Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ρίτα # 20

Τη γνώρισα σαν σήμερα, 5 Δεκεμβρίου, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ένα βροχερό βράδυ του 1998, λίγο προτού το ρολόι να σημάνει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Είχαμε πάει με την παρέα μου στους Puressence (τότε δεν μας φαίνονταν τόσο γραφικοί) και, μετά τη συναυλία, κατηφορίσαμε προς το Mad, στη Συγγρού και την βρήκαμε εκεί, παρέα με την κολλητή της. Εγώ και η Ρίτα είχαμε ρίξει καναδυό ματιές ο ένας στον άλλον μερικές εβδομάδες πριν, στη Φιλοσοφική, καθώς διασταυρωνόμασταν στους διαδρόμους και στις σκάλες. Νόμιζα πως ενδιαφερόταν για μένα, από τον τρόπο που με κοίταζε και εκείνο το βράδυ που γνωριστήκαμε μου πρόσφερε ακόμα μια ένδειξη αυτής της προτίμησης. Καθώς αποχαιρετιόμασταν, με πήρε απόμερα και μου είπε:
-Χάρηκα που ήρθες και μου μίλησες. Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω.
Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα από την επόμενη Δευτέρα που ξαναειδωθήκαμε στην Πανεπιστημιούπολη, και για τον επόμενο μήνα ήμασταν κολλητοί. Τελικά, λίγο αφότου είχε μπει το 1999, της πέταξα το παραμύθι. Ότι μου άρεσε, ότι ήταν η πιο σπουδαία κοπέλα που είχα γνωρίσει στη δεκαεννιάχρονη ζωή μου. Μου απάντησε με ένα στίχο των Spiritualized:
-I think I̕ m in love, probably just hungry.
Μου την έλεγε κι από πάνω, δηλαδή, ότι ήμουνα λιγούρι και στερημένος. Η κατακλείδα ήταν, πάντως, πως δεν έπρεπε να κάνουμε περαιτέρω παρέα, γιατί δεν θα μου έκανε καλό να συναναστρέφομαι μια κοπέλα που δεν θα μπορούσα ποτέ και με κανέναν τρόπο να κάνω δική μου. Ίσως να κοίταζε όντως το καλό μου, ίσως απλά να υπερδραματοποιούσε τα πράματα, όπως συνήθιζε να κάνει καθ̕  όλη τη διάρκεια εκείνου του πρώτου μήνα της γνωριμίας μας, αλλά, όπως και να είχε, εγώ δεν μπόρεσα να τη βγάλω από το μυαλό μου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Την ξέχασα στον στρατό, όταν, φαντάρος στη Λήμνο, γνώρισα σε μια από τις εξόδους τη Βούλα. Μετά, επιστρέφοντας στην Αθήνα, ακολούθησε μια σειρά από άλλες ερωμένες, καμιά από τις οποίες ισάξια της Ρίτας. Μα δεν με απασχολούσε τόσο πολύ. Είχα να ασχοληθώ με τη ζωή μου. 
Μα, από τον περασμένο Οκτώβριο και μετά, όλα μπερδεύτηκαν ξανά από την αρχή. Εκεί που την είχα χάσει, εκεί που δεν είχα μάθει νέα της εδώ και εφτά-οχτώ χρόνια, άρχισα να τη βλέπω όλο και πιο συχνά στο αγαπημένο μου μπαρ, τον Ίππο της Ιπποκράτους. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Εμένα, τον μεγαλύτερο θαυμαστή της. Εμένα το μεγαλύτερο χαράμι της.  
Πήγα και της μίλησα.
-Με θυμάσαι;

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ελεύθερος ένοιωσα, όταν μου είπε όχι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου