Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για τον Ρέιμοντ Κάρβερ

Είναι άσκοπο να αναλύσει κανείς εκ νέου την ανθρωπογεωγραφία (αν αυτός είναι ο σωστός όρος) των κειμένων του Ρέιμοντ Κάρβερ. Είναι κι αυτή φυσικά μια σημαντική πτυχή της τέχνης του – αλλά πιο σημαντική είναι η ίδια η τεχνική του. Το θέμα με τον Κάρβερ είναι το εξής: όλα τα διηγήματά του που περιέχονται στον υπό εξέταση τόμο (Για τι πράγμα μιλάμε, όταν μιλάμε για αγάπη – Μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης, Εκδόσεις Απόπειρα, 1993) ανοίγουν με ένα αριστοτεχνικά αξιομνημόνευτο τρόπο. Και όλα τους κλείνουν με έναν τρόπο άλλοτε άχαρο, άλλοτε υπερβολικά αόριστο, άλλοτε απλώς διφορούμενο.
    Αλλά το θέμα είναι τι συμβαίνει ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Πόσα διακυβεύονται, πόσα διακινδυνεύονται, πόσα μένουν ανείπωτα, πόσα βαραίνουν τους ήρωες – και, βέβαια, πόσα όντως συμβαίνουν, πόσα όντως λέγονται, πόσες μικρές ή μεγάλες τραγωδίες. Αν η πραγματική ζωή δεν προσφέρει πάντοτε λύσεις, αλλά συχνότατα μόνο μια διαρκή γεύση πικρίας ή απογοήτευσης ή απορίας, γιατί να το προσφέρουν αυτά – ή οποιαδήποτε άλλα διηγήματα;
    Υπάρχουν σε αυτά εδώ τα κείμενα φράσεις που σε καρφώνουν στον τοίχο, άλλοτε με τη βαθιά ανθρωπιά τους, άλλοτε με τη μαυρίλα τους, άλλοτε με το παράλογο ή τη βαναυσότητα που εκφράζουν. Και, μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που νομίζεις πως κάτι άλλο έχει κατά νου ο συγγραφέας: «Πέφτω στα γόνατα και ικετεύω. Κι όμως σκέφτομαι τη Χουανίτα». «Όταν κάθομαι και το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες τις σημαντικές αποφάσεις μας τις πήραμε πίνοντας» (Εξοχικό περίπτερο). «Είδε ένα αμάξι να σταματάει και μια γυναίκα με μακρύ παλτό να μπαίνει μέσα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν αυτή η γυναίκα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως έφευγε μακριά από δω, για κάποιο άλλο μέρος» (η μητέρα ενός χτυπημένου από αμάξι μαθητή, στο διήγημα Το Μπάνιο). «Είμαι εκεί μέσα, τα μάτια ανοιχτά, το πρόσωπο προς τα κάτω, κοιτάζοντας τα μούσκλια στο νερό, νεκρή». «Ο Στιούαρτ πιστεύει πως μ’ άφησε να κοιμάμαι σήμερα το πρωί» (Τόσο πολύ νερό κοντά στο σπίτι). Και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής.
     Όσο για τις περιγραφές του Κάρβερ – μιας και περί τεχνικής ο λόγος -, αυτές είναι λιτές, σχεδόν αντιλογοτεχνικές, αλλά καίριες παρόλα αυτά, περιγραφές που βρίσκεις μόνο στην αμερικανική πρόζα. Δεν υπάρχει καλλωπισμός, δεν υπάρχει γλαφυρότητα. Υπάρχει μόνο το αντικείμενο, το περιβάλλον, η κατάσταση και ο πιο ευθύς και ακριβής τρόπος για να τα περιγράψεις.
     Γενικά, το «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη» είναι ένα βιβλίο λιτό, μελαγχολικό, ενίοτε ανατριχιαστικό. Δεν είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που (όπως ο υποφαινόμενος) αγαπούν τις αφηγήσεις που καταλήγουν κάπου, έστω και σ’ ένα τέλος διφορούμενο. Αλλά, φυσικά, δεν είναι ολότελα αβάσιμο το κλισέ που θέλει το ίδιο το ταξίδι να είναι πιο σημαντικό από τον προορισμό.


Και λίγα λόγια για τον μεταφραστή: Πριν από δέκα χρόνια, είχα παρευρεθεί σε μια εκδήλωση-παρουσίαση της ελληνικής μετάφρασης των απομνημονευμάτων του Μπομπ Ντύλαν. Για το βιβλίο μίλησαν η μία εκ των δύο μεταφραστριών, η Χίλντα Παπαδημητρίου, βαθιά γνώστης και του ίδιου του βιβλίου (προφανώς) και του έργου του Ντύλαν γενικότερα, ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας Χρήστος Μιχαηλίδης (ο οποίος περιορίστηκε στην περίοδο μέχρι το The Times They Are A-Changin’) κι ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος είχε να πει, εκτός των άλλων, πως οι βασικές επιρροές του Ντύλαν ήταν η ιρλανδική μουσική και η μουσική των Εβραίων της Οδησσού – συγκεκριμένα της Οδησσού, άλλο που π.χ. λίγο πριν είχαμε παρακολουθήσει, κοινό και ομιλητές, τον Ντύλαν, στο κλασσικό ντοκιμαντέρ του D.A. Pennebaker, να ερμηνεύει όχι ένα, αλλά δύο country τραγούδια του Χανκ Γουίλιαμς.

     Αλλά υπήρχε κι ένας τέταρτος ομιλητής, ένας μάλλον ντροπαλός άνθρωπος, με λόγο, όμως, μεστό και συγκροτημένο, που έδειχνε να γνωρίζει σε βάθος το έργο του τιμωμένου προσώπου και που μίλησε επί της ουσίας, και για μουσική και για γράψιμο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Γιάννης Τζώρτζης, που, εκτός από μεταφραστής κάμποσων διηγημάτων του Κάρβερ, εκτός από λογοτέχνης ο ίδιος, είναι κι ο άνθρωπος που έχει γράψει το πλέον αξιόλογο ελληνικό βιβλίο με θέμα τον κατεξοχήν τραγουδιστή-τραγουδοποιό, το «Μπομπ Ντύλαν – Ένα όχημα». Η τέχνη της μετάφρασης, η ελληνική λογοτεχνία κι η ελληνική μουσικολογία (με την ευρύτερη έννοια) χρειάζονται περισσότερους ανθρώπους σαν αυτόν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου