Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 4

Όταν είδε το γκράφιτι που απεικόνιζε τη γυναίκα με τη γραβάτα και την προκλητικά στενή φούστα, αμέσως θυμήθηκε τη Ρίτα. Έτσι ντυνόταν κι εκείνη μια περίοδο. Μάλιστα, κάτω από την εικόνα υπήρχε γραμμένη και η φράση: To R. Ήταν, λοιπόν, κάποιο είδος φόρου τιμής; Φωτογράφισε την εικόνα με το κινητό του. Δύο μέρες μετά, μερικά τετράγωνα πιο κάτω, είδε πάλι την ίδια ζωγραφιά, σε μια κολώνα του κτηρίου της Εθνικής. Τη φωτογράφισε κι αυτή. Άρα ο καλλιτέχνης έμενε – ή σύχναζε – κάπου εκεί κοντά. Αποφάσισε να τον αναζητήσει. Δεν ήξερε, όμως, πώς και πού. Βγήκε περιπολία καναδυό βράδια, αλλά δεν είδε τίποτα και κανέναν.
Τελικά, τα παράτησε. Κι άλλωστε, τι τον ένοιαζε; Το πολύ-πολύ να συναντούσε έναν ακόμα Ριτόπληκτο. Εγκατέλειψε την προσπάθεια, λοιπόν, κι αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή του. Ώσπου, ένα βράδυ, μήνες μετά, εκεί που έπινε μόνος σε ένα μπαρ κοντά στο σπίτι του, βάλθηκε να χαζεύει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει με το κινητό του. Φτάνοντας σε εκείνες που απεικόνιζαν τα δύο γκράφιτι, ένοιωσε να καταλαμβάνεται από ένα απελπισμένο, απελπιστικό πάθος. Παρήγγειλε κι άλλο ποτό, ακόμα πιο δυνατό από εκείνο που έπινε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το ήπιε γρήγορα και παρήγγειλε κι άλλο. Πίνοντάς το κι αυτό, πλήρωσε κι έφυγε από το μπαρ. Πήγε σπίτι του κι έψαξε έναν μαρκαδόρο. Ξαναβγήκε στο δρόμο και, στο πρώτο λευκό κομμάτι τοίχου που συνάντησε μπροστά του, βάλθηκε να ζωγραφίζει τη μορφή της. Μες στο μεθύσι του, δεν άκουσε τις σειρήνες, παρά μόνο όταν ήταν πια αργά. Τον μπουζουριάσανε και τον πήγανε στο τμήμα για καταστροφή δημόσιας περιουσίας. Τον ρίξανε σε ένα κελί, μέχρι να ξεμεθύσει. Το επόμενο πρωί, τον ανέβασαν στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Εκεί αντίκρυσε, μεταξύ των αστυνομικών, και εκείνη. Είχε κάνει καταγγελία για τα γκράφιτι που υπήρχαν διάσπαρτα στο κέντρο της Αθήνας και τα οποία απεικόνιζαν την μορφή της.
-Αυτός είναι, λοιπόν, ο ένοχος, της εξήγησε ο αξιωματικός υπηρεσίας.
Η Ρίτα πήγε κοντά στον συλληφθέντα και τον κοίταξε αυστηρά.
-Δεν το περίμενα αυτό από σένα. Το περίμενα από άλλους, αλλά όχι από σένα.
Εκείνος δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τελικά, ενώ εκείνη διέσχιζε το κατώφλι της πόρτας, της φώναξε.
-Όταν ξεμπλέξω, θες να πάμε για έναν καφέ;
Η Ρίτα κοντοστάθηκε και χαμογέλασε.
-Ίσως μετά το δικαστήριο, είπε τελικά. Θα σε κεράσω εγώ, με τα λεφτά της αποζημίωσης.

Έστω κι αυτό, του αρκούσε.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου