πρώτα κεφάλαια παρελαύνουν μια σειρά από σημαντικούς καλλιτέχνες και ανθρώπους της τέχνης, κι εκείνοι στο ξεκίνημά τους (ο Ντάνι Έλφμαν, ο Νταν Γκρέιαμ, ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ, ο Μάικ Κέλλυ και ο περιβόητος γκαλερίστας Λάρι Γκαγκόζιαν) κι εκείνοι όχι απόλυτα σίγουροι για το τι θέλουν και πώς θα το επιτύχουν.
            Μετά, η αφήγηση μεταφέρεται στη Νέα Υόρκη, με τις προσπάθειες της αφηγήτριας-πρωταγωνίστριας να εισχωρήσει στον κόσμο της τέχνης, με τις συναυλίες No Wave συγκροτημάτων, με τις τρεις δουλειές που έπρεπε να κάνει ταυτόχρονα, με τις μεγάλες αφραγκιές, με το σχηματισμό τελικά ενός γυναικείου συγκροτήματος για τις ανάγκες μιας καλλιτεχνικής περφόρμανς και, κυρίως, με την είσοδο στη ζωή της ενός ψηλού τύπου με «χείλια σαν του Μικ Τζάγκερ και ξερακιανά χέρια και πόδια, τα οποία δεν ήξερε τι να τα κάνει».
            Κι εκεί που περιμένεις η αφήγηση να απογειωθεί, η Γκόρντον υιοθετεί ένα ασυνήθιστο αφηγηματικό μοτίβο. Τα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου της αντλούν τον τίτλο τους από ένα συγκεκριμένο τραγούδι καθενός από τους δίσκους των Sonic Youth. Από εδώ και πέρα δεν διαβάζουμε πολλά για τη σχέση της με τον Thurston Moore ή τους υπόλοιπους μουσικούς, αλλά περισσότερο για τη δημιουργική διαδικασία, τα ερεθίσματα πίσω από καθένα από αυτά τραγούδια. Εκεί που η συγγραφέας αποκτά εξομολογητική διάθεση είναι όταν μιλά για τον Kurt Cobain και την κόρη της, την Κόκο. Κατά τα άλλα, κρατά για τον εαυτό της όσα θεωρεί πως δεν πρέπει να αποκαλύψει.
            Μέσα σε όλα, βέβαια, παραδίδει πολύ οξυδερκείς παρατηρήσεις για τη μουσική βιομηχανία και κυρίως τη θέση της γυναίκας σε αυτή. Παράδειγμα, το εντυπωσιακό απόσπασμα που ακολουθεί:

«Όταν ακούς παλιούς RnB, οι γυναίκες σε αυτούς τραγουδούσαν με έναν άγριο, παίρνω-κεφάλια τρόπο. Γενικά, δεν επιτρέπεται στις γυναίκες να «παίρνουν κεφάλια». Είναι αυτός ο φημισμένος διαχωρισμός ανάμεσα στην τέχνη και τη χειροτεχνία. Η τέχνη, και η αγριότητα και το να σπρώχνεις τα όρια είναι ένα πράγμα για άντρες. Η χειροτεχνία και ο αυτοέλεγχος και το γυάλισμα είναι για τις γυναίκες. Πολιτισμικά δεν επιτρέπουμε στις γυναίκες να είναι όσο ελεύθερες θα ήθελαν, γιατί αυτό είναι τρομακτικό. Είτε σνομπάρουμε αυτές τις γυναίκες είτε τις βγάζουμε τρελές. Οι γυναίκες τραγουδίστριες που σπρώχνουν πολύ και σκληρά έχουν την τάση να μην κρατούν πολύ. Είναι δόντια που βγαίνουν, αστραπές, κομήτες: η Τζάνις Τζόπλιν, η Μπίλι Χόλιντεϊ. Αλλά το να είσαι γυναίκα που σπρώχνει τα όρια σημαίνει πως βγάζεις επίσης προς τα έξω λιγότερο επιθυμητές πτυχές του εαυτού σου. Άλλωστε, προσδοκούμε από τις γυναίκες να κρατήσουν ενωμένο τον κόσμο, όχι να τον συντρίψουν. Γι’ αυτό η Kathleen Hanna των Bikini Kill είναι τόσο σπουδαία. Ο όρος «Girl Power» επινοήθηκε από το κίνημα των Riot Grrl του οποίου ηγήθηκε η Καθλίν τη δεκαετία του ενενήντα. Girl Power: μια φράση που αργότερα θα καπηλεύονταν οι Spice Girls, ένα συγκρότημα που φτιάχτηκε από άντρες, με την κάθε Spice Girl να έχει μαρκαριστεί με μια διαφορετική προσωπικότητα, γυαλισμένη και στυλιζαρισμένη ώστε να πουληθεί σαν ένας ψεύτικος γυναικείος τύπος. Η Κόκο ήταν ένα από τα λίγα παιδιά στην παιδική χαρά που δεν τις είχε ακουστά, κι αυτό από μόνο του είναι Girl Power, το να λες δηλαδή όχι στο γυναικείο marketing

Αλλά το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Thurston. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αφηγείται την τελευταία συναυλία των Sonic Youth στη Βραζιλία, με όλη την υποβόσκουσα ένταση και ψυχρότητα ανάμεσα στο ζευγάρι «που όλοι πίστευαν πως ήταν χρυσό και φυσιολογικό και αιώνια συμπαγές, που έδινε στους νεότερους μουσικούς την ελπίδα πως θα επιβίωναν τον τρελό ροκ εν ρολ κόσμο» και το οποίο ήταν πλέον «ένα κλισέ αποτυχημένων σχέσεων της μέσης ηλικίας». Τα τελευταία περιγράφουν την εισβολή στη ζωή τους μιας άλλης γυναίκας, την παράλληλη σχέση, τα ψέματα και τις αποκαλύψεις, όλα αυτά που όπως λέει η ίδια η Γκόρντον μοιάζουν με κινηματογραφικό κλισέ αλλά δεν είναι.


Εν γένει το βιβλίο σου αφήνει την εντύπωση πως είναι πολύ προσεγμένο γλωσσικά, πως είναι γεμάτο λεπτομέρειες και πως είναι ειλικρινές – πως αποκαλύπτει, εν τέλει, μόνο όσα θέλει η συγγραφέας του να αποκαλύψει. Δεν είναι, όμως, το βιβλίο που θα σου αλλάξει τη ζωή. Προτείνεται μάλλον σε φαν των Sonic Youth

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου