Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ρίτα # 10

Όταν είπε στη μητέρα του πως θα πήγαινε να δει κοινωνικό λειτουργό, εκείνη του είπε: «Τι να τον κάνεις τον κοινωνικό λειτουργό; Αφού έχεις κάνει κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο.» Του φάνηκε εξωφρενικό, αλλά αποφάσισε να μην της απαντήσει. Πήρε το λεωφορείο, γιατί δεν ένοιωθε πια ικανός να οδηγήσει. Εκεί, στην πέμπτη στάση ήταν που την είδε. Ήταν η πιο εντυπωσιακή γυναίκα που είχε αντικρύσει στη ζωή του. Την παρακολούθησε να κτυπά το εισιτήριο κι έπειτα να κάθεται δύο θέσεις πιο μπροστά από εκείνον. Λίγο αργότερα ανέβηκε ένας γέρος, που, χωρίς κανείς να τον προκαλέσει, άρχισε να κηρύττει το μίσος του για τους μετανάστες. Η κοπέλα, παρόλο που ήταν ντυμένη σαν θαμώνας κέντρου της παραλιακής, ήταν η μόνη που αντέδρασε και τον παρακάλεσε πολύ ευγενικά να κρατήσει τις απόψεις του για τον εαυτό του. Αυτό εξόργισε ιδιαίτερα τον παππού, που βάλθηκε να ουρλιάζει εναντίον όλων των ανθελλήνων. Όταν η κοπέλα τού φώναξε να σκάσει, εκείνος σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς το μέρος της, έτοιμος να τη χτυπήσει με τη μαγκούρα του. Και θα το έκανε, αν ο φίλος μας, ο οσονούπω επισκέπτης του κοινωνικού λειτουργού δεν τον εμπόδιζε με τα ίδια του τα χέρια. Ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο και ζήτησε και από τους τρεις τους να κατέβουν από το όχημα. Ο γέρος αρνήθηκε, ο νεαρός και η κοπέλα κατέβηκαν. Μόλις το όχημα αναχώρησε και πάλι, με τον ηλικιωμένο ακόμα επιβιβασμένο, λύθηκαν στα γέλια, σαν να είχαν ζήσει την πιο διασκεδαστική περιπέτεια.
            Συστηθήκαν. Την έλεγαν Ρίτα.
            -Και να φανταστείς, του είπε, πως πολύ σπάνια παίρνω λεωφορείο.
         Ήθελε να της εξηγήσει από την πλευρά του την καινούρια του νεύρωση, αυτή που τον εμπόδιζε να παίρνει πια το αμάξι, αλλά κρατήθηκε.
-Και τώρα; τη ρώτησε τελικά. Πώς θα πας στη δουλειά σου;
-Θα πάρω ταξί.
Εκείνος σκέφτηκε ότι βρίσκονταν ακόμα κοντά στο σπίτι του, δηλαδή, κοντά στο αμάξι του.
-Και αν σε πέταγα εγώ;
-Μπορείς;
«Αν ήξερες μόνο πόσο καίρια είναι η ερώτησή σου», σκέφτηκε από μέσα του ο τύπος. Την απάντηση δεν την ήξερε ούτε ο ίδιος. Κι όμως, την παρακάλεσε να τον ακολουθήσει ή έστω να τον περιμένει εκεί. Η Ρίτα επέλεξε το δεύτερο. Εκείνος έτρεξε να φέρει το αμάξι.

Έβαλε μπρος και οδήγησε κανονικά, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα, σαν να μην είχε προκαλέσει το σοβαρό τραυματισμό εκείνης της γριάς πριν μερικές μέρες – έστω και από δική της απροσεξία. Αυτό που τον έσπρωχνε μπροστά ήταν η σαγήνη που είχε ασκήσει πάνω του η Ρίτα. Έφτασε στο σημείο όπου είχαν κανονίσει να τον περιμένει, ακριβώς τη στιγμή που την είδε να επιβιβάζεται σε ένα ταξί. Ένοιωσε να πνίγεται. Σταμάτησε ακριβώς εκεί, μην μπορώντας να συνεχίσει. Αλλά ο από πίσω βιαζόταν. Άρχισε να του κορνάρει επίμονα. Κι έτσι ο φίλος μας ξεκίνησε και πάλι, και συνέχισε μέχρι που έφτασε στο ραντεβού του με τον κοινωνικό λειτουργό. Μα τώρα πια είχε θεραπευτεί, κι αυτό το χρωστούσε στην άγνωστη του λεωφορείου. Θα τη θυμόταν για πάντα, και για αυτό και για την απίστευτη ομορφιά της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου