Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Μια κουβέντα με τη Μαρία Γιαγιάννου

Τη Μαρία τη Γιαγιάννου τη συνάντησα πρώτη φορά στο θρυλικό πλέον κτήριο της Καλαμιώτου 2, που κάποτε στέγαζε τις αποθήκες της Πειραϊκής Πατραϊκής και αργότερα, όλως περιέργως, για σχεδόν είκοσι χρόνια, το πολύπαθο αλλά πάντα ενδιαφέρον και αξιόλογο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το οποίο αποφοιτήσαμε και οι δύο (εγώ με κάμποση καθυστέρηση). Σε ένα μάθημα επιλογής του τρίτου έτους, με τίτλο Μουσική και Επικοινωνία, η Μαρία παρουσίασε ένα απόγευμα μια εργασία πάνω στο μπλουζ - μια παρουσίαση που είχε να κάνει όχι με την ίδια τη μουσική, τους ρυθμούς, τις μελωδίες και τις αρμονίες της, αλλά με την αίσθηση που το συγκεκριμένο είδος αφήνει στον ακροατή. Αυτή ήταν η πρώτη μας γνωριμία. Αργότερα ξαναβρεθήκαμε στο μεταπτυχιακό του ίδιου Τμήματος, με θέμα αμιγώς μουσικό (Επικοινωνία και Μουσική Κουλτούρα λεγόταν) κι από τότε τα λέμε πότε-πότε, ανταλλάσσοντας απόψεις για τη λογοτεχνία, τη μουσική και άλλα "δεινά". Η Μ. Γιαγιάννου αποτελεί μια ιδιαίτερη (σαφώς με την καλή έννοια) περίπτωση λογοτέχνη, όχι μόνο λόγω της λογοπλαστικής της ικανότητας, αλλά και λόγω της οξείας φαντασίας της. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο δοκιμιακού χαρακτήρα, τον "Μεταμοντέρνο Έρωτα", μαζί με τον Γιώργο Λαμπράκο και τον Δημήτρη Νάκο. Με αφορμή αυτό το βιβλίο έγινε η κουβέντα που ακολουθεί.  



-Πότε αποφάσισες πως θα γίνεις συγγραφέας; Πότε ήταν η πρώτη φορά που πήρες ένα μολύβι κι ένα χαρτί κι έκατσες να γράψεις μια ιστορία;
Αρχικά, με ενδιέφεραν δύο πράγματα: η μίμηση των παραμυθιών (όταν οι γονείς σταματούν να λένε παραμύθια, πρέπει να αναλάβεις τη δουλειά εσύ) και η διαμόρφωση της ταυτότητάς μου. Τα διαδοχικά μου ημερολόγια, που ξεκινούν από τη στιγμή που μαθαίνω να βάζω τις λέξεις στη σειρά, στάθηκαν για μένα εξαιρετικοί φίλοι, ψυχαναλυτές και ασφαλή πεδία λογοτεχνικών πειραματισμών. Η γραφή ήταν και είναι ένας μηχανισμός διπλής προστασίας: μια ακόμα στέγη κάτω από τη στέγη. Σίγουρα επιθυμούσα και την επιβράβευση. Ακόμα και μεγαλώνοντας, τα κίνητρα για το καθετί πηγάζουν λίγο-πολύ από έναν, υπό αναστολή, παιδικό ναρκισσισμό. (Το χειρόγραφο της πρώτης μου ιστορίας με αρχή και τέλος – αλλά δίχως μέση – με τίτλο «Ο Περήφανος Γιαννάκης» είναι περήφανα αποθηκευμένο στο αρχείο μου).

-Ποια ήταν τα διαβάσματά σου την εποχή που ακόμα μεγάλωνες και διαμόρφωνες το γούστο σου και το συγγραφικό σου στυλ; Τι σε ενδιαφέρει περισσότερο να διαβάζεις τα τελευταία χρόνια; 
Θα σου αναφέρω μερικούς τίτλους που θυμάμαι στην παιδική μου βιβλιοθήκη: «Ο γεωργός ο Γίλης από το Χαμ» του Τόλκιν, «Το κόκκινο αλογάκι» του Στάινμπεκ, «Το φάντασμα του Κάντερβιλ» του Γουάιλντ, «Ο αόρατος άνθρωπος» του Γουέλς, οι ιστορίες του Πόε. Ακόμα παλιότερα, η σειρά «Ο μικρός βρικόλακας» της Αγγέλα Ζόμερ. Τα βιβλία που με συγκλόνισαν, γύρω στα δώδεκα, ήταν εκείνα του Μίχαελ Έντε. Νομίζω ότι τότε ένιωσα πρώτη φορά τον μαγνητισμό της μυθοπλασίας. Επίσης διάβασα αρκετά Τζακ Λόντον και είχα αγαπήσει το «Μάρτιν Ήντεν». Μεγάλη ταραχή δοκίμασα στα δεκαέξι μου με το «1984» του Όργουελ. Το αγαπημένο μου διήγημα, από τα διαβάσματα εκείνης της εποχής, παραμένει «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Γουάιλντ. Όποτε το διαβάζω, με πληγώνει αθροιστικά (η αιώνια συντριβή της καλοσύνης από τον κυνισμό). Στο Πανεπιστήμιο έμαθα να είμαι εκτός από λυρική και εξυπνάκιας... Επιτέλους. Έτσι, ξεκίνησε να με ενδιαφέρει η φιλοσοφία και ο τρόπος που έγραφαν οι Γάλλοι. Ανακάλυψα τον Μπαρτ στα δεκαοκτώ. Στα πανεπιστημιακά χρόνια, έγραψα, με το λυρικό μου περίσσευμα, το πρώτο μου βιβλίο. Αυτή την εποχή διαβάζω θεωρία τέχνης (γράφω κριτικές για βιβλία τέχνης στην Bookpress), θέατρο, ποίηση και κυρίως πεζογραφία. Μόλις τελείωσα τον τρίτο τόμο του ανυπέρβλητου Προυστ (είμαι ευγνώμων που αυτός ο Μέγας, ο Εφτάτομος, θα με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή) και μπήκα στην «Πορνογραφία» του θεότρελου, του περήφανα ανώριμου, Γκομπρόβιτς. Επίσης προσπαθώ να παρακολουθώ τους Έλληνες της γενιάς μου. Μερικοί είναι εξαιρετικοί. Το τελευταίο μου ελληνικό ανάγνωσμα ήταν το «μ_otherpoem» του Βασίλη Αμανατίδη, που με συγκίνησε βαθιά.

-Υπήρξε ίσως κάποιος στιχουργός, πέρα από τους συγγραφείς που διάβαζες εκείνη την περίοδο, ο οποίος να επηρέασε τη γραφή σου, είτε γλωσσικά είτε θεματολογικά;
Οι επιρροές μας, που κάποτε εκκολάπτονται στο χαρτί, είναι φυσικά ασύνειδες. Ξέρω όμως ότι στο Λύκειο αγαπούσα πολύ τον Σαββόπουλο, τον Σιδηρόπουλο, τους Simon & Garfunkel, διάφορα ποπ χιτάκια που ξεσηκώναμε με τις φίλες μου και τα ξεφωνίζαμε στους δρόμους και ότι, προς τα τέλη του σχολείου ανακάλυψα τους Doors και τον Κοέν. Να σου πω όμως την πάσα αλήθεια, είχα ένα αγόρι στα μέσα του Λυκείου, που μου έγραφε καντάρια στίχους και ήταν πραγματικά εξαίσιοι. Τότε δεν ήξερα ακόμα τον Ρεμπώ και τον Βερλαίν, καθώς επίσης δεν άκουγα Μόρισσεϊ... Αργότερα θα καταλάβαινα ότι εκείνος τους ήξερε απ’ έξω (και, κυριολεκτικώς, ανακατωτά) και ότι τόσο καιρό τους είχα μάθει, άθελά μου, και εγώ. Με τη δική του υπογραφή. (Κυριολεκτικά, Αυτός ήταν ένας Άλλος). Η ρομαντική λογοκλοπή του (στην οποία χρωστώ συγκινήσεις/ σκέψου ο φίλος σου να γράφει σαν Ρεμπώ ροκαμπίλι) με έκανε να μάθω τους μεγάλους στιχοποιούς χωρίς να τους ξέρω.

-Ξεχωρίζεις για τη λογοπλαστική σου ικανότητα. Υπήρξε κάποιος που σε επηρέασε στο να παίζεις με τις λέξεις, στο να φτιάχνεις δικές σου ή αυτό ήταν κάτι που ανέπτυξες μόνη σου;
Εντάξει, ξέρω ότι καμιά φορά το παρακάνω, αλλά, αν προσέξεις –για παράδειγμα στο θεατρικό μου «Εκτός Εαυτού» – τα γλωσσοπλαστικά κόλπα στα οποία καταφεύγω (όταν τα σχήματα που υπάρχουν ήδη, δεν φτάνουν),  δεν είναι μόνο μια παιγνιώδης επιφάνεια. Θέλω να πω, πιστεύω ότι υπάρχει υπέδαφος, ότι υπάρχουν λόγοι. Σίγουρα ένας από αυτούς είναι το χιούμορ, αλλά κι αυτό με τη σειρά του υποκρύπτει άλλους βαθύτερους. Προσπαθώ τελευταία να περιορίσω τα λογοπαίγνια, διότι βλέπω πόσο τα κακομεταχειρίζεται η διαφήμιση και η επιθεώρηση, αλλά δεν είναι κι εύκολο διότι ζω με έναν άνθρωπο που επίσης πάσχει από το ίδιο σύνδρομο, οπότε, ναι, υπάρχει πρόσφορο κλίμα για λογο(μ)παίχτες! Ίσως να με επηρέασε το κλίμα μέσα στο οποίο κάποτε μεγάλωνα, όπου ένα σωρό γονεϊκά αστεία και κωμικές εμπνεύσεις έφτιαξαν τη μητρική μου γλώσσα. Να μην ξεχάσω και κάτι κολλητούς μας ποιητές (ονόματα δεν λέω) που η γλώσσα τους παράγει λογοπαίγνια χωρίς έλεος. Τι να κάνεις. Τα λογοπαίγνια είναι φίλοι του λογοτέχνη, ακόμα κι όταν καταντούν εχθροί της λογοτεχνίας.

-Τι θεωρείς πως σου προσέφεραν οι σπουδές σου στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών; Τι κρατάς περισσότερο από εκείνα τα χρόνια;
Ξέρεις τι είναι να μετακομίζεις από τα θρανία των πανελληνίων σε μια αίθουσα όπου μια νεαρή καθηγήτρια με λάγνο τσιγάρο σού διαβάζει ποίηση και σου αναθέτει πρώτη εργασία «Τι είναι η έκσταση;» Ε, λοιπόν, αν η ψευδαίσθηση της ελευθερίας δεν είναι όντως ελευθερία, τότε δεν ξέρω τι στο καλό μένει να είναι η ελευθερία. Από εκείνα τα χρόνια κρατώ το απέραντο αίσθημα ανεμελιάς, τον ζήλο για ακαδημαϊκή γνώση, τα μαθήματα Ρητορικής & Επικοινωνίας με τον σωκρατικού πνεύματος Γιώργο Μανιάτη, το διήγημα «Ο θρύλος της Αποκορωμένης» που έγραψα για το μάθημα της Πέπης Ρηγοπούλου «Αρχαίοι Μύθοι και Σύγχρονες Μυθολογίες» και που έγινε το πρώτο του πρώτου μου βιβλίου. Ήταν ωραία στη σχολή της Καλαμιώτου˙ στην πρώην αποθήκη ρεταλιών και νυν-πανεπιστήμιο, εμείς ήμασταν τα καινούργια καλοραμμένα πρετ-α-πορτέ κοστουμάκια. Η «φτερού» υπήρχε ακόμα τότε και τον/την ακούγαμε από την Καπνικαρέα στο background του μαθήματος της εγκληματολογίας. «Κύριε Πανούση, αν ένα ζευγάρι μαλώνει στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας {φτεράαααα} και η γυναίκα πυροβολήσει τον άνδρα, αλλά εκείνη τη στιγμή αυτοκτονήσει κάποιος από τον πέμπτο {φτεράααα} και καθώς πέφτει, περνώντας από τον τρίτο όροφο, τον σκοτώσει η σφαίρα, μέχρι στο τέλος να καταλήξει πάνω σε έναν διαβάτη στο πεζοδρόμιο λιώνοντάς τον {φτεράααα} τότε ποιος φταίει;» Στο κεφάλι μας μέσα πούπουλα.


-Επέλεξες την έμμετρη αφήγηση για το πρώτο σου βιβλίο. Ποιες προκλήσεις και ποια οφέλη προσφέρει μια τέτοια προσέγγιση;
Ήταν τόσο πηγαίο το πρώτο βιβλίο... Δεν είναι ότι το αποφάσισα, είναι που δεν μπορούσα να το αποφύγω! Μίλησε ο ρυθμός, έτρεξε από τη φλέβα δημοτική ποίηση και λίγη γοτθική παραμυθίλα και βγήκαν τρεις ιστορίες αγάπης. Με συγκινούσαν. Μετά όχι. Και τώρα ξανά τις αγαπώ. «Ο ταξιδιώτης του άλλοτε». Το γλυκούλι μου. Θεωρώ ότι, παρά τις χασμωδίες τους, τα τρία μου πεζοτράγουδα θα μπορούσαν να γίνουν ωραία τραγούδια. Γενικώς, η έμμετρη αφήγηση είναι διεγερτική για το συναίσθημα (θα σε παραπέμψω εδώ στην ποίηση του Θεοδόση Βολκώφ. Εξαιρετική γλώσσα, τέλειος ρυθμός). Επίσης, η έμμετρη ποίηση προσφέρει στον δημιουργό μια προστατευτική φόρμα που επιτρέπει ελεγχόμενες εκρήξεις γλώσσας και αφηγηματικού περιεχομένου.

-Η Μελανίππη για μένα είναι, πέρα από όλα τα άλλα, ένα – εξαιρετικό – δείγμα μαγικού ρεαλισμού. Συμφωνείς με αυτή την περιγραφή; Νοιώθεις άνετα με τις ταμπέλες;
Δεν με ενοχλεί ο ορισμός που δίνεις και σ’ ευχαριστώ για τα λόγια σου. Όντως, έχει στοιχεία μαγικού ρεαλισμού η «Μελανίππη». Όχι στη γραμμή του Μάρκες ή του Μπόρχες, αλλά κοιτώντας ταπεινά προς τον Κάφκα. Αξιώνει δηλαδή ο «μαγικός ρεαλισμός» της (πιο ταιριαστό θεωρώ εδώ, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, τον όρο «παγανιστικός ρεαλισμός») να είναι ευθυγραμμισμένος με μια υπαρξιακή (και σε ένα επίπεδο «πολιτισμική») διαταραχή. Αν ο αναγνώστης επιλέξει να εκλάβει το βασικό εύρημα της ιστορίας, δηλαδή την «τερατομορφία» της Μελανίππης, ως καθαρή προβολή του μυαλού της, ως αποκύημα μιας παθολογικής φαντασίας, τότε το βιβλίο είναι ένα μικρό ψυχολογικό μυθιστόρημα. Υπάρχουν και αναγνώστες που πιστεύουν στην ύπαρξη τέτοιων πλασμάτων (έχω γνωρίσει έναν). Ε, σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε έναν μπρουτάλ καθαρό ρεαλισμό!

-Υπάρχουν κάποιες εικόνες στη Μελανίππη που θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν ζωγραφικοί πίνακες: η ίδια η πρωταγωνίστρια, ο τρόπος που κόβει ένα λεμόνι από το δέντρο μπροστά στο παράθυρό της. Δεδομένου ότι ο πατέρας σου είναι εικαστικός, σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να ασχοληθείς με τη ζωγραφική; (εννοώ σαν ζωγράφος, όχι σαν επιμελήτρια) Αν ναι, γιατί τελικά δεν το έπραξες;
Σίγουρα η «Μελανίππη» θα σήκωνε εικονογράφηση. Μια εικονογράφηση που να συντονίζεται με την σταδιακή άρση των υπαινιγμών που συμβαίνει κατά τη ροή της αφήγησης. Ωστόσο, η εικονοπλασία στη «Μελανίππη» είναι, στο μεγαλύτερο μέρος της, εσωτερική. Αυτό χρειαζόταν να κάνω γι’ αυτήν, αυτό ζήτησε εκείνη από εμένα. Μια καλή φίλη, ηθοποιός, χαρακτήρισε το νέο μου θεατρικό (αδημοσίευτο ακόμα) «πνευματικό χορό των άνω σπλάχνων». Συγκράτησα αυτή την έκφραση. Η αναπαράσταση του μίγματος νους-σώμα με λέξεις είναι το δικό μου ταλέντο και όχι η εικαστική του αναπαράσταση (κάνω κάτι σκιτσάκια, παιδικά. Αγαλλιάζω μεν όταν τα κάνω, αλλά αυτά δεν πιάνονται ως πρόθεση για τέχνη). Μου αρκεί να παρακολουθώ και να θαυμάζω το έργο του ανεξάντλητου πατέρα μου. Και είναι παράξενο αλλά όχι, ποτέ δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό να γίνω ζωγράφος. Η λογοτεχνία μού επιτρέπει να αναλύω καθώς συνθέτω, ενώ οι εικαστικές τέχνες είναι καθαρή σύνθεση. Ίσως γι’ αυτό αποτυγχάνουν συνθετικά οι μεταμοντέρνοι εικαστικοί: επειδή προσπαθούν πολύ να αναλύσουν.

-Γιατί, τελικά, η Μελανίππη περνά απαρατήρητη, όταν βγαίνει έξω;
Η ερώτηση είναι φυσικά καίρια, αλλά δεν θέλω να την απαντήσω, γιατί πιστεύω ότι απευθύνεται στον αναγνώστη, ο οποίος εξάλλου θα δώσει τη λύση στις τελευταίες σελίδες.

-Τι σου έχει προσφέρει σαν λογοτέχνη η ενασχόλησή σου με το δοκίμιο και τι σαν δοκιμιογράφο η ενασχόλησή σου με τη λογοτεχνία;
Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω και εντελώς. Είναι περίεργη η σχέση τους. Όταν δεν βάζει τρικλοποδιές το ένα στο άλλο, είναι οι καλύτεροι φίλοι. Νομίζω ότι το είδος «δοκίμιο» έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, λόγω της ενδιάμεσης φύσης του. Ο Λούκατς θεωρεί ότι το δοκίμιο εκφράζει την τραγική διάσταση ανάμεσα στην «αληθινή» ζωή και στη ζωή όπως τη ζούμε (εντελώς πλατωνική ιδέα.) Είναι ένα είδος που συνδυάζει τη λογοτεχνική ψυχή με την αναλυτική πρόθεση. Κοίτα τα υπέροχα δοκίμια του Παπαγιώργη. Το δοκίμιο γράφεται στο σύνορο λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Βαριέμαι τα εντελώς ακαδημαϊκά, θέλω λίγο πιπεράκι. Για μένα το δοκίμιο είναι στοχασμός με πατίνια.



-Στη Μελανίππη υπάρχει έστω και σαν υπόνοια το φάντασμα της κρίσης. Συμφωνείς πως σαν λογοτεχνική γενιά δεν μπορούμε τελικά να μείνουμε ανεπηρέαστοι από αυτό το κακό ή μπορεί να παραχθεί λογοτεχνία στις μέρες μας άσχετα από την κρίση;
Κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει εκτός της εποχής του και φυσικά τα φαντάσματα του πόνου, της απογοήτευσης, της ματαίωσης, της κατάθλιψης θα κάνουν το cameo τους σε κάθε λογοτέχνημα. Όμως η κρίση γράφεται πρώτα στα κύτταρα και μετά στο χαρτί. Η ενοχική βιασύνη να γράψει κανείς επιτόπου κάτι που να αφορά πολύ κόσμο, να μην δείχνει απομονωμένος σε φιλντισένιο πύργο, να μην τον πούνε «σνομπ», «εστέτ», «δεξιό», «συστημικό» και άλλα τέτοια, μπορεί να οδηγήσει σε κατασκευάσματα ηθικοπλαστικής κυριολεξίας. Παρασύρεται κανείς και, χωρίς να το θέλει, πάει να συναγωνιστεί τα ΜΜΕ σε επικαιρισμό. Γενικώς, συνιστώ ψυχραιμία, εργατικότητα, ερωτική μονομανία και άφοβη αναμέτρηση κάθε δημιουργού με τον εσωτερικό του καθρέφτη.

-Θες να μας μιλήσεις λίγο για το πώς προέκυψε η ιδέα του βιβλίου «Μεταμοντέρνος Έρως»;
Όπως γνωρίζεις, στο εγχείρημα αυτό έχουμε συμπράξει τρεις δοκιμιογράφοι. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Νάκος, Δρ. Θεωρίας και Ιστορίας του Κινηματογράφου, φίλος από τις μέρες της Πολιτιστικής Διαχείρισης στο Πάντειο, πρότεινε να συνεργαστούμε για να συνομιλήσουμε γραπτώς γύρω από έναν κοινό άξονα. Επιλέξαμε ένα θέμα που απασχολούσε και τους τρεις: τον έρωτα στη σύγχρονη τέχνη. Ο Νάκος αναλύει διεξοδικά την υπέροχη ταινία του κορεάτη Γουόνγκ Καρ Βάι «Ερωτική Επιθυμία» δίνοντας έμφαση στην αξία της ερωτικής μυσταγωγίας. Ο Γιώργος Λαμπράκος έγραψε ένα απίστευτα εμπεριστατωμένο δοκίμιο πάνω στο συνολικό έργο του Μισέλ Ουελμπέκ, του enfant terrible της γαλλικής λογοτεχνίας, με τίτλο «Το τέλος του έρωτα στο έργο του Μ.Ο.» Το δικό μου δοκίμιο τιτλοφορείται «Καθαροί πια, με βρώμικα φιλιά» και αναφέρεται στην εικαστική «σιωπή» περί τον έρωτα.

-Θεωρείς πως ο έρωτας είναι ένα θέμα που είναι παρόν στα σύγχρονα εικαστικά; Αν ναι, πώς;
Λάμποντας δια της απουσίας του! Για να ακριβολογήσω, είναι παρόν το σώμα του αλλά απουσιάζει η ψυχή του. Το πτώμα του έρωτα, ναι, είναι παρόν. Όπως γράφω και στο δοκίμιο, ο έρωτας λειτουργεί ως μεταφορά ώστε οι εικαστικοί να μιλήσουν πάντα για κάτι άλλο. Τι εννοώ με αυτό. Ότι, καθώς διάγουμε βίο ειρωνικό παρά ερωτικό, η τέχνη σήμερα (και ακόμα θεαματικότερα στην πρώτη περίοδο του μεταμοντερνισμού) επιλέγει (και καλά κάνει) να ενισχύσει την αμφιβολία πάνω στις δεδομένες αξίες, ενδεχομένως ανοίγοντας τον δρόμο σε μια πιο ουσιαστική κατανόηση της κοινωνίας. Όμως δεν μπορείς, όπως φαίνεται, να τα έχεις όλα: Καθώς η καλλιτεχνική ευαισθησία ξαναθέτει (και μας αναθέτει) τα αινίγματα της εποχής «εγκεφαλιστί», οι χυμοί του μοντερνιστικού καρναβαλιού στερεύουν. Ο έρωτας, μαντηλάκι πολλών χρήσεων, έχει αρωματιστεί τόσο πολύ από τη μαζική κουλτούρα κι έχει επανειλημμένα σκουπίσει τον ιδρώτα της λερναίας ύδρας του καταναλωτισμού και της διαφήμισης, ώστε – όπως ήταν αναμενόμενο – η σκληρή διανόηση (όπου ανήκει πλέον ένα μεγάλο μέρος των αβανγκάρντ εικαστικών) υιοθετεί μια εικονοκλαστική, κυνική στάση απέναντι στις τυπικές ερωτικές εκδηλώσεις.

-«Όποιο κι αν είναι το θέμα μας, το θέμα μας είναι ο έρωτας». Τελικά είναι όλα πολιτική ή όλα έρωτας; (Ειδικά δεδομένου ότι αργότερα στο κείμενό σου γράφεις: «Είναι η εποχή του πολιτικοποιημένου, όχι του ερωτευμένου. Η πολιτική είναι εχθρός του έρωτα.»)
Όλα είναι έρωτας. Γίνονται πολιτική, όταν ο έρωτας απαξιώνεται ή δεν βρίσκει ανταπόκριση.

-«Από την εμφάνιση του Ντυσάν κι εφεξής, ερωμένη της Τέχνης είναι η Φιλοσοφία». Κατέστρεψε ο Ντυσάν την Τέχνη ή την απογείωσε;
Τον αντιπαθώ, αλλά ασφαλώς δεν θα τολμούσα να ξεστομίσω ότι ο Ντυσάν κατέστρεψε την τέχνη (την οποία εξάλλου δεν θεωρώ κατεστραμμένη). Της έδωσε νέα κατεύθυνση: ενδιαφέρουσα και συγχρόνως απογοητευτική, έντονα διαδραστική και όμως αυτιστικά εσωστρεφή. Την παραγέμισε με αντιφάσεις. Έβαλε στο παιχνίδι ένα δαιμόνιο χιούμορ και ακύρωσε τον αμφιβληστροειδή, κάνοντας την τέχνη μια σκακιστική υπόθεση. Επιπλέον νομίζω ότι ο ίδιος έριξε τρελά γέλια. Επίσης, αν σκεφτείς ότι οι πωλήσεις της μεταπολεμικής και σύγχρονης τέχνης ανέρχονται σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια δολάρια περισσότερα από τις πωλήσεις της μοντέρνας ή της ιμπρεσιονιστικής τέχνης, τότε ο Ντυσάν, με το ωστικό κύμα που προκάλεσε το Ουρητήριό του, κατάφερε να απογειώσει, πάνω σ’ έναν χρυσό πίδακα από τσίσα, τη σύγχρονη τέχνη κατά τον 21ο αιώνα. 



-«Είναι η ποίηση που κάνει τη μουσική ερωτική». Ο Πλάτωνας – που είναι έντονα παρών στο δοκίμιό σου - ίσως διαφωνούσε, μιας και θεωρούσε την ορχηστρική μουσική υπεύθυνη για την έκλυση των ηθών. Μπορείς να εξηγήσεις λίγο αυτή σου τη φράση;
Η μουσική, αυτή η περιοχή ελευθερίας, είναι ένα πεδίο απολύτως πρόσφορο στις νοητικές προβολές του ακροατή. Πώς θα χαρακτήριζες το «Ascenseur pour lescafaud» του Miles Davis; Κάποτε θεώρησα το μουσικό θέμα βαθιά μελαγχολικό, καθώς στάζει αυτή την μπλε θλίψη της τζαζ. Και άλλοτε, αφού είχα περάσει μια καλή μέρα, με αίσθημα πληρότητας, ακούγοντας τον δίσκο θεώρησα ότι αναδίδει έντονη ευφορία. Δεν αμφισβητώ τον ιδιαίτερο «ψυχικό τόνο» της κάθε μουσικής – δύσκολα θα ονομάσεις «χαρούμενο» ένα ρέκβιεμ – όμως οι λέξεις είναι που μπορούν να τον περι-ορίσουν. Όσο για τον Πλάτωνα, μάλλον διαισθάνθηκε ότι ο ρυθμός επικοινωνεί με το αίμα. Η μουσική μπορεί να γίνει υπόγειος καθοδηγητής των ενστίκτων μας. Ωστόσο, ο έρωτας δεν εξαντλείται στη χημεία και τα συναισθήματα είναι πολύ αβέβαιες και ακαθόριστες οντότητες ώστε να μπορέσουν να αφήσουν συγκεκριμένο αποτύπωμα σε μια τόσο νεφελόμορφη τέχνη όπως η μουσική. Εκεί που η μουσική είναι ουρανός, οι λέξεις είναι κεραυνός. Η μουσική δεν μπορεί να είναι ερωτική, όπως δεν μπορεί να είναι ερωτικός ο έρωτας!

-«Τι σημασία έχει να υπάρχω, αν δεν αγαπιέμαι από κάποιον άλλον (άλλο εκτός του εαυτού μου);» Σαφώς ισχύει το «αγαπιέμαι, άρα υπάρχω». Είναι, όμως, δυνατόν να ισχύει και το «Αγαπώ (όχι απαραίτητα με ανταπόκριση), άρα υπάρχω»;
Κάπως έτσι ξεκινά το επιχείρημα του φιλοσόφου Ζαν-Λυκ Μαριόν, που προσπαθεί να ανασκευάσει το καρτεσιανό cogito, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μας να αγαπηθούμε. Πιστεύω ότι το να αγαπάς είναι τεράστιο. Μπορεί σίγουρα να γεμίσει τη ζωή μας. Επίσης, είναι αλήθεια πως όταν αγαπάμε, ο πρόσθιος μετωπιαίος λοβός δέχεται σήμα να μειώσει τον σωματικό πόνο! Το να αγαπάς είναι ένα θεϊκό placebo. Αν δεν έχουμε την τύχη να αγαπηθούμε από κάποιον (γονιό, φίλο, εραστή, σύντροφο) η αγάπη που μπορούμε να προσφέρουμε θα γίνει ένα θαυμάσιο υποκατάστατο ύπαρξης.

-«Προσωπικά είμαι έτοιμη να ομολογήσω ότι με ενδιαφέρουν περισσότερο εκείνα τα έργα τέχνης που δεν μου αρέσουν». Μπορείς να αναφέρεις τρία παραδείγματα, ένα εικαστικό έργο, ένα βιβλίο και μια ταινία;
Η φράση που ξεχώρισες, με το προβοκατόρικο φιτίλι της, δεν ισχύει για τις άλλες τέχνες. Μόνο με τα εικαστικά ενεργοποιείται αυτή η διαστροφή μου. Ως παράδειγμα αναφέρω τις «τραγικές ανατομίες» των αδελφών Τσάπμαν, για τους οποίους γράφω και στο βιβλίο.

-Αναρωτιέμαι, από όλο αυτό το πλήθος βιβλίων που διάβασες προκειμένου να γράψεις το δοκίμιο, ποιο είναι αυτό που σε εντυπωσίασε, ιντριγκάρισε περισσότερο; Ποιο ήταν αυτό που σκεφτόσουν ακόμα κι όταν δεν το διάβαζες;
 «Η Διπλή Φλόγα. Έρωτας και Ερωτισμός» του Οκτάβιο Πας λειτούργησε ως βάση και για τα τρία δοκίμια, άρα ο γέρος ποιητής από το Μεξικό «στήριξε» και τον Μισέλ Ουελμπέκ, στο κείμενο του Λαμπράκου, και τον Καρ Βαι, στο κείμενο του Νάκου. Η ιδέα του Πας ότι το συνολικό φαινόμενο του έρωτα διακρίνεται σε τρεις φάσεις (η σπίθα είναι η σεξουαλικότητα, η κόκκινη φλόγα ο ερωτισμός και η γαλάζια φλόγα που την περιβάλλει είναι ο πνευματικός έρωτας) μας έδωσε ένα πολυεργαλείο για να ψάξουμε αυτές τις τρεις «στρώσεις» στην καλλιτεχνική απόδοση του έρωτα. Ένα άλλο βιβλίο που εμφανίζεται εκεί που δεν το έσπειραν, δηλαδή στο δικό μου δοκίμιο, είναι το «Κουτσό» του Κορτάσαρ. Χρησιμοποίησα μία εικόνα του, η οποία βρήκα ότι αποδίδει τέλεια την «ψυγειακότητα» της σύγχρονης τέχνης.

-«Εκείνος που σήμερα αξιοποιεί αυτούσια τα διδάγματα των κλασικών/μοντερνιστών ισούται, για τον κύκλο της Πρωτοπορίας, με περιθωριακό πλανόδιο που ζωγραφίζει ντεγκραντέ ηλιοβασιλέματα με σπρέι». Θα μπορούσε αυτή η φράση να βρει εφαρμογή στη λογοτεχνία, και δη στην νεοελληνική; Θυμάμαι μια φράση του Τατσόπουλου – άσχετα από το τι γνώμη μπορεί να έχει κανείς για αυτόν – να λέει πως στην Ελλάδα θελήσαμε να γράψουμε κατευθείαν μεταμοντέρνα μυθιστορήματα, χωρίς να έχουμε γράψει πρώτα μοντέρνα.
Γενικώς, συμπεριφερόμαστε σαν καθυστερημένα και μανιοκαταθλιπτικά καγκουρώ. Καθυστερούμε σέρνοντας κατατονικά τις παντόφλες μας και μετά ρίχνουμε ένα μανιασμένο πήδο, βρισκόμαστε τεχνικά στην εποχή όπου πρέπει να είμαστε, αλλά έχουμε αφήσει ένα ενδιάμεσο κομμάτι απάτητο. Σ’ αυτό το ενδιάμεσο βρίσκεται και η παιδεία.

-Η Αμπράμοβιτς είναι τελικά σπουδαία, κακή ή αδιάφορη;
Καλή αλλά υπερεκτιμημένη. Όταν ο ποιητής γίνεται new-age-γκουρού-για-το-καλό-της- ανθρωπότητας, παύει να είναι ποιητής και γίνεται παπάς.

-Καθώς κάποιες από τις φράσεις του δοκιμίου διαθέτουν μεγάλη λογοτεχνική αξία (όπως η εναρκτήρια παράγραφος του κεφαλαίου «Έρωτας και Τέχνη: Η Ντροπή»), αναρωτιέμαι αν μετάνιωσες που τις χρησιμοποίησες αυτές τις φράσεις σε ένα δοκίμιο και όχι σε ένα αμιγώς λογοτεχνικό κείμενο. (Η ερώτηση ίσως φαίνεται βλακώδης, αλλά εγώ, για παράδειγμα, θα είχα όντως τέτοιου είδους ενδοιασμούς.)
Καθόλου βλακώδης, καταλαβαίνω τι λες. Προσωπικά είμαι ακόμα στη φάση που μετανιώνω όταν δεν χρησιμοποιώ φράσεις σε κάποιο κείμενο και όχι όταν τις χρησιμοποιώ! Ακόμα με χρησιμοποιούν οι λέξεις, με εξαναγκάζουν να τις υπηρετώ. Τελευταία όμως τις σιχαίνομαι πότε-πότε. Μου φαίνονται σαν μαραμένοι μαϊντανοί. Παντού τις βρίσκω και παντού τις λέω. Όταν θα αρχίσω να κόβω τα κεφάλια τους με μεγαλύτερη ευκολία, θα έχω ανέβει ένα σκαλί.

-Το δοκίμιό σου τελειώνει αισιόδοξα (αλλά με μια σειρά από ίσως). Θεωρείς πως, αν η κατάσταση που περιγράφεις μπορεί να ειδωθεί ως αρνητική, υπάρχει η ελπίδα για ανατροπή;
Θα σε παραπέμψω στο δεύτερο βιβλίο της Μεταμοντέρνας σειράς, που ετοιμάζουμε στις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Θα κυκλοφορήσει μάλλον μέσα στο 2015, με γενικό τίτλο «Μεταμοντέρνο Σώμα», με τους ίδιους δοκιμιογράφους, καθώς και με έναν τέταρτο-έκπληξη, τον οποίο είμαστε περήφανοι που καλωσορίζουμε στην παρέα μας. Μαζί του, δίπλα στα εικαστικά, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, θα μπει στο στόχαστρο το θέατρο και ο χορός! Για να δούμε... ίσως μέσω του σώματος να έρθει η ανατροπή, η αθωότητα μετά την εμπειρία.

-Τι διαφορετικό προσφέρει – πέρα από το ίδιο το μέσο και την ιδιαίτερη συγκίνηση που αυτό προκαλεί- η αφήγηση μιας ερωτικής ιστορίας μέσω του γραπτού λόγου από την αφήγηση μέσω της ζωγραφικής, της γλυπτικής ή της βίντεο αρτ; Τι λέγεται στη μια περίπτωση που δεν μπορεί να ειπωθεί στην άλλη;
Ξάφνου, το σώμα μπορεί να ειπωθεί. Να μιλήσουν τα κρυφά σημεία. Να διαφανεί η αγωνία της επιθυμίας, αλλά και κάτι ακόμα: αυτό το συγκινητικό άγχος να απευθυνθεί η επιθυμία, να μεταδοθεί με ένα ταπεινό εργαλείο καθημερινής χρήσεως, τη γλώσσα, το οποίο τώρα καλείται να υπερβεί τον εαυτό του. Αυτή είναι μια ωραία ανακάλυψη, μια νέα ερωτική εμπειρία. (Έχω έτοιμο κι ένα βιβλιαράκι, που γιορτάζει τη γλώσσα της εκπληρωμένης επιθυμίας.)

-Τι το διαφορετικό προσφέρει η αφήγηση μιας ιστορίας στο χαρτί από την αφήγηση μιας ιστορίας πάνω σε μια σκηνή; Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στο θέατρο;
Πραγματικά δεν ξέρω τι έπαθα ξαφνικά με το θέατρο. Μικρή δεν πήγαινα στο θέατρο. Ωστόσο, έβλεπα τα πάντα σε κατάσταση μέθης, σαν να ήμουν καθισμένη στην πρώτη σειρά κάποιας θεατρικής υπερπαραγωγής, και ίσως αυτό να μέτρησε πιο πολύ. Θαμπωνόμουν κι από τους ρήτορες, από τους παραμυθάδες, από εκείνους που όχι απλώς «έλεγαν» ιστορίες αλλά «απηύθυναν» τις ιστορίες τους, τις έδιναν. Με άλλα λόγια, αγαπούσα τη ζωή ως θέατρο και τους ανθρώπους ως ερμηνευτές. Σε τι διαφέρει το χαρτί από τη σκηνή; Στο θέατρο η λέξη γίνεται άνθρωπος. Αυτή η μεταμόρφωση σε βγάζει από μια μοναξιά, ανεπίγνωστη έως τότε. Κάποια στιγμή θέλεις να επιστρέψεις σε αυτήν, αλλά το να υλοποιείς μια θεατρική δουλειά δεν παύει να είναι σαν να βλέπεις μαζί με άλλους το ίδιο όνειρο. 

Ένα σύντομο βιογραφικό της Μαρίας Γιαγιάννου: 

Η Μαρία Γιαγιάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε Επικοινωνία & ΜΜΕ, Πολιτιστική Διαχείριση και Φιλοσοφία της Τέχνης. Είναι πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας, ενώ εργάζεται ως θεωρητικός τέχνης και επιμελήτρια εικαστικών εκθέσεων, καθώς και ως βιβλιοκριτικός (Bookpress). Έχει εκδώσει τα λογοτεχνικά βιβλία «Ο Ταξιδιώτης του Άλλοτε» (Κάκτος, 2006), «Μελανίππη» (Σμίλη, 2012), «Εκτός Εαυτού» (Σμίλη, 2013), και το αισθητικό δοκίμιο Καθαροί πια, με Βρώμικα Φιλιά στη συλλογή δοκιμίων «Μεταμοντέρνος Έρως» (Γαβριηλίδης, 2014). Λοιπά διηγήματα, δοκίμια, ποιήματα και τεχνοκριτικές δημοσιεύονται σε συλλογές, περιοδικά και καταλόγους εκθέσεων. Το πρώτο της θεατρικό κείμενο είναι το «Μιούζικαλ Τσέπης» (Μ. Μητρούσης, 41 Street, 2009-10). Το κωμικό δράμα «Εκτός Εαυτού» παίχτηκε στο Θέατρο Συν Κάτι (Κ. Αρβανιτάκης, 2010), στο Camp, στο Νομισματικό Μουσείο και στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (Γ. Γιανναράκος 2013-14). Το ραδιοφωνικό έργο «Πανδώρα» συμμετείχε στο Gran Prix της Διεθνούς Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης (Ε. Κουτσουρέλης, URTI 2012, για την ΕΡΤ). Απόσπασμα θεατρικού μονολόγου για τη Μαρία Κάλλας συμπεριλήφθηκε στην μουσικοθεατρική περφόρμανς «Woman» (Κ. Αρβανιτάκης, Θέατρο Τέχνης, 2014). Μέσα στο 2015 θα εκδοθεί το δεύτερο μέρος της δοκιμιακής σειράς Το Μεταμοντέρνο στην Τέχνη (εκδ. Γαβριηλίδης), αυτή τη φορά με θέμα το «Μεταμοντέρνο Σώμα».




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου