Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Με αφορμή το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Δεν ξέρω αν αυτό με τοποθετεί στη μειοψηφία ή την πλειοψηφία (οι απόψεις, σε συζητήσεις που έχω κάνει κατά καιρούς με φίλους και γνωστούς, διίστανται), αλλά είμαι από τους ανθρώπους που έχουν σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των βιβλίων της, από το αν μπορεί κάποιος να την εντάξει στην chick lit, από το ότι δεν έχει τοποθετηθεί πολιτικά σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, διαθέτει, πολύ απλά, μια από τις καλύτερες πένες των τελευταίων είκοσι ετών, τουλάχιστον. Ίσως για αυτό ακριβώς να την υποτιμούν κάποιοι. Γιατί, όπως γράφει και η ίδια στο τελευταίο της βιβλίο, τη «Γυναίκα του Θεού», «Πώς να πιστέψεις μια γυναίκα που δεν γράφει με ενθουσιασμό και φιλαρέσκεια; Μια γυναίκα που απλώς γράφει;» Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Μιχαλοπούλου. Ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως φύλου) που έχει προ πολλού απαλλαγεί και από τις φιοριτούρες και από αυτή την – επίπλαστη, ως επί το πλείστον – (μετα)προφορικότητα που τόσο ταλανίζει τη νεοελληνική λογοτεχνία και απλώς γράφει, μεστά, μεθοδικά, με ακρίβεια και με ουσιαστική αφηγηματική δεινότητα. (Παρεμπιπτόντως, αυτά είναι δύο πράγματα που δεν καταλαβαίνουν πολλοί Έλληνες κριτικοί: πρώτον ότι ο καλός συγγραφέας δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των βιβλίων του, από την ευρηματικότητα των συλλήψεών του, αλλά, πάνω από όλα, από τη μορφή – για να το θέσω απλοϊκά, καλός συγγραφέας είναι πρώτα και κύρια αυτός που ξέρει να γράφει ωραίες, μεστές, καίριες προτάσεις. Δεύτερον, ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων συγγραφέων που δεν τα καταφέρνει ακριβώς σε αυτό).
       Των παραπάνω δοθέντων, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσες προσδοκίες είχα από το καινούριο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου. Ξεκινώντας, ωστόσο, την ανάγνωσή του, με κυρίευσε η απογοήτευση. Ποια η χρησιμότητα ενός βιβλίου που περιγράφει επί εκατό και βάλε σελίδες – με πολύ ωραίο τρόπο, βέβαια – τη ζωή ενός ζευγαριού, έστω κι αν ο άντρας του ζευγαριού αυτού είναι ο Θεός; Παρά τις πλούσιες θεολογικές, φιλοσοφικές και λογοτεχνικές αναφορές στις πρώτες εκατό και κάτι σελίδες, είναι προφανές πως η συγγραφέας δεν αποσκοπεί να θίξει – πόσο μάλλον να προσφέρει τη λύση σε – ζητήματα  θεολογικά και υπαρξιακά (άλλωστε, αυτά είναι καταδικασμένα να μείνουν αναπάντητα). Υπάρχει, ωστόσο, ο διαρκής υπαινιγμός πως το ζευγάρι θα πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στη γη και πως στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα συμβεί κάτι το συνταρακτικό. Κάνεις υπομονή, λοιπόν, και συνεχίζεις να διαβάζεις. Ωστόσο, τίποτα το συνταρακτικό δεν συμβαίνει. Κι όμως, συνεχίζεις να διαβάζεις, διότι αυτό που αρχίζει να διεισδύει στον πυρήνα του βιβλίου είναι κάτι άλλο, εξίσου ενδιαφέρον: όχι η θεολογία, αλλά η λογοτεχνία. Σου δημιουργείται η εντύπωση πως η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι πως η λογοτεχνία είναι πιο σημαντική από τον πραγματικό κόσμο και πως ο λογοτέχνης είναι πιο ουσιαστικός δημιουργός από την οντότητα που, τέλος πάντων, έφτιαξε τον κόσμο. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μιχαλοπούλου προχωρά και πέρα από αυτό. Καταλήγει να μιλά για τη ματαιότητα της ίδιας της λογοτεχνίας και παράλληλα, για την ανάγκη και των συγγραφέων και των αναγνωστών να επιστρέφουν σε αυτή, για το ότι οι λογοτέχνες και οι ήρωές τους είναι παγιδευμένοι στα βιβλία τους.

Μην περιμένετε, λοιπόν, ένα θεολογικό βιβλίο. Περιμένετε, όμως, να διαβάσετε ένα περίτεχνο, ένα «ύπουλα» στημένο βιβλίο για τη φύση και την αξία της λογοτεχνίας, έναν τόμο που τελικά σου αφήνει μια γλυκιά γεύση. Δεν πρόκειται για το αριστούργημα της Μιχαλοπούλου (αυτό, μέχρι στιγμής, είναι μάλλον το «Πώς να κρυφτείς») αλλά είναι, σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική κυκλοφορία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου