Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Αποσπάσματα από διηγήματα που ίσως δεν δημοσιευτούν ποτέ - Ι

"Έπρεπε να περάσουν χρόνια ώσπου να καταλάβω πως ο λόγος που καμπούριαζα δεν ήταν η αγυμνασιά μου, αλλά το γεγονός ότι ένοιωθα –ασυνείδητα– πως, ως άλλος Άτλας, κουβαλούσα στους ώμους μου όλο το βάρος του κόσμου. Αυτής της συνειδητοποίησης ακολούθησαν εβδομάδες επιπλήξεων από και προς τον εαυτό μου και, τελικά, η απόφαση να ορθώσω, κατά το κοινώς λεγόμενον, το ανάστημά μου. Δεν ήταν εύκολο, βέβαια. Τις περισσότερες φορές ξεχνιόμουν και ξανάπεφτα στα χαμηλά, διέσχιζα τους δρόμους αυτής της μουντής πόλης, σκύβοντας σαν άτολμος ραγιάς. Μέχρι που βαρέθηκα και να προσπαθώ ακόμα, κι επέστρεψα ολοκληρωτικά στο θλιβερό μεν αλλά και βολικό  κύρτωμα. Έχανα πόντους στην αισθητική αλλά κέρδιζα στην ευκολία. Η γνώμη των άλλων δεν με ενδιέφερε. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν η βολή μου, η επιθυμία να μην παραστρατήσω από τις συνήθειές μου, έστω κι αν αυτές ήταν κακές. Ώσπου, μια μέρα, καθ’ οδόν για ένα πολύ σημαντικό επαγγελματικό τραπέζι, είδα το είδωλό μου στην τζαμαρία ενός κτηρίου και φρικίασα."

(Η σκιά)

"Καθυστερούσε, λοιπόν, για τον απλούστατο λόγο πως ήλπιζε να δημιουργήσει έτσι θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τον εξιτάριζε πολύ η σκέψη πως, ενώ περίμεναν να εμφανιστεί, οι φοιτητές του θα μιλούσαν συνέχεια γι’αυτόν, θα αναρωτιόντουσαν μεταξύ τους πού ήταν και γιατί αργούσε, θα ανησυχούσαν, θα γκρίνιαζαν, θα κοίταζαν συνεχώς προς την πόρτα, ελπίζοντας να εμφανιστεί, θα τον έβριζαν˙ κοινώς, θα ασχολούνταν μαζί του." 


(Το μεγάλο σχέδιο του κυρίου καθηγητή)


"Πριν από μερικά χρόνια, χρειάστηκε να επισκεφτώ μια ψυχιατρική κλινική, κάπου στα βόρεια προάστια. Στο ίδρυμα αυτό φιλοξενούνταν, από τότε που είχε καταρρεύσει μπροστά σε όλη την οικογένεια, η μοναχική, υπερευαίσθητη -και ιδιαίτερα ευκατάστατη- ξαδέρφη της μάνας μου. Χωρίς να θέλω να φανώ υπερόπτης, ήμουν ο μόνος που είχε μπει στον κόπο να πάει να τη δει, αντί να προσποιείται πως, πολύ απλά, είχε πάψει να υπάρχει.
     Θα μπορούσα, βέβαια, να το ’χω αποφύγει, όπως και όλοι οι υπόλοιποι˙ ήταν μια μάλλον άσχημη περίοδος της ζωής μου, και η επίσκεψη σ’ ένα τέτοιο μέρος μόνο ζοφερές σκέψεις θα μπορούσε να μου γεννήσει. Από την άλλη, όμως, ένιωθα πως κάτι με τραβούσε εκεί, πέρα από την υποχρέωση που είχα στη θεία μου, μια περιέργεια σαν αυτή που έλκει τα παιδιά προς μια πόρτα που τους έχει απαγορευτεί να ανοίξουν."

(Νόρμαν) 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου