Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Εκείνο το ένα τραγούδι

Όπως και να ’χε, ο Πάξτον ήταν σίγουρος πως η μέρα που θα έγραφε εκείνο το ένα τραγούδι δεν θ’ αργούσε. Ίσως, βέβαια, να το είχε γράψει ήδη. Ίσως από μέρα σε μέρα να του ζήταγαν κάποια παλιότερη σύνθεσή του για να τη βάλουν σε ταινία, το πιθανότερο σε μια από εκείνες τις ευαισθητούλικες ανεξάρτητες, όπου η γυναίκα είναι πάντα πιο ξεβγαλμένη και πιο νευρώδης κι ο άντρας μαμούχαλος αλλά με καλή καρδιά. Ή, ίσως να του το ζήταγαν για καμιά διαφήμιση, από εκείνες που σου ξυπνάνε τη χαρά της ζωής, έστω κι αν πουλάνε απλώς χάμπουργκερ ή χυμούς πορτοκάλι. Πάντως, ήταν σίγουρος πως το είχε μέσα του να το γράψει. Ένα τραγούδι τόσο απλό κι όμως τόσο μεγαλειώδες –ή απλά και μόνο μεγαλειώδες-, που κανείς δεν θα μπορούσε να του αντισταθεί, που θα τραγουδιόταν για χρόνια, για δεκαετίες, σε γάμους και σε μπαρ και που θα παιζόταν συνέχεια στα ραδιόφωνα, σαν μια προσευχή για κάτι καλύτερο, σαν ένα ξόρκι ενάντια στην πλήξη και την όλη ανθρωπίλα. Δε ζήταγε ένα Embraceable You, ζήταγε απλά μια Alison.
            Τραγουδοποιός σημαίνει κομμένο φως. Σημαίνει να τρως από κονσέρβες –μερικές φορές κονσέρβες σκυλοτροφής-, να δουλεύεις σε αποθήκες και εργοστάσια, να οδηγείς το ίδιο αμάξι τριάντα χρόνια και να εύχεσαι να μη χαλάσει, να ζεις σε τροχόσπιτα ή σε κοινόβια ή έστω σε υπενοικιασμένα δωμάτια. Σημαίνει να μην έχεις ασφάλιση, να ξεπερνάς τις αρρώστειες μόνος σου, στο σπίτι σου, να κρατάς όλα σου τα λεφτά για μια αξιοπρεπή κιθάρα, για ένα πετάλι εφέ, για ένα τετρακάναλο. Να οδηγείς μόνος σου από πόλη σε πόλη, μόνο και μόνο για να πληρωθείς ψίχουλα ή να μην πληρωθείς καθόλου. Σημαίνει να δίνεις όλο σου το είναι σ’ ένα στόχο που ίσως να σου κάτσει, ίσως πάλι όχι.
            Δεν μπορεί, όμως, όλη αυτή η προσπάθεια έπρεπε να έχει κάποιο νόημα. Όλα τα χρόνια του μόχθου κάποιον καρπό θα απέδιδαν. Δεν μπορούσε ένα τέτοιο ταλέντο να μην αναγνωριζόταν κάποτε. Όλοι του έλεγαν ότι ήταν καλός. Ο ίδιος ήξερε πόσο αξιόλογος ήταν. Το μόνο που έμενε ήταν να τον ανακαλύψουν οι σωστοί άνθρωποι. Μέχρι τώρα είχαν υπάρξει μόνο εκλάμψεις, το χαμόγελο μιας κοπέλας στο κοινό, μια καλή κουβέντα από κάποιον που αγοράζει το δίσκο σου μετά τη συναυλία, μια μικρή περιοδεία στον Καναδά. Μια δισκογραφική, έστω τοπική, να σου προτείνει συμβόλαιο. Κάποιο τραγούδι να παίζεται στο τοπικό ραδιόφωνο. Και ενδιάμεσα, μόνο απογοητεύσεις. Ήθελε να πιστεύει πως η μοίρα του ήταν να γίνει διάσημος, αλλά προς το παρόν το μόνο που του επεφύλασσε αυτή η ποιητική δύναμη ήταν να γυρίζει μπιφτέκια στο χαμπουργκεράδικο του Λι – και να πρέπει να νοιώθει και ευχαριστημένος.
            Ο Πάξτον Μπέιλι είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη το χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά. Είχε ζήσει εκεί μέχρι τα εφτά, κι έπειτα οι γονείς του τον πήραν και πήγαν σ’ ένα κοινόβιο στο δυτικό Ιλινόι. Εκεί έμαθε να παίζει κιθάρα, ακούγοντας δίσκους του Ντίλαν –προφανώς- αλλά και των Στέιπλ Σίνγκερς, του Μπερτ Τζανς, της Τζόνι Μίτσελ.  Έπειτα, το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία, η μάνα του παράτησε το κοινόβιο και τον άντρα της, και παίρνοντας μαζί της τον Πάξτον, πέρασε από διάφορα μέρη, ώσπου να καταλήξει στο Βένις Μπιτς της Καλιφόρνια. Έμειναν εκεί για τρία χρόνια. Μετά ο Πάξτον, που στο μεταξύ είχε ανακαλύψει το πανκ της Νέας Υόρκης, πήγε να βρει τον πατέρα του εκεί, και μήνες μόλις αργότερα, έφυγε για να ζήσει στην Αγγλία, όπου είχε μεταλαμπαδευτεί η φλόγα του πανκ. Για τον Πάξτον δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο καινούριο κίνημα και τη φολκ, πέρα από την ένταση και τον ηλεκτρισμό. Η δυναμική ήταν ίδια, η ανάγκη του να πεις μια ιστορία επίσης. Το μόνο που διέφερε ήταν το μπάσο και τα ντραμς. Ο Πάξτον έκατσε για δύο χρόνια στην Αγγλία, μένοντας κυρίως σε καταλήψεις, και κατάφερε να βγάλει μέχρι και ένα σαραπενταράκι (“The Virgin Sex Addict”, ως Mister Bitter, με μια πανκ ενορχήστρωση του “The Dolphins” του Fred Neil στην πίσω πλευρά), ώσπου το όλο πράγμα ψόφησε ή, τουλάχιστον, μεταλλάχτηκε σε κάτι άλλο. Έπειτα γύρισε στην Αμερική, για να δουλέψει στο γκαράζ όπου έβγαζε το μεροκάματό του και ο πατέρας του. Τα λεφτά δεν ήταν άσχημα, αλλά ο μικρός είχε αποφασίσει από τα οχτώ του πως θα γινόταν τραγουδιστής-τραγουδοποιός. Στην Ευρώπη είχε αγγίξει το όνειρο, και η γλυκειά γεύση που τού είχε μείνει –έστω κι αν το δισκάκι είχε περάσει απαρατήρητο-, δεν τον άφηνε να ηρεμήσει και να αφομοιωθεί.
            -Καλά τα τραγούδια, γιε μου, αλλά πρέπει να μπορείς να στηρίζεσαι σε κάτι χειροπιαστό, ήταν η συμβουλή του πατέρα του. Ήταν ένας ψηλός, άσχημος Ιρλανδός που είχε ξεκινήσει με παρόμοια όνειρα –να γίνει ηθοποιός-, αλλά είχε καταλήξει ένας αλκοολικός βουλκανιζατέρ. Ο Πάξτον δεν τον σεβόταν, διέβλεπε, όμως, μια δόση αλήθειας, όχι στα λεγόμενά του αυτά καθαυτά, αλλά στο απογοητευμένο βλέμμα του. Αποφάσισε από τη μία να ακολουθήσει τις νουθεσίες του πατέρα του, από την άλλη, όμως, να μη σταματήσει να γράφει.
            Συνέχισε να παρακολουθεί τη σκηνή· έβγαινε στα μπαρ, πήγαινε στα λάιβ, έπιανε κουβέντα με άλλους μουσικούς και με δημοσιογράφους ή ντι τζέι. Δεν βρισκόταν στο προσκήνιο, δεν ήταν εξέχον μέλος της φάσης, αλλά τουλάχιστον ήταν εκεί – και, άλλωστε, ήξερε την αξία του. Εξακολουθούσε να γράφει κι όταν πια είχε μαζέψει δέκα κομμάτια για τα οποία τουλάχιστον δεν ντρεπόταν, άρχισε να δίνει τα ντέμο του όπου μπορούσε, από γραφιάδες μέχρι τύπους που φτιάχνανε καφέδες σε μεγάλα ή όχι και τόσο μεγάλα στούντιο.
            Τελικά στάθηκε τυχερός. Η κασέτα του έπεσε στα χέρια του Τζίμυ Ντελμόνικο, που εκείνη την περίοδο ήταν άρτιστ εντ ρέπερτουαρ στην Μπελ Αμί Ρέκορντς, μια ανεξάρτητη του Μπρούκλυν. Ήταν ένας κοντακιανός αλλά εμφανίσιμος τριαντάρης, που, παρά τη φτωχική του καταγωγή, ντυνόταν με ακριβά κοστούμια, και που έλεγε δεξιά κι αριστερά πως ήθελε να βρει τον επόμενο Wreckless Eric ή, τουλάχιστον, έναν καινούριο Patrik Fitzgerald. Γιατί κάτι τέτοιο και όχι κάτι πιο συνηθισμένο; Γιατί τον ενδιέφεραν οι τραγουδοποιοί, εκείνοι, όμως, που ήταν ντυμένοι με πέτσινα μπουφάν. Υπέγραψε τον Πάξτον στην εταιρεία, ελπίζοντας πως ο μικρός θα τον έβγαζε ασπροπρόσωπο. Του βρήκε μια μπάντα, που τους ονόμασε Δε Θινγκς , παρόλο που ο Πάξτον ήθελε να τους πουν Δε Πάξτον Μπέιλι Μπαντ, και τους έβγαλε στο δρόμο για να δέσουν και για να κάνουν το όνομά τους κάπως γνωστό. Ο Πάξτον παράτησε τη δουλειά στο συνεργείο, για να κυνηγήσει και πάλι το όνειρο. Περιόδευσαν στην Ανατολική ακτή, κυρίως βόρεια, και μετά μπήκαν στο στούντιο. Μέχρι να ηχογραφήσουν το άλμπουμ, ο λιντ κιθαρίστας κι ο ντράμερ είχαν φύγει. Ο Πάξτον ηχογράφησε μόνος του τις κιθάρες, κι ο Ντελμόνικο, που ήταν και παραγωγός, ανέλαβε να παίξει τα ντραμς (ήταν λιτός και χωρίς φαντασία, γεγονός που στα δικά του αυτιά έμοιαζε σαν προτέρημα). Ο δίσκος δεν πούλησε τίποτα, παρά την προώθηση από την εταιρεία, και παρότι ο Ντελμόνικο βρήκε καινούριους μουσικούς για το πουλέν του. Μια καινούρια, πανεθνική τουρνέ πήγε άπατη και δεν ολοκληρώθηκε καν: όταν έφτασαν στη Γιούτα, οι μουσικοί του Πάξτον τον παράτησαν. Ο πρώην λιντ κιθαρίστας τους τούς είχε φωνάξει πίσω στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσουν μια καινούρια, «πραγματική», όπως είπε από τηλεφώνου στον μπασίστα,  μπάντα. Ο Πάξτον απόμεινε μόνος του και ολοκλήρωσε την περιοδεία με μόνη παρέα τον ρόουντι. Οι δυο τους οδηγούσαν εναλλάξ, έστηναν μόνοι τους τα μηχανήματα και μοιράζονταν τα λεφτά και τα δωμάτια των μοτέλ.
Το μόνο καλό που βγήκε από αυτό το ταξίδι ήταν πως στη Νεβάδα ο Πάξτον ερωτεύτηκε. Την έλεγαν Στέισι και τον κάλεσε να μείνει κοντά της. Ο Πάξτον έκατσε εκεί για ένα μήνα, καθώς οι υποχρεώσεις του με την Μπελ Αμί είχαν λήξει μέχρι τον επόμενο δίσκο. Έδινε μόνο καμιά συνέντευξη από τηλεφώνου, κυρίως σε φανζίν, και κατά τ’ άλλα ζούσε τα νιάτα του και τον έρωτά του. Ήταν μάλλον ευχαριστημένος από τη ζωή του. Στα είκοσι ένα του χρόνια είχε βγάλει ένα άλμπουμ, είχε ζήσει στην Ευρώπη, είχε περιοδεύσει σε σχεδόν όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και τώρα, μια μελαχρινή κούκλα τον έκανε να νοιώθει ο άρχοντας του κόσμου. Τί άλλο θα μπορούσε να θέλει;
Ίσως έναν καινούριο δίσκο. Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και ήρθε ξανά σ’ επαφή με την Μπελ Αμί. Τους έπαιξε τα τραγούδια που είχε γράψει στη Νεβάδα, κι εκείνοι έδειξαν ευχαριστημένοι. Αποφάσισε να παίξει όλα τα όργανα του δίσκου μόνος του, εκτός από ένα κρεσέντο στο σαξόφωνο, για το οποίο θα χρειαζόταν αναγκαστικά έναν σεσιονά. Ο Ντελμόνικο διαφήμισε το δίσκο σαν το δημιούργημα μιας ιδιοφυΐας, ενός ανθρώπου που έχει την μουσική τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα του, που μπορεί να παίζει όλα τα όργανα και να κάνει και την παραγωγή. Το κοινό αδιαφόρησε, οι κριτικοί τον πήραν για έναν «Λου Ριντ του υπονόμου». Ένας δίσκος ακόμα, λουσάτη παραγωγή, με πρώτης τάξεως σεσιονάδες και καναδυό διασκευές μπας και πουλήσει τίποτα από σπόντα, δεν κατέληξε πουθενά. Η Μπελ Αμί δεν ανανέωσε το συμβόλαιο του μικροκαμωμένου Ιρλανδού, κι έτσι ο Πάξτον βγήκε ξανά στη γύρα για μια κανονική δουλειά.
«Έλα στη Νεβάδα», έγραφε το γράμμα της Στέισι, που ήρθε σαν απάντηση σ’ εκείνο με το οποίο ο αλλοτινός Κύριος Πικρόχολος τής ανακοίνωνε την λύση της συνεργασίας με την Μπελ Αμί. Ήταν μια παραίνεση στην οποία ο Πάξτον δεν υπάκουσε αμέσως. Έκατσε για δύο μήνες ακόμα στη Νέα Υόρκη, ψάχνοντας για κάτι καλό ή έστω για μια δουλειά που θα του έδινε να φάει. Το συνεργείο δεν υπήρχε πια σαν προοπτική. Δούλεψε για μερικές εβδομάδες σε μια πιτσαρία, αλλά εκτός του ότι δεν του άρεσε να πλάθει ζύμη, το μυαλό του είχε αρχίσει να απασχολεί το πως θα ήταν η ζωή κοντά στη Στέισι. Τα παράτησε, αποχαιρέτησε τον πατέρα του κι έφυγε για τη Νεβάδα.
-Ισχύει ακόμα η προσφορά; τη ρώτησε, όταν εμφανίστηκε απρόσκλητος στην πόρτα της. Εκείνη δεν απάντησε· τον αντάμειψε μόνο για τη γενναιότητά του να τ’ αφήσει όλα πίσω μ’ ένα παθιάρικο φιλί στο στόμα. Έμειναν μαζί. Ο Πάξτον έπιασε δουλειά σ’ ένα σιδεράδικο και τα βράδια έπαιζε σ’ ένα μπαρ – κυρίως διασκευές, αλλά που και που τόλμαγε να πετάξει και κάνα δικό του. Ανακάλυψε πως το μέρος είχε μια δική του, έστω ταπεινή σκηνή και πως οι μουσικοί της τον είχαν πάρει χαμπάρι.
Και τότε άκουσε για την Κασάντρα Μπλιτς. Ήταν η βασίλισσα της φάσης, όσον αφορούσε στη Βόρεια Νεβάδα, και ο Πάξτον κατάλαβε γρήγορα πως έπρεπε να κερδίσει την έγκρισή της αν ήθελε να κάνει κάτι παραπάνω από το να παίζει διασκευές σε μπαρ για καμένους. Την γνώρισε κάνα χρόνο αφότου είχε έρθει στο Νόρφολκ. Ήταν μια μικρόσωμη ξανθιά εβραιοπούλα. Το πραγματικό της όνομα ήταν Σάρα Φάινστιν, αλλά προτίμησε προφανώς το πιο γκλαμοπάνκικο Κασάντρα Μπλιτς. Είχε βγάλει δίσκους σε τοπικές εταιρείες κι όλοι στη Νεβάδα τη σέβονταν. Δεν του συστήθηκε αμέσως, εκείνη την πρώτη βραδιά. Του είπε μόνο ότι της είχαν αρέσει τα τραγούδια του. Εκείνος απάντησε ένα ξερό ευχαριστώ, αλλά εκείνη επέμεινε να του πιάσει την κουβέντα. Του πρότεινε να παίξουν μαζί κι εκείνος δέχτηκε χωρίς να το σκεφτεί. Του έδωσε μια κασέτα με τα τραγούδια της κι εκείνος ενθουσιάστηκε. Από τότε έγιναν κάτι σαν το βασιλικό ζεύγος της φολκ σκηνής της Νεβάδα – χωρίς ποτέ να τους περάσει από το μυαλό να κάνουν σχέση. Εκείνη τον συνέστησε στην εταιρεία της, που ασχολούνταν κυρίως με φολκ και γκαράζ επανεκδόσεις, αλλά έβγαζε πότε-πότε και κάνα καινούριο δίσκο, κυρίως της Κασάντρα.
Η ζωή του Πάξτον δεν προχώρησε πολύ από τότε που μετακόμισε στη Νεβάδα. Έμεινε εκεί λόγω του έρωτά του για τη Στέισι. Δούλευε σε διάφορες δουλειές που δεν του πρόσφεραν ούτε πολλά λεφτά ούτε ευχαρίστηση, κι έβγαζε τους δίσκους του -άλλοτε μέσω κάποιας εταιρείας, άλλοτε αυτοχρηματοδοτούμενους-, που ήταν καταδικασμένοι να μείνουν αφανείς και παραγνωρισμένοι. Δεν κατηγορούσε τη σύντροφό του για τίποτα. Αν ήταν να γίνει γνωστός, θα γινόταν έτσι κι αλλιώς, ακόμα και στη Νεβάδα.
Έμεινε είκοσι χρόνια εκεί. Το δύο χιλιάδες δύο, η Στέισι παρουσίασε καρκίνο. Πέθανε μερικούς μήνες αργότερα, σ’ ένα νοσοκομείο του Λας Βέγκας, κι ο Πάξτον ένοιωσε σαν μαζί με τη ζωή της συντρόφου του να είχε τελειώσει και η δική του. Σταμάτησε να γράφει, σταμάτησε να παίζει. Άλλαξε σπίτι κι αποφάσισε να επικεντρωθεί στην απάνθρωπη δουλειά του – που ήταν πια να ψήνει μπιφτέκια στο μαγαζί του Λι.
Ήταν η Κασάντρα που τον έβγαλε από αυτό το τέλμα. Τον έπεισε να γράψει ένα καινούριο τραγούδι.
-Για ποιό πράγμα;
-Για τη Στέισι.
-Με πονάει πολύ ακόμα. Ίσως σε καμιά δεκαριά χρόνια.
-Μη γράψεις για το θάνατό της. Γράψε για το πώς ήταν όταν ήταν ζωντανή.
Ο Πάξτον δεν έδωσε πολλή σημασία. Πήγε στη δουλειά του –εκείνη την Πέμπτη δούλευε βραδινή βάρδια-, αποφασισμένος όπως πάντα να μην αφήσει τίποτα να απασχολήσει τη σκέψη του πέρα από το ψήσιμο. Αλλά ο σπόρος που είχε φυτέψει στο μυαλό του η φίλη του είχε αρχίσει κιόλας να βγάζει ρίζες. Μέχρι να τελειώσει η βάρδιά του, είχε κιόλας βγάλει ένα ριφ. Το μουρμούριζε συνέχεια μέσα από τα δόντια του, ενώ γύριζε τα μπιφτέκια στην ψησταριά, ελπίζοντας αυτός ο συνδυασμός από νότες να μη σβηστεί από τη μνήμη του. Επιστρέφοντας σπίτι, νόμιζε πως τον είχε ξεχάσει. Αλλά με το που έπιασε την παλιά του κιθάρα κι έκατσε στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ του, τον λεκιασμένο από μπύρα και πίτσα και από χρόνια καθισιού, το ριφ επανήλθε στο σκοτουριασμένο μυαλό του Πάξτον και μαζί μ’ αυτό ξεχύθηκε από τα δάκτυλα του μικροκαμωμένου Ιρλανδού ολόκληρος ο σκελετός ενός νέου τραγουδιού, σχεδόν δύο χρόνια μετά από την τελευταία φορά που ο Πάξτον είχε μπει στον κόπο να συνθέσει έστω και την πιο για πέταμα μελωδία.
Θα πορευόταν μ’ αυτό το τραγούδι για τις επόμενες μέρες, γιατί τον είχε κάνει να νοιώσει και πάλι ζωντανός. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να βρει τους κατάλληλους στίχους. Δεν είχε ξεχάσει την ιδέα της Κασσάντρα – έπρεπε να γράψει ένα τραγούδι για τη λάμψη που εξέπεμπε η Στέισι τότε που ήταν ακόμα κοντά του. Στον πρώτο στίχο του ρεφρέν ταίριαζε μετρικά η φράση Stubborn Stacey (ξεροκέφαλη Στέισι) και αυτό ήταν όντως κάτι που μπορούσε να δουλευτεί περαιτέρω. Προτιμότερο, όμως, ήταν το Starry Stacey, όχι μόνο γιατί η Στέισι ήταν ακριβώς αυτό, στα μάτια του παλιού της εραστή – αστεράτη, αστερόεσσα –, αλλά και γιατί η λέξη starry θύμιζε στον Πάξτον ένα τραγούδι που αγαπούσε μέχρις απόγνωσης η αλλοτινή του σύντροφος: το Vincent του Don McLean. Τη θυμόταν να το βάζει στο ριπίτ στο μικρό τους στερεοφωνικό και, ξαπλώνοντας στον καναπέ του σαλονιού τους, τον ίδιο όπου ο Πάξτον είχε ξαναρχίσει να γράφει τραγούδια, να λύνεται στα δάκρυα, συγκινημένη, όπως εξηγούσε κάθε φορά στον ερωμένο της, όχι μόνο από την ομορφιά της μελωδίας, αλλά και από τον πόνο που θα πρέπει να είχε βιώσει στη σύντομη ζωή του ο πρωταγωνιστής του τραγουδιού, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ. 
Βρίσκοντας τον πρώτο στίχο του ρεφρέν, ο Πάξτον μπόρεσε εύκολα να χτίσει όλο το υπόλοιπο τραγούδι. Και έχοντας πια αναθαρρήσει, χάρη στο τελικό αποτέλεσμα, του καρφώθηκε στο μυαλό η ιδέα να γράψει κι άλλα τραγούδια με το ίδιο θέμα, τη σπουδαιότητα της Στέισι, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους ανθρώπους από τη ζωή των οποίων είχε περάσει η νεκρή πια σύντροφός του. Μπήκε στο κόπο, μάλιστα, να ζητήσει πληροφορίες από τους φίλους τους κι από τους γονείς της, σαν να έκανε έρευνα για ένα ντοκιμαντέρ. Τις ιστορίες που τον ιντρίγκαραν περισσότερο, τις έκανε τραγούδια. Σύντομα, είχε μαζέψει αρκετό υλικό για ένα δίσκο. Καταλάβαινε, βέβαια, πως αυτός ο δίσκος, αν ηχογραφούνταν ποτέ, θα όφειλε την ύπαρξή του σε δύο γυναίκες: στη Στέισι, βέβαια, αλλά και στην Κασσάντρα, που πρώτη είχε παροτρύνει τον Πάξτον να αφιερώσει ένα τραγούδι στην νεκρή σύντροφό του. Αντί για άλλο ευχαριστώ, ο Πάξτον αποφάσισε να ηχογραφήσει μαζί με όλα τα καινούρια τραγούδια του κι ένα της Κασσάντρα, εκείνο που τύχαινε να είναι το αγαπημένο της Στέισι: το Chocolate Babylon.
Τον δίσκο τον ηχογράφησε όπως και τους τελευταίους του, με δικά του έξοδα σε ένα τοπικό στούντιο της κακιάς ώρας. Έπαιξε όλα τα όργανα μόνος του και μόνος του έτρεξε και για όλες τις λεπτομέρειες της κοπής και της διανομής και της παρουσίασης. Βοήθεια δεν είχε από κανέναν.
Το άλμπουμ, που έφερε τον τίτλο There for the Grace of Stacey, δεν περπάτησε. Ο Πάξτον, όμως, δεν στεναχωρήθηκε. Του αρκούσε που είχε κάνει όλη αυτή τη προσπάθεια για χάρη της Στέισι και που όλοι τους οι κοινοί γνωστοί, οι άνθρωποι που είχε αγαπήσει η μακαρίτισσα, είχαν συγκινηθεί από το τελικό αποτέλεσμα.
Απομακρυνόμαστε για λίγο από τον πρωταγωνιστή μας. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ που ήταν αφιερωμένο στη συγχωρεμένη Στέισι, ο σκηνοθέτης Άαρον Ντάουνι διασχίζει οδικώς τη Νεβάδα, στο πλαίσιο του ρεπεράζ της επόμενης ταινίας του. Έχει συντονίσει το ραδιόφωνό του σε έναν τοπικό σταθμό, που παίζει μουσική που είναι του γούστου του. Μετά από τρία ή τέσσερα τραγούδια, ακούει μια παράξενη, άγνωστή του φωνή, να τραγουδά για μια Σοκολατένια Βαβυλώνα. Το τραγούδι θυμίζει Τζάκσον Μπράουν στο πιο πριμιτίφ του και η φωνή τον χιλιοβασανισμένο Ρόκι Έρικσον. Ο νεαρός σκηνοθέτης νοιώθει ένα ρίγος να τον διαπερνά. Αυτό είναι οπωσδήποτε ένα τραγούδι που πρέπει να χρησιμοποιήσει στην ταινία που έχει στα σκαριά. Σταματά στο επόμενο βενζινάδικο, δανείζεται τον τηλεφωνικό κατάλογο και καλεί τον ραδιοφωνικό σταθμό. Τον πληροφορούν πως το τραγούδι ονομάζεται Chocolate Babylon και ο τραγουδιστής Πάξτον Μπέιλι.
Μετά από σκληρές προσπάθειες, ο Ντάουνι βρήκε το άλμπουμ του Πάξτον, εξασφάλισε τα δικαιώματα και μπόρεσε να συμπεριλάβει τη διασκευή του Chocolate Babylon στην ταινία του. Το φιλμ, που έφερε τον τίτλο Νεβάδα, κυκλοφόρησε κάνα χρόνο αργότερα και αγαπήθηκε, μεταξύ άλλων, για το τραγούδι των τίτλων τέλους, το οποίο τραγουδούσε ο Πάξτον και το οποίο είχε γράψει η Κασσάντρα.
Κάπως έτσι άρχισε να γίνεται γνωστό το όνομα του Πάξτον Μπέιλι. Στην αρχή τον πλεύρισαν οι ιδιοκτήτες μπαρ της περιοχής και οι μικροί, τοπικοί σταθμοί. Μετά, όμως, τον εντόπισαν κι από αλλού, από τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Δισκογραφικές του ζήτησαν να κυκλοφορήσουν εκείνες το άλμπουμ του, διοργανωτές συναυλιών να του στήσουν τουρνέ, ατζέντηδες να του προμοτάρουν τη δουλειά του. Κι ο Πάξτον γύρισε όλες τις ΗΠΑ σαν κύριος, σαν καταξιωμένος, σαν κότα με τα χρυσά αυγά. Γευόταν επιτέλους το όνειρό του.
Αλλά δεν κράτησε πολύ. Κράτησε μέχρι που να βαρεθούν το τραγούδι. Το επόμενο σινγκλ του Πάξτον δεν πούλησε ιδιαίτερα και το μεθεπόμενο ακόμα λιγότερα. Ο Πάξτον Μπέιλι ξεχάστηκε κι επέστρεψε στην κωμόπολη της λήθης, όπου είχε περάσει τα τελευταία είκοσι και κάτι χρόνια της ζωής του. Τουλάχιστον, με λίγα λεφτά παραπάνω στην τσέπη του μπορούσε να αποφύγει τις βαριές, απάνθρωπες δουλειές.
Δεν του έφτανε αυτό, όμως. Ήθελε να μείνει στο προσκήνιο για πάντα. Ήθελε οι άλλοι να καταλάβουν την αξία του, την πραγματική αξία του, όχι απλά να τραγουδήσουν για μερικές μέρες ένα τραγούδι που δεν ήταν καν δικό του. Ο Πάξτον πάντα το έλεγε πως ένα τουλάχιστον τραγούδι του θα έμενε στην ιστορία, αλλά πίστευε πως το τραγούδι αυτό θα το είχε γράψει ο ίδιος.
Τα παράτησε όλα κι έμεινε κλειδωμένος στο σπίτι του, βγαίνοντας μόνο για να προμηθευτεί μπύρες. Θα ζούσε αυτή τη ζωή μέχρι που να του τέλειωναν τα λεφτά. Δεν ήθελε να βλέπει κανέναν και κυρίως δεν ήθελε να βλέπει την Κασσάντρα. Έμεινε κλεισμένος στο μικρό του σπίτι, βλέποντας τηλεόραση και πίνοντας αλκοόλ, μέχρι που του τελειώσαν τα λεφτά.  
Τότε μόνο βγήκε στη γύρα για καινούρια δουλειά. Ο Λι δεν τον δέχτηκε ξανά στο μπεργκεράδικο. Ο Γκάρι έλεγε πως δεν χρειαζόταν άλλον υπάλληλο στο γκαράζ. Τη δουλειά στον δήμο την έχασε την τελευταία στιγμή. Μόνο η Κασσάντρα του πρότεινε να παίξει μαζί της στην μπάντα της, τώρα που θα ξεκινούσε περιοδεία σε όλη τη χώρα, χάρη στο τραγούδι που την είχε κάνει κι εκείνη διάσημη, το Chocolate Babylon. Ο Πάξτον έκανε το παν για να αρνηθεί, αλλά στο τέλος κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει.
Τον άφηνε να λέει και κάνα τραγουδάκι. Το Chocolate Babylon το τραγουδούσαν μαζί. Ο Πάξτον βαρέθηκε πολύ σύντομα, αλλά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τα παρατήσει – δεν θα έκανε στη φίλη του αυτό που είχαν κάνει άλλοι στον ίδιο. Ήταν, όμως, μαρτύριο να βρίσκεται κάθε νύχτα στη σκηνή μαζί της, εκείνη στο προσκήνιο, εκείνος στο σκοτάδι.
Του ήρθε στο μυαλό ένα καινούριο κόλπο. Θα την έκανε να τον απολύσει. Θα γινόταν λιώμα κάθε βράδυ, θα αργούσε να ξυπνήσει, θα έκανε λάθη στις συναυλίες. Η Κασσάντρα θα έχανε στο τέλος την υπομονή της και θα τον σούταρε. Όταν αυτό έγινε όντως, η γεύση που έμεινε στο στόμα του Πάξτον ήταν πικρή. Είχε μεν πετύχει τον στόχο του, αλλά είχε μείνει και χωρίς δουλειά και χωρίς την καλύτερή του φίλη.
Κλείστηκε πάλι σπίτι του. Είχε κρεμάσει το σκοινί στον πολυέλαιο κι ετοιμαζόταν να βάλει τέλος στη ζωή του, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος θα μπορούσε να είναι τέτοια ώρα; Δεν θα είναι για καλό. Άφησε τον τηλεφωνητή να το σηκώσει. Και τότε άκουσε τα θεϊκά εκείνα λόγια, που τα περίμενε όλη του τη ζωή.
-Σας τηλεφωνώ από την Λάνκαστερ Ρικόρντινγκς. Μας ενδιαφέρει να βγάλουμε μια συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια σας.
Η Λάνκαστερ, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, είχε επιτέλους ενδιαφερθεί για εκείνον. Ο Πάξτον, που είχε ήδη βάλει τη θηλιά γύρω από τον λαιμό του κι ετοιμαζόταν να κρεμαστεί έτρεξε να το σηκώσει. Μόνο που έτσι κλώτσησε το σκαμνάκι και κρεμάστηκε από το σκοινί.
Τον έσωσε ο πατέρας της Στέισι, που είχε μάθει πως ο Πάξτον είχε επιστρέψει από την περιοδεία και είχε έρθει να δει αν ο γαμπρός του χρειαζόταν κάτι. Έκοψε το σκοινί με ένα κουζινομάχαιρο και κατέβασε τον Πάξτον με μια απότομη κίνηση.
Όταν ο τελευταίος συνήλθε, είπε στον πεθερό του τι είχε συμβεί. Μετά έτρεξε στο τηλέφωνο και πήρε τηλέφωνο την εταιρεία.
Η συλλογή με τα καλύτερα του Πάξτον βγήκε μερικούς μήνες μετά. Με την σωστή προώθηση, πούλησε καλά. Ο Πάξτον έγινε ήρωας του άντεργκραουντ, αρκετά καλός, όμως, ώστε να τον εκτιμήσει και το μέινστριμ. Δεν είχε γράψει ένα συγκεκριμένο άγιο τραγούδι, αλλά είχε καταφέρει τον στόχο του. Ήταν ο κύριος Πικρόχολος, ο σεβάσμιος είρων. 

τέλος

ΥΓ. το τραγούδι που ενέπνευσε το παραπάνω διήγημα:

   

 


3 σχόλια:

  1. αριστούργημα! έτσι, μάλλον, προδιαγράφεται το μέλλον μου (...), αλλά αριστούργημα!!!!!!!!!!! μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή